fbpixel

Search icon
Search
ARTS & CULTURE

Avant- première

Φ.Κ.Θ.

Avant- première

∆ύο προσωπικότητες διαφορετικές, αλλά µε µια κοινή αγάπη, το σινεµά, και από φέτος και µε κοινό στόχο: ν’ αναδείξουν το Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Θεσσαλονίκης ως τον απόλυτο θεσµό της πόλης, και όχι µόνο. O νέος Καλλιτεχνικός ∆ιευθυντής του Φ.Κ.Θ., Ορέστης Ανδρεαδάκης, και η Γενική ∆ιευθύντριά του, Ελίζ Ζαλαντό, κάνουν πρεµιέρα στο GLOW.

«Το ΦΚΘ είναι ανταγωνιστικό…»

H µαγεία του κινηµατογράφου τον άγγιξε στα 13, µε αφορµή µια εκποµπή του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου για το σινεµά. «Ένα βράδυ µε είχαν αφήσει οι γονείς µου µόνο να προσέχω την αδερφή µου. Πριν από την προβολή της ταινίας “Το µαχαίρι στο νερό” του Ροµάν Πολάνσκι, προηγήθηκε µια αργόσυρτη, αλλά καίρια παρουσίαση στο περιεχόµενό της ταινίας και στο πολωνικό σινεµά, που έφερε το χαρακτηριστικό ύφος και τον εξαιρετικό τρόπο µε τον οποίο “έντυνε” τις εισαγωγές του. Την παρουσίαση διαδέχτηκε η ταινία κι όταν τελείωσε, είπα µέσα µου ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή µου»! Κάπως έτσι ο Ορέστης Ανδρεαδάκης ξεκίνησε το ταξίδι του στον κόσµο της 7ης Τέχνης ως κριτικός κι ενίοτε ως συντάκτης κινηµατογράφου. Το 2013, µάλιστα , η γαλλική κυβέρνηση του απένειµε τον τίτλο του «Ιππότη του Τάγµατος των Γραµµάτων και των Τεχνών», διάκριση τόσο τιµητική, που έχουν λάβει εξαιρετικά  σηµαντικοί άνθρωποι. «Ήταν µια πολύ µεγάλη έκπληξη. Θυµάµαι χαρακτηριστικά πως µε πήραν και µου το ανακοίνωσαν από τη Γαλλική Πρεσβεία. Επρόκειτο για µια πολύ ωραία τελετή, που ανακαλώ στη µνήµη µου µαζί µε το συναίσθηµα που βίωσα, καθώς φορούσα στο πέτο το παράσηµο του «Ιππότη του Τάγµατος των Γραµµάτων και των Τεχνών». Σήµερα, από τη θέση του Καλλιτεχνικού ∆ιευθυντή του Φ.Κ.Θ. σχεδιάζει το νέο πρόσωπο του Φεστιβάλ και δείχνει έτοιµος να το υλοποιήσει.

Υπάρχει ταινία που θεωρείτε ότι άλλαξε τον τρόπο που βλέπετε τον κόσµο; Υπάρχουν βιβλία, υπάρχουν πίνακες, τραγούδια ή µουσικές, αλλά ταινίες όχι. Κάθε δύο ή τρία χρόνια, µόνο ανασύρω ορισµένες, που εκείνη την περίοδο µ’ επηρεάζουν περισσότερο ή λιγότερο.

Νέα συνεργασία, νέα σελίδα, τόσο για το Φεστιβάλ όσο και για εσάς. Τι προσδοκάτε να πετύχετε µέσα από το νέο αυτό εγχείρηµα και τι  καινούριο θα δούµε φέτος σ’ επίπεδο καλλιτεχνικής διοργάνωσης; Αν και βρισκόµαστε ακριβώς στη στιγµή που το πρόγραµµα χτίζεται, µπορώ µε βεβαιότητα να πω πως όσες αλλαγές σχεδιάζονται δε θα τις δούµε να συµβαίνουν από τη µια στιγµή στην άλλη. Ούτε προσωπικά µου αρέσουν οι δραµατικές αλλαγές. Θα τις δούµε να παίρνουν ζωή καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς, κι αυτό διότι το Φεστιβάλ δεν είναι µονάχα ο Νοέµβριος, ούτε καν ο Νοέµβριος και ο Μάρτιος. Είναι 12 µήνες στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις όπου ταξιδεύει µε πολλές εκδηλώσεις. Με το Μουσείο που έχει µια συνεχή παρουσία, µε την ταινιοθήκη, που εδώ και λίγο καιρό γίνεται ολοένα και πιο ισχυρή, και κάθε είδους δραστηριότητες µέσα από συνεργασίες µε άλλους πολιτιστικούς θεσµούς της πόλης.

