Δευτέρα απόγευμα έξω από ένα καφέ κοντά στις Βιτρίνες Τέχνης ΟΤΕ... Σε μια βροχερή πόλη που έχει τη φήμη της πιο ερωτικής και που, ομολογουμένως, είναι ακόμη πιο όμορφη με την καταχνιά και την υγρασία της. Συναντώ τον Κυριάκο Καμπαρτίνα, έναν νεαρό εικαστικό που τώρα γνωρίζει η Θεσσαλονίκη, αλλά ο ίδιος σε κάνει να πιστεύεις πως ο καλλιτεχνικός κόσμος του ανήκει εδώ και χρόνια. Το πιο πιθανό είναι πως η σιγουριά που εκπέμπουν τα λεγόμενά του και οι σκέψεις που γεννούν τα έργα του, οφείλονται στην πρώτη εικόνα που δημιουργείς για εκείνον.
Καταρρίπτοντας όλα τα cliché γύρω από την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου που πλησιάζει και συστήνοντας την πιο ρεαλιστική πλευρά του έρωτα, έργα του εκτίθενται σε έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της πόλης, στις Βιτρίνες Τέχνης ΟΤΕ επί της Καρόλου Ντηλ. Αυτό αποτέλεσε και την αφορμή της κουβέντας μαζί του που ακολουθεί.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή... Πώς ξεκίνησε το δικό σου ταξίδι στην Τέχνη;
Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα σπίτι γεμάτο πίνακες, με γονείς παθιασμένους με την Τέχνη. Το ίδιο και η γιαγιά και ο παππούς μου - δεν υπήρχε αρχαιολογικός χώρος και μουσείο που να μην είχαμε επισκεφθεί όσο ήμουν ακόμα μικρό παιδί. Ήταν αναπόφευκτη η ενασχόλησή μου με αυτόν τον χώρο. Σπούδασα στο University of the Arts του Λονδίνου, σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια του είδους του στον κόσμο, με ευκαιρίες που δε θα έβρισκα πουθενά αλλού. Δε θα ξεχάσω ποτέ τους καθηγητές μου και όσα πήρα από αυτούς - ιδίως τον Elliot Dodd: Έναν άνθρωπο που εκτίμησε ιδιαίτερα τη δουλειά μου και που με αντιμετώπισε περισσότερο ως συνεργάτη παρά ως μαθητή. Με βοήθησε να αναπτύξω την κριτική μου σκέψη και να μάθω πώς μια έκθεση δομείται με αρχή, μέση και τέλος. Μάλιστα, έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Κλασική Τέχνη και την Αρχαιολογία στο King's, που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά μου. Στην Ελλάδα επέστρεψα πολύ συνειδητά το 2023, με όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες που είχα αποκομίσει και με τη Θεσσαλονίκη να μου είχε λείψει πολύ.
Τι σου αρέσει να σχεδιάζεις και από πού εμπνέεσαι;
Η προσέγγισή μου εξαρτάται από την περίοδο και τα βιώματά μου. Η πρώτη μου έκθεση, με την οποία συστήθηκα στον καλλιτεχνικό κόσμο, ήταν αυτή του πτυχίου μου. Αποτελούνταν από γεωμετρικά σχέδια και είχε θέμα την ισορροπία. Στο δεύτερο έτος έχασα τον πατέρα μου κι έτσι, χωρίς να το καταλάβω, προέκυψε η έμπνευση για τα έργα μου τότε. Ήταν ο πιο θερμός υποστηρικτής μου, καμάρωνε που ο γιος του είναι εικαστικός, παρόλο που τότε δεν είχα πάρει ακόμη το πτυχίο μου.





Και από τότε, φτάνουμε στο σήμερα και στα πιο πρόσφατα έργα σου που αυτόν τον μήνα όλη η πόλη θαυμάζει στις Βιτρίνες Τέχνης ΟΤΕ. Μίλησέ μας γι' αυτά...
