Πρόκειται για μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες στην καλλιτεχνική σκηνή της Θεσσαλονίκης εδώ και πολλά χρόνια. Ο Γιώργος Τσακίρης, έχοντας πια χάσει το μέτρημα των εκθέσεών του, υπήρξε επί τρεις δεκαετίες καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ., όπου πλέον έχει τον τίτλο του επίτιμου καθηγητή. Αφορμή για την ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, υπήρξε η δράση «ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ», μια δική του πρωτοβουλία μέσα από την οποία νέοι καλλιτέχνες βρίσκουν βήμα και παρουσιάζουν για πρώτη φορά τα έργα τους στην πόλη και συγκεκριμένα στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Πέτρου Φραγκόπουλου, στην οδό Κλεισούρας 10
Από τους πρόποδες του Πάικου, διαμόρφωσε την αισθητική του στη Φλωρεντία και γύρισε στην Ελλάδα ώστε να μετατρέψει τα βιώματά του σε Τέχνη. Από εκεί και έπειτα, όλα είναι Ιστορία...
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή… Πώς ξεκίνησε το δικό σας ταξίδι στην Τέχνη;
Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό της περιφέρειας Γιαννιτσών. Μεγάλωσα, όμως, και μαθήτευσα στα Γιαννιτσά. Από τα πρώτα μου χρόνια, τα μαθητικά, ζωγράφιζα. Μου άρεσε η ζωγραφική. Ίσως επειδή είχε και μία σχέση με τη μοναχικότητα που με διέκρινε εκείνη την εποχή. Η αγάπη μου για την Τέχνη γιγαντώθηκε όταν τέλειωσα το σχολείο, παρόλο που στην αρχή σπούδασα Ηλεκτρονικά. Το '76 μετακόμισα στην Ιταλία, πρώτα για να σπουδάσω. Μάλλον, ήθελα να κάνω έναν συνδυασμό της μηχανικής, δηλαδή να συνεχίσω τις σπουδές μου στα Ηλεκτρονικά και συγχρόνως και στη ζωγραφική. Αλλά πολύ νωρίς, πριν καν γραφτώ στη μηχανική, έδωσα εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκίνησαν όλα.
Αλήθεια, πώς έχει εξελιχθεί η αισθητική σας από τα πρώιμα έργα της δεκαετίας του 1970 μέχρι σήμερα;
Το ζητούμενο των πρώτων χρόνων, όταν ξεκίνησα να ζωγραφίζω, όπως συμβαίνει σε όλους μας, είναι να καλλιεργηθεί η δεξιοτεχνία. Η μετάβασή μου στη Φλωρεντία με βοήθησε να έρθω κοντά στην Arte Povera (η «φτωχή» τέχνη δηλαδή), που τότε άκμαζε στην Ιταλία και σε όλη την Ευρώπη. Πριν από αυτό όμως, γνώρισα τον Φράνσις Μπέικον, οπότε μετά μανίας αντέγραψα τα έργα του. Η επιθυμία μου να καλλιεργήσω την αισθητική τού τότε ωραίου, με οδήγησε να επαναδιαπραγματευτώ το αιτούμενό μου για την Τέχνη. Και αυτό δεν ήταν άλλο από τα βιώματά μου, αυτά που ζούσα, αυτό που ήμουνα, αυτά που είχα στην καμπούρα μου - όλα αυτά ήθελα να αποτυπώσει στο εικαστικό μου έργο. Έτσι, κατάφερα να απεγκλωβιστώ από τον καθωσπρεπισμό γύρω από την Τέχνη.


Κι αν σας ρωτούσα ποιον ορισμό δίνετε εσείς στην Τέχνη, ποιος θα ήταν αυτός;
Η Τέχνη παίζει σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη του ανθρώπου. Μέσα από αυτήν γνωρίζουμε τα προγενέστερα, τα οποία ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Μέσα από τα αρχιτεκτονήματα, μέσα από την γλυπτική, μέσα από την ποίηση, μέσα από το σύγγραμμα. Και γι' αυτό λένε πως αν οι δεινόσαυροι έκαναν Τέχνη, θα ξέραμε περισσότερα γι' αυτούς - στα σπουδαστικά μου χρόνια μάς το έλεγε ο καθηγητής μας στην Ιστορία της Τέχνης - ο γνωστός Ακάμε, στους τότε χρόνους. Μάλλον, θέλοντας έτσι να μας πείσει ότι αυτό που προσπαθούσαμε να σπουδάσουμε δεν ήταν ένα βίτσιο της αστικής τάξης, αλλά ένα αιτούμενο της ζωής της ίδιας.