Πώς οραµατίζεστε το µέλλον του; Να είναι ένας θεσµός που να έχει µια ουσιαστική επιρροή στην καθηµερινότητα των ανθρώπων που κατοικούν ή ταξιδεύουν στην πόλη. Επίσης, ένα όνειρό µου θα ήταν να µπορούσαν οι Θεσσαλονικείς να έπαιρναν µέρος από την άδειά τους κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ, αλλά και του Φεστιβάλ Ντοκιµαντέρ, ώστε να µπορούν να βιώνουν απόλυτα τον παλµό. Να ξυπνάνε το πρωί, να έρχονται να δουν µια press conference, µετά µια ταινία στις 11.00, να πηγαίνουν σ’ ένα master-class το απόγευµα, να βλέπουν δύο ταινίες το βράδυ και στη συνέχεια, να έρχονται σ’ ένα πάρτι. Να ζούνε, έστω ένα long weekend, κάτι που δεν είναι καθόλου παράξενο και συµβαίνει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ.

Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι µπορεί να γίνει το Φεστιβάλ πιο προσιτό στο ελληνικό κοινό, χωρίς να τροµάζει η ταµπέλα του ελιτίστικου; Με τις εκδηλώσεις που θα γίνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Με τις ταινίες και τ’ αφιερώµατα που στήνουµε στο Ολύµπιον, στο Ζάννα και στις δύο αίθουσες του Λιµανιού, µε τον τρόπο που θέλουµε να είµαστε παρόντες και να κυκλοφορούµε στην πόλη, δείχνοντας στους κατοίκους και στους φιλότεχνους πως το Φεστιβάλ δεν είναι µονάχα µια εκδήλωση που πραγµατοποιείται σε µια προνοµιούχα καλλιτεχνική γειτονιά, αλλά αφορά σε όλους. Υπάρχουν ταινίες που, αφού παιχτούν στο Φεστιβάλ, θα παιχτούν στο Ολύµπιον και στο Ζάννα, είναι συναρπαστικές και µερικές  µπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή.

Θεωρείτε ότι µπορεί να γίνει ανταγωνιστικό στην Ευρώπη; Είναι ανταγωνιστικό σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, όχι, βέβαια, σε σύγκριση µε φεστιβάλ, όπως των Καννών ή του Βερολίνου. Στο επίπεδο των υπόλοιπων ευρωπαϊκών φεστιβάλ είµαστε ανταγωνιστικοί, µας υπολογίζουν, πολλοί  µας φοβούνται και συγκριτικά µε πολλούς από αυτούς, είµαστε πολύ καλύτεροι. Τόσο στην ποιότητα του προγράµµατος και τις υπηρεσίες όσο και στο επίπεδο της αγοράς. Ταυτόχρονα, είµαστε τυχεροί διότι έχουµε αυτήν την καταπληκτική προκυµαία που συνθέτει ένα εξαιρετικό περιβάλλον και µια υπέροχη πόλη.

Τι άποψη έχετε για τις ελληνικές προσπάθειες; Ξεχωρίζετε κάποιες; Φέτος, το Φεστιβάλ φιλοξενεί έναν αριθµό-ρεκόρ ελληνικών ταινιών. Σιγά σιγά ξανακερδίζουµε την εµπιστοσύνη του ελληνικού κινηµατογραφικού κόσµου και  θέλουµε να ξανακάνουµε τη Θεσσαλονίκη τον φυσικό χώρο έκθεσης της ελληνικής ταινίας. Αυτήν τη στιγµή, ο ελληνικός κινηµατογράφος πάει πολύ καλά µε µεγάλες επιτυχίες στα διεθνή φεστιβάλ. Φτιάχνει, επίσης, κι εµπορικές ταινίες -η ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη έφτασε τα 700.000 εισιτήρια. Τα τελευταία χρόνια, οι εµπορικές ταινίες αρχίζουν να γίνονται πιο καλλιτεχνικές, για παράδειγµα, ο «Νοτιάς» ή η ταινία του Παπακαλιάτη, και αντίστοιχα, οι καλλιτεχνικές ταινίες κοιτούν το κοινό.

Ο κινηµατογράφος είναι… µια συνεχής πρόκληση.