Πριν από μερικούς μήνες, ερωτεύτηκα! Η επιθυμία μου να αγγίξω αυτόν τον άνθρωπο, να τον πάρω μια αγκαλιά, να ακουμπήσω τα μαλλιά του, με έφερε ως καλλιτέχνη πιο κοντά στον ρεαλιστικό σχεδιασμό και στην ακαδημαϊκή γλυπτική. Έχοντας αυτήν τη σκέψη, σχεδίασα βάσει της επαφής δύο ερωτευμένων ανθρώπων, γι' αυτό και κεντρικό στοιχείο των έργων είναι τα χέρια. Έπειτα, όμως, ήθελα να αποτυπώσω τον πόνο (τι θα ήταν ο έρωτας χωρίς λίγο πόνο;). Τον πόνο και την πίεση που, εξαιτίας της έντονης έλξης, μπορεί να δεχτεί το ένα άτομο από το άλλο. Ενδεχομένως, άθελά μας να το προκαλούμε αυτό. Βέβαια, κάθε δημιουργία είναι ανοιχτή σε μετάφραση - ο κάθε θεατής εξηγεί διαφορετικά αυτό που βλέπει. Για παράδειγμα, το πρωταγωνιστικό έργο στις Βιτρίνες δείχνει την προτομή ενός ανθρώπου που σφίγγεται από ένα σχοινί το οποίο κρατούν δύο χέρια. Οι περισσότεροι νομίζουν πως παραπέμπει στις αυτοκτονικές τάσεις που μπορεί να έχει αυτό το άτομο. Ωστόσο, μέσα από αυτήν τη βίαιη σκηνή, ήθελα να αποτυπώσω την πίεση που καραδοκεί σε μια σχέση. Ο έρωτας, ακόμη και στην επώδυνη πλευρά του, κρύβει κάτι όμορφο, και στήνοντας αυτήν την έκθεση, ήταν σαν να ζούσα ξανά από την αρχή την εμπειρία μου με τον άνθρωπο που γνώρισα λίγο καιρό πριν.
«Γυμνά σώματα που ακουμπάνε το ένα το άλλο, χάνονται κι επαναπροσδιορίζονται... Τα σώματα πλησιάζουν όχι για να κατακτήσουν, αλλά για να μη χαθούν. Συγχωνεύονται, διαλύονται, επανασχηματίζονται, όπως οι σχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, αλλά άφησαν μόνιμο αποτύπωμα. Η έκθεση μιλά για τον έρωτα ως ρίσκο, ως παρεξήγηση, ως ένστικτο που προηγείται της γλώσσας. Όπως στη ζωή, έτσι και στα έργα, το σώμα προηγείται της εξήγησης. Και ίσως αυτό είναι το πιο ειλικρινές σημείο συνάντησης: εκεί όπου δύο σώματα αγγίζονται, χωρίς ποτέ να είναι σίγουρο αν επιτρέπεται.» - Από το κείμενο της Ελένης Συμώνη για την έκθεση "I have been changed for good".
Πράγματι, το όλο concept κινείται γύρω από τον έρωτα που, μέσα από τη δουλειά σου, τον αποτυπώνεις με έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο. Αλήθεια, τι θέση έχει ο έρωτας στη δική σου ζωή και πώς τον βιώνεις;
Νιώθω ότι είμαι μια έντονη προσωπικότητα και πως κάνω αισθητή την παρουσία μου μπαίνοντας σε έναν χώρο. Οπότε, όλα τα συναισθήματα τα βιώνω στον μέγιστο βαθμό τους και τα εκφράζω μέσω της Τέχνης μου. Το ίδιο και τον έρωτα - από παιδί στην πιο αθώα εκδοχή του μέχρι τώρα στην πιο βαθιά. Δε φανταζόμουν ότι θα αφιερώσω ένα σύνολο έργων για έναν άνθρωπο που έτυχε να ερωτευτώ κάποτε, κι όμως το έκανα.