«Η Τέχνη μάς βοηθά να δώσουμε αξία στα λάθη μας. Γίνεται το δεκανίκι της ανασφάλειάς μας. Η παρέα στη μοναξιά μας, η παρηγοριά στη θλίψη, το ζευγάρι μας στον χορό της χαράς. Τη ζούμε όλη, είτε ασχολούμαστε άμεσα μαζί της είτε ακούγοντας μουσική, βλέποντας κινηματογράφο, θαυμάζοντας ένα εικαστικό έργο.»
Έχετε πραγματοποιήσει περισσότερες από 40 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό κι έχετε συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές. Τι θυμάστε πιο έντονα από όλα αυτά τα χρόνια και ποια ήταν η πιο καθοριστική στιγμή για εσάς, τόσο ως καλλιτέχνης όσο κι ως άνθρωπος;
Την πρώτη μου ατομική έκθεση την πραγματοποίησα στα 19 μου χρόνια, κι έτσι ένιωσα τη χαρά της επικοινωνίας. Μοιράστηκα για πρώτη φορά πράγματα που τα είχα ακόμα κρυφά, μόνο για μένα. Στην πορεία, προέκυψαν σχέσεις με ανθρώπους που τους οφείλω πάρα πολλά. Η γνωριμία μαζί τους με βοήθησε να απαλλαγώ από τις φοβίες, από τα «πρέπει». Η καταγωγή μου σιγά-σιγά, μέσα από αυτές τις πρώτες εμπειρίες μου, έγινε το άρμα με το οποίο θα κατακτούσα τα θέλω μου ή, τέλος πάντων, θα προσπαθούσα να τα κατακτήσω. Γρήγορα, αυτό που καθόρισε τον ορισμό της ταυτότητάς μου όμως, ήταν ο πηγαιμός μου στη Φλωρεντία, η οποία με επηρέασε τόσο ως άνθρωπο όσο και ως καλλιτέχνη, γιατί καλλιέργησε ένα μύθο στο πώς ζει ένας καλλιτέχνης. Όσο γηράσκω, διαπιστώνω ότι τα πράγματα είχαν και έναν άλλον τρόπο ανάγνωσης, τον οποίο ως μικρότερος ενδεχομένως να παρέβλεπα.
Ποια είναι τα θέματα που εξακολουθούν να σας εμπνέουν περισσότερο σήμερα;
Καταρχάς, η έμπνευση διευκολύνεται μέσα από τις γνώσεις. Στην αρχή της καριέρας, ασκήθηκα πάνω στο έργο μεγάλων καλλιτεχνών και οφείλω να τους μνημονεύω κάθε φορά, όπως είναι ο Γιάννης ο Σπυρόπουλος, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Φράνσις Μπέικον, ο δικός μας Τζόρτζιο Ντε Κίρικο -έτυχε να τον γνωρίσω στα χρόνια εκείνα-, ο Γιάννης Κουνέλλης, ο Πίνο Πασκάλι. Μου άνοιξαν τους ορίζοντες από τις αρχές του '80, και έτσι πίστεψα ότι το βίωμα θα γινόταν ο πυρήνας της εικαστικής μου δράσης. Μετά την Ιταλία, βρέθηκα στο χωριό μου, στους πρόποδες του Πάικου, και εκεί η ενασχόληση με τη γη άρχισε να περνάει στο εικαστικό μου έργο, τοποθετώντας ζωντανούς οργανισμούς στις δημιουργίες μου.
«Η αγροτιά και η Τέχνη έγιναν "ένα" για εμένα και το έργο μου»
Πώς βλέπετε τη σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης στη διδασκαλία της ζωγραφικής;
Για 30 χρόνια ήμουν καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών εδώ στο Αριστοτέλειο. Ευχαριστήθηκα πολύ αυτά τα χρόνια και θέλω να πιστεύω το ίδιο και τους φοιτητές μου. Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στη διδασκαλία, αλλά στο ότι καλλιτέχνης πρέπει να είναι μάστορας, να γνωρίζει τα υλικά και η γνώση αυτών τον βοηθάει να πραγματώσει τις ιδέες του. Περισσότερο, αυτό που έκανα στη σχολή ήταν όχι να διδάσκω πώς πρέπει να γίνει η Τέχνη, αλλά λειτούργησα επικουρικά στις επιθυμίες των παιδιών. Προσπαθούσα, δηλαδή, να συμβάλω, ώστε οι φοβίες να μεταλλαχθούν σε αρετές. Γιατί μια δημιουργία πρέπει να έχει λάθη για να είναι έργο Τέχνης.

