Σε έναν απομονωμένο λόφο της Σουηδικής Λαπωνίας, βόρεια από τον Αρκτικό Κύκλο, υψώνεται ένα ξύλινο καταφύγιο που μοιάζει να έχει φυτρώσει από τη γη. Γύρω του απλώνονται χιονισμένα έλατα ως τμήμα του αχανούς βόρειου δάσους που ενώνει τη Σκανδιναβία με τη ρωσική τάιγκα. Το σπίτι αυτό -που ανήκει στην παραγωγό σύγχρονου χορού, Λίζα Σάμος, η οποία σχεδίασε και έχτισε από την αρχή μαζί με τον σύζυγό της, τον καλλιτέχνη Όλι Γουίλιαμς- στέκει μόνο του και το όνομά του, «Φωλιά της Αρκούδας», δεν είναι τυχαίο: αποπνέει την ίδια αίσθηση προστασίας και άγριας γαλήνης με το τοπίο που το περιβάλλει.

Η παρουσία του εκεί δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, αλλά καρπός βαθιάς σχέσης με τον τόπο. Το τοπίο αυτό είχε κερδίσει την καρδιά των ιδιοκτητών του χρόνια πριν, μέσα από ταξίδια και καλλιτεχνικές αναζητήσεις σε αρκτικές εκτάσεις. Οι ατελείωτοι κωνοφόροι ορίζοντες, τα κοπάδια ταράνδων, οι αετοί και τα μεγάλα θηλαστικά που κινούνται ελεύθερα στη σιωπή της βόρειας ερημιάς χάραξαν μια εσωτερική υπόσχεση: κάποτε θα επέστρεφαν για να ριζώσουν εδώ.
Η έμπνευση και το όραμα




Η ιδέα για την κατασκευή ενός τέτοιου σπιτιού γεννήθηκε μακριά από τον Βορρά, μέσα από την επαφή με έναν άλλο καλλιτέχνη που είχε επιλέξει να ζει και να δημιουργεί κοντά στη φύση. Ένα παλιό εργαστήριο-καλύβα στις Ηνωμένες Πολιτείες, χτισμένο με μεράκι και απλότητα, έδειξε πώς ένας χώρος μπορεί να είναι ταυτόχρονα λειτουργικός και βγαλμένος από όνειρο. Οι σωστές αναλογίες, οι γωνιές με ξεκάθαρο σκοπό και η ζεστασιά μιας ξυλόσομπας στο κέντρο ενέπνευσαν ένα όραμα ζωής απαλλαγμένης από περιττά βάρη.
Η εικόνα εκείνης της καλύβας έμεινε ζωντανή στη μνήμη για χρόνια, ώσπου βρέθηκε το ιδανικό σημείο στη Λαπωνία. Τότε, το όνειρο άρχισε να παίρνει μορφή, αργά, με επιμονή και βαθύ σεβασμό στο περιβάλλον.
Η κατασκευή μέσα στην απόλυτη ερημιά



Το κτίσμα είναι στραμμένο προς τη δύση και προστατεύεται από τους παγωμένους βορειοανατολικούς ανέμους χάρη σε χοντρούς κορμούς πεύκου, πελεκημένους στο χέρι με την παραδοσιακή σουηδική τεχνική. Δε χρησιμοποιήθηκε ούτε ένα καρφί· κάθε κορμός αγκαλιάζει τον επόμενο, κουμπώνοντας σαν ξύλινο παζλ που δεν αφήνει χαραμάδα για τον αέρα. Παρότι τα παράθυρα είναι μεγαλύτερα απ' ό,τι συνηθίζεται τόσο βόρεια, το κτίσμα δένει αρμονικά με την τάιγκα, χωρίς να διαταράσσει τη φυσική ισορροπία.
Η ανέγερση αποτέλεσε πραγματικό κατόρθωμα. Δεν υπάρχει δρόμος για πολλά χιλιόμετρα, και η πρόσβαση αλλάζει ανάλογα με την εποχή: βαλτώδη εδάφη το καλοκαίρι, παγωμένες λίμνες τον χειμώνα. Ο βασικός σκελετός συναρμολογήθηκε αλλού και μεταφέρθηκε με ερπυστριοφόρο όχημα πάνω στους παγωμένους διαδρόμους του χειμώνα. Έμεινε να «καθίσει» μέσα στα πρώτα χιόνια, και την άνοιξη οι τεχνίτες επέστρεφαν καθημερινά πεζή για να ολοκληρώσουν στέγη, δάπεδα και ανοίγματα. Η τελευταία πινελιά ήταν ένα μικρό ξύλινο αποχωρητήριο λίγο πιο πέρα, με μια καρδιά σκαλισμένη στην πόρτα - ένα τρυφερό παράθυρο προς την απεραντοσύνη.
Στο φως της φωτιάς και του ουρανού


Στην καρδιά του σπιτιού δεσπόζει μια ξυλόσομπα, η πηγή θερμότητας, νερού και φαγητού. Όταν οι θερμοκρασίες πέφτουν κάτω από το μηδέν, στο εσωτερικό επικρατεί μια θαλπωρή που συνοδεύεται μόνο από τον ήχο του ανέμου που στροβιλίζεται απ' έξω. Τα έπιπλα συνδυάζουν διαφορετικές ιστορίες: χειροποίητα σουηδικά κομμάτια, παλιά κρεβάτια-έλκηθρα που «μεγάλωσαν» μαζί με τα παιδιά, και αντικείμενα τέχνης που κουβαλούν μνήμες ταξιδιών. Πολύχρωμες υφαντές κουβέρτες και δέρματα ταράνδου μαλακώνουν το ξύλο και δημιουργούν γωνιές ξεκούρασης στη σοφίτα.
Οι τοίχοι φιλοξενούν εικόνες που θυμίζουν εξερευνήσεις και μακρινούς τόπους, ενώ ο φωτισμός περιορίζεται σε κεριά που τρεμοπαίζουν πάνω στο ξύλο. Δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό· η καθημερινότητα ακολουθεί πιο αργούς ρυθμούς, απαιτώντας φροντίδα και παρουσία. Τον χειμώνα, με ελάχιστες ώρες φωτός, οι μέρες οργανώνονται γύρω από περιπάτους στο δάσος και φωτιές στην ύπαιθρο. Και τις νύχτες, από τη μικρή βεράντα, ο ουρανός γίνεται θέαμα: το Βόρειο Σέλας κυματίζει σαν ζωντανή κουρτίνα φωτός, σχηματίζοντας σπείρες και φωτεινά πέπλα που κόβουν την ανάσα.
Με πληροφορίες από House & Garden | Φωτογραφίες: Mark Fox