Υπάρχει happy end σε ολό αυτό;
Το happy end είναι κάτι υποκειμενικό. Δε χρειάζεται να καταλύξετε μαζί για να υπάρξει μια ιδανική κοινή πορεία. Μπορεί απλώς να μένει μια γλυκιά ανάμνηση. Παρόλα αυτά, μαθαίνεις πράγματα για τον εαυτό σου, βάζεις νέα όρια στον χαρακτήρα σου, κρατάς κάτι από αυτό. Εξού και το όνομα της έκθεσης, «Έχω αλλάξει για τα καλά»: Έχω αλλάξει κι εξελιχθεί τόσο ως καλλιτέχνης όσο κι ως προσωπικότητα, βλέπω τα πράγματα, την ίδια τη ζωή, διαφορετικά.

Ισχύει ότι η Θεσσαλονίκη είναι η πιο ερωτική πόλη;
Παρόλο που λατρεύω αυτήν την πόλη, για μένα δεν είναι αληθινή αυτή η αντίληψη. Η Θεσσαλονίκη έχει άπειρες προοπτικές, αλλά η διαχείριση αυτών είναι κακή. Αν μια πόλη γίνεται ερωτική, εξαρτάται από τους ανθρώπους με τους οποίους την περπατάς Ωστόσο, αυτήν τη στιγμή που μιλάμε, τα πιο ερωτικά της σημεία θεωρώ πως είναι το πάρκο της ΧΑΝΘ και τα στενάκια της Άθωνος.
Υπάρχει κάποια προσωπική σου ιστορία που σε κάνει να το πιστεύει αυτό;
Ναι. Έναν χρόνο πριν, στο πάρτι του Artgate Project στο πάρκο της ΧΑΝΘ, βρέθηκα ξανά με εκείνον τον άνθρωπο που πρόσφατα είχα γνωρίσει και όλα γύρω μου ήταν σαν να σβήνουν. Τότε πράγματι, η πόλη αυτή φάνταζε ομορφότερη όσο ποτέ στα μάτια μου. Η βόλτα μας που ακολούθησε έως την πλατεία Άθωνος, μου έχει μείνει αξέχαστη. Την υπόλοιπη ιστορία τη γνωρίζετε ήδη.
Πού σου αρέσει να τρως και να διασκεδάζεις;
Το ατού της Θεσσαλονίκης είναι σίγουρα η γαστρονομία της. Είμαι πολύ απαιτητικός στο φαγητό, καθώς μεγάλωσα με δύο γυναίκες -τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου- που δίνουν ρεσιτάλ στον τρόπο που μαγειρεύουν. Προσωπικά, τα καλύτερα spots για φαγητό τα έχω βρει πάνω από την Εγνατία, κοντά στη γειτονιά μου - το κάτω κομμάτι της αισθάνομαι πως αρχίζει να χάνει την ταυτότητά του και γίνεται πιο εμπορικό. Πρόσφατα, έτυχε να φάω στο Τζάνγκο στην οδό Φιλίππου και το λάτρεψα. Η μαγεία των γεύσεων των πιάτων του ποντάρει στην απλότητά τους. Και φυσικά, μετά από ένα γεύμα εκεί, η ιεροτελεστία για μένα θα απογειωνόταν με καζάν ντιπί από τον Χατζή. Στο κομμάτι της διασκέδασης, ομολογώ πως δεν έχει υπάρξει πάρτι που να μην έχω περάσει ευχάριστα - από τα τέκνο μέχρι αυτά στους δρόμους στις μεγάλες γιορτές (τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και την Τσικνοπέμπτη). Ο κόσμος είναι ασφυκτικά πολύς και αυτό το λατρεύω.