Ας περάσουμε στην «ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ». Περί τίνος πρόκειται και πώς προέκυψε η ανάγκη να στηρίξετε κυρίως τις πρώτες ατομικές εκθέσεις νέων καλλιτεχνών;
Ήταν μια σκέψη που με απασχολούσε ιδιαίτερα, γιατί η πόλη μας με όλα τα καλά της και ενώ ήταν η πρώτη που είχε τα δύο μεγάλα μουσεία, το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Μονή Λαζαριστών, σήμερα δεν περνάει τις καλύτερες φάσεις. Υστερεί στον να δώσει βήμα στους νέους καλλιτέχνες να μπορούν να εκφραστούν και να επιλέξουν την πόλη ως βάση τους. Η «ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ» είναι ένα εγχείρημα, το οποίο έχει ως σκοπό να προβάλει και να προωθήσει τις έρευνες, τις εργασίες, τις μελέτες, τα πλάνα και τα εγχειρήματα εικαστικών καλλιτεχνών, οργανώνοντας αποκλειστικά την πρώτη τους ατομική έκθεση. Να γεννηθούν ερωτήματα και να αναδείξει όσο το δυνατόν πιο έντονα την πνευματικότητα της εικαστικής δράσης, μακριά από ιδεολογήματα και αποκλεισμούς. Για παράδειγμα, αυτό το διάστημα εκθέτουμε τη δουλειά ενός καλλιτέχνη, ο οποίος είναι κτηνίατρος, 72 χρονών και παρουσιάζει την πρώτη του ατομική έκθεση.
«Ο άνθρωπος, από τη φύση του, πρώτα έμαθε να σχεδιάζει και μετά μπήκε στη διαδικασία της γραφής.»
Πώς επιλέγετε τους νέους καλλιτέχνες που συμμετέχουν και ποια κριτήρια θεωρείτε σημαντικά;
Προσπαθώ να αποβάλλω το υποκειμενικό κριτήριο και φροντίζω να έχει μια πανσπερμία αυτή η επιλογή. Να υπάρχει παρουσία όλων των εκφάνσεων της Τέχνης, ώστε όλοι να βρίσκουν το γιατάκι τους, τον χώρο τους, μέσα από τον οποίο θα μπορέσουν να εκφραστούν.
Τι άλλο ετοιμάζετε αυτήν την περίοδο;
Αυτό το διάστημα τρέχει μια μεγάλη αναδρομή μου έκθεση στη Βίλα Μπιάνκα. Την οργανώνει η Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης με επιμελητή τον Γιάννη Μπόλη. Ξεκινά από το 1973 και φτάνει μέχρι το τώρα, παρουσιάζοντας τη ζωγραφική μου, τη χαρακτική και το σχέδιο. Δεν τα είχα δείξει ποτέ σε κανένα μουσείο, σε καμία πινακοθήκη, σε καμία γκαλερί, γιατί περισσότερο εξέθετα τις εγκαταστάσεις μου, τις κατασκευές μου. Ήταν έκπληξη και για μένα, γιατί είδα με μια άλλη ματιά έργα τα οποία είχα ξεχασμένα μέσα στα ράφια του εργαστηρίου μου.
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας και γιατί;
Η γειτονιά που επέλεξα να αγοράσω το σπίτι μου, να το φτιάξω, να στήσω και ένα μικρό εργαστήριο σε αυτό: είναι κοντά στη Μεσαία Πορτάρα, πάνω στα τείχη. Κυριαρχεί η ησυχία, δεν υπάρχουν πολυκατοικίες, όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, χαιρετιόμαστε με τα μικρά μας ονόματα και πίνουμε το κρασί μας στα γύρω μαγαζιά στις Πορτάρες και στο Τριγώνιο. Νιώθω ευτυχής που ζω εδώ.



Tι είναι αυτό που λίγοι γνωρίζουν γι' αυτήν την περιοχή;
Έχει υπέροχη θέα, ωραία φαγητό, τα ιστορικά τείχη με τις τρεις Πορτάρες, τη Μονή Βλαττάδων. Και το σημαντικότερο για τον σύγχρονο Έλληνα; Βρίσκεις εύκολα να παρκάρεις! Είναι πραγματικά ευτύχημα, οπότε όλα τα καλέσματα τα κάνω εδώ πάνω πια.
Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Έχει θέα και μια άνεση όσο καμία άλλη πόλη. Να φανταστείτε, όταν σκόπευα να γυρίσω από την Ιταλία, δεν ήθελα με τίποτα να ζήσω στη Θεσσαλονίκη. Εγκαταστάθηκα για χρόνια στην Αθήνα όπου ταλαιπωρήθηκα τα μάλα, κι όταν ήρθα στη Θεσσαλονίκη το '90, με πλάνεψε! Και, φυσικά, αυτή η πόλη μού επιτρέπει να είμαι πολύ κοντά στην Αθήνα, όπως και σε όλη την Ευρώπη πλέον. Μάλιστα, σε 50 χιλιόμετρα από 'δω, βρίσκομαι στο χωριό μου.
Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Υπήρχε μια ταβέρνα, το Μακεδονικών, στην ακριανή Πορτάρα, δυτικά των τειχών. Είναι από από τις πιο γραφικές γειτονιές της πόλης που σου δίνει αυτήν την αίσθηση.
Μια προσωπική σας ιστορία στην πόλη που ποτέ δεν έχετε μοιραστεί;
Στα πρώτα μου χρόνια ως καθηγητής, ήμουν με μια παρέα για ποτό. Μόνο εγώ είχα αυτοκίνητο, οπότε τα ξημερώματα έπρεπε να οδηγήσω έως το σπίτι τού καθενός. Ο τελευταίος από την παρέα έμενε στον Εύοσμο. Ακόμα δε γνώριζα καλά την πόλη και μέχρι να ξημερώσει περιφερόμουν με το αυτοκίνητο, καθώς δεν είχα ιδέα προς τα πού πέφτει το κέντρο. Ντρεπόμουν να το ομολογήσω ακόμα και στη γυναίκα μου!


Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σας αρέσει να περπατάτε;
Στην Τσιμισκή. Σκιάζομαι τους μοναχικούς δρόμους, αλλά ο συγκεκριμένος δεν κοιμάται ποτέ. Είναι πιο ζωντανός και από τη Νέα Υόρκη
Ένας χώρος Τέχνης που ξεχωρίζετε εδώ;
Είναι δύο αυτοί οι χώροι: Πρώτον, το MOMus - Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που το 2012 μου έκανε την τιμή να στήσει μια μεγάλη αναδρομική έκθεση με τις εγκαταστάσεις μου. Και δεύτερον, την γκαλερί της Λόλας Νικολάου, με την οποία συνεργάζομαι από το '92 και πλέον έχω χάσει το μέτρημα των εκθέσεών μου εκεί.
Πού θα ξεναγούσατε έναν γνωστό σας από άλλη πόλη;
Στο Τριγώνιο, με τη θάλασσα να απλώνεται μπροστά στα μάτια του.
Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Σουτζουκάκια, τρίγωνα και ποτό ή καφέ στη Λεωφόρο Νίκης.
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα τραγούδι, θα είχε τίτλο…
"Padre padrone" που σημαίνει «Πατέρας αφέντης». Μια ταινία των αδερφών Ταβιάνι, που όποτε τη βλέπω μου φέρνει θύμισες της καταγωγής μου.

Το αγαπημένο σας κτίριο εδώ;
Η Βίλα Μπιάνκα. Πρόσφατα, μάλιστα, είδα για πρώτη φορά το ημιυπόγειό της όπου στεγάζεται ένα υπέροχο καφέ.
Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει τα δεδομένα στην πόλη;
Υπάρχουν πολλοί, αλλά θα αναφέρω τον Μανόλη Ανδρόνικο. Ένας χαρισματικός άνθρωπος που άφησε το στίγμα του στον πολιτισμό αυτής της πόλης.
Η δική σας Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις...
Όμορφη, παραπονιάρα και πλανεύτρα.