Τι σε θλίβει περισσότερο στην πόλη;
Το γεγονός του αντί να αναπτύσσεται συνολικά, το κάνει ανά κομμάτια και χωρίς την άποψη των πολιτών. Είναι μια από τις ιστορικότερες πόλεις στον κόσμο, με μνημεία που αποδεικνύουν τη σημαντικότητά της μέσα στα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια. Σε ό,τι αφορά στο μετρό, θα ήταν απίστευτο αν οι σταθμοί Βενιζέλου και Αγίας Σοφίας ήταν υπόγεια συνδεδεμένοι ώστε να αναδειχθεί και το μνημειακό κρηναίο οικοδόμημα μπροστά από το Μπέη Χαμάμ. Φανταστείτε να μπορούσαμε να περπατήσουμε όλη αυτήν την απόσταση και να κάνουμε ένα ταξίδι στα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια, κάτω από τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη! Η γνώμη μου είναι πως η Θεσσαλονίκη θα έπρεπε να ποντάρει περισσότερο στην ιστορία της και λιγότερο στο πλαίσιο μιας μοντέρνας ευρωπαϊκής ανάπτυξης.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Στην Εγνατία, χαμένος στις σκέψεις μου για το πώς θα μπορούσε να αναπτυχθεί ιδανικά. Ένας δρόμος που συνδέει πολλούς αρχαιολογικούς χώρους - από τον σταθμό της Βενιζέλου μέχρι τη Ροτόντα. Η βόλτα που κάνω ξεκινά από τα αρχαία του μετρό στη Βενιζέλου, συνεχίζεται στον σταθμό της Αγίας Σοφίας με μια παράκαμψη στον ναό της και το ιερό του Αη-Γιάννη. Ανεβαίνω ξανά στην Εγνατία για να δω την εκκλησία της Υπαπαντής, την Καμάρα, μετά τη Ροτόντα και από εκεί να φτάσω έως τη Ρωμαϊκή Αγορά για να καταλήξω στο σπίτι μου.
Ποιο είναι για σένα το πιο ιστορικό κτίριο εδώ;
Ε, η Ροτόντα! Για μένα, αυτή θα έπρεπε να είναι το σύμβολο της πόλης και όχι ο Λευκός Πύργος. Ένας πραγματικά αρχαιολογικός θησαυρός, ο μοναδικός της κατηγορίας του στον ελλαδικό χώρο, και αυτό από μόνο του λέει πολλά.



Και ποιους χώρους Τέχνης ξεχωρίζεις;
Το Pikap παραμένει παραδοσιακά στην κορυφή της λίστας των ανθρώπων που ασχολούνται με την Τέχνη. Ιδίως ο νέος του χώρος, το Pikap -iσο-, είναι από από τους ωραιότερους στην πόλη. Κι εννοείται, οι Βιτρίνες Τέχνης ΟΤΕ, που είναι ανοιχτές όλο το 24ωρο σε έναν από τους πιο ζωντανούς δρόμους του κέντρου.
Πού θα ξεναγούσες έναν γνωστό σου από άλλη πόλη;
Θα κάναμε ένα αρχαιολογικό tour με τα σημεία και τα μνημεία που ήδη ανέφερα, και θα ανηφορίζαμε προς τα Κάστρα.
Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει προς το καλύτερο τα δεδομένα στην πόλη;
Δε νομίζω πως είναι μόνος ένας. Θα έλεγα πως είναι όσοι βρίσκονται πίσω από τους μικρούς και μεγάλους θεσμούς που διοργανώνουν εδώ, όπως η Art Thessaloniki και το Kapani Project. Αν υπήρχε λιγότερος εγωισμός και καλύτερη συνεννόηση, θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη περισσότερα art events που θα έκαναν ντόρο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Θα μας πεις λίγες ακόμη λέξεις για τη δική σου Θεσσαλονίκη;
Θα καταλήξω λέγοντας πως είναι μια πόλη υποτιμημένη, αλλά με σιγουριά αποτελεί κορυφαίο γαστρονομικό και εικαστικό προορισμό, που έχει να προσφέρει πολλά ακόμη.