«Το ελληνικό σινεµά ανθίζει…»

Ο κινηµατογράφος είναι η τέχνη που εδώ και 20 χρόνια υπηρετεί και συνδιαλέγεται µε ποικίλους τρόπους. Η Ελίζ Ζαλαντό, ερχόµενη στην Ελλάδα, πριν από πέντε  χρόνια, εργάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας ως ακόλουθος της Γαλλικής Πρεσβείας, µε ειδίκευση στα οπτικοακουστικά µέσα, καθώς και στο Ελληνικό Κέντρο Κινηµατογράφου, ενώ σήµερα συντονίζει και διευθύνει αυτόν τον θεσµό, που στο παρελθόν έχει φιλοξενήσει ταινίες της! Κάπως έτσι προέκυψε η σύνδεσή της µε την Ελλάδα και την εγχώρια κινηµατογραφική βιοµηχανία. Έχοντας υπάρξει για χρόνια παραγωγός και γνωρίζοντας πώς λειτουργεί η διεθνής βιοµηχανία, ξεκίνησε µια προσπάθεια δικτύωσης του ελληνικού σινεµά. «Όλες αυτές οι εµπειρίες, µου απέδειξαν πως µπορείς όχι απλά να ζεις σ’ αυτήν τη χώρα, που για χρόνια άκουγα πόσο φιλόξενη είναι, αλλά και να σου προσφέρονται απλόχερα ισάξιες επαγγελµατικές ευκαιρίες κι ενδιαφέρουσες προκλήσεις, χωρίς να είσαι Ελληνίδα. Κάτι που δε νοµίζω πως είναι εξίσου εύκολο σε άλλες χώρες του εξωτερικού».

Τι σας µάγεψε εξαρχής στον κινηµατογράφο και αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε επαγγελµατικά; Γεννήθηκα µέσα στο σινεµά. Ήταν µέρος της καθηµερινής ζωής, καθώς προέρχοµαι από οικογένεια που ασχολούταν πάντοτε µε αυτόν. Όπως αναπνέουµε, τρώµε, κινούµαστε, ζούµε, έτσι κι εγώ βίωσα το σινεµά. Από παιδί µεγάλωσα µέσα σ’ αυτό και εργάστηκα γι’ αυτό. Όλο αυτό προέκυψε «αυτόµατα» ή ενδεχοµένως πιο εύκολα σε σχέση µε άλλα παιδιά και πιο συνειδητά. Στην πορεία, χτίζοντας τη σχέση µου µε την τέχνη αυτή, ζυµώθηκα κι επηρεάστηκα από το ιντελεκτουέλ σινεµά, που τη δεκαετία του ‘70 άνθιζε στην Ευρώπη.

Υπάρχει ταινία που θεωρείτε πως «µίλησε» µέσα σας µε τρόπο καθοριστικό; Ναι, σαφώς! Το “Deer Hunter” του Michael Cimino, το “Apocalypse Now” του Francis Coppola ή το “Hands Over the City” του Francesco Rossi. Όλες τους ανήκουν στο είδος της ταινίας που µπορείς να δεις τρεις και τέσσερις φορές και παρά το νεαρό της ηλικίας µου, επέδρασαν µέσα µου µε διάφορους τρόπους.

Σας επέλεξαν για τη θέση σας στο Φεστιβάλ λόγω του ολοκληρωµένου οράµατός σας γι’ αυτό. Μπορείτε να µας το περιγράψετε; Τόσο το Φεστιβάλ όσο και το όραµα των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τον θεσµό προϋπήρχαν ως µια ολότητα, πριν να γίνω κι εγώ κοµµάτι του. Πρόκειται για έναν ζωτικό οργανισµό, υπό τη σκέπη του οποίου λειτουργεί το Φεστιβάλ Ντοκιµαντέρ, οι κινηµατογραφικές αίθουσες Ολύµπιον και Ζάννας, το Μουσείο Κινηµατογράφου µε την Ταινιοθήκη και τη Βιβλιοθήκη, καθώς και µια σειρά από πλούσιες δράσεις εκπαιδευτικού χαρακτήρα, που δεν περιορίζονται στις 10 µέρες του Νοεµβρίου, αλλά εκτυλίσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Συνεπώς, το όραµά µου δεν περιστρέφεται στο να επενδύσω στην ένταξη επιπρόσθετων λειτουργιών. Αυτό που οραµατίζοµαι είναι να καταφέρω να κάνω αυτόν τον Οργανισµό να λειτουργεί άρτια και συντονισµένα στο σύνολό του, σ’ επίπεδο εξωστρέφειας, εσωτερικής δικτύωσης, οικονοµικής βιωσιµότητας και να συµβάλω στο να επαναπροσδιοριστεί η διεθνής ταυτότητά του και να προβληθεί η αξιόλογη παρουσία που έχει όλο τον χρόνο, και όχι µόνο τις 10 µέρες.

Πώς θα µπορούσατε να φέρετε το Φεστιβάλ πιο κοντά στον κόσµο, χωρίς τον αποτρεπτικό χαρακτηρισµό του  «ποιοτικού»; Πιστεύω θερµά ότι µπορούµε να υπάρξουµε ποιοτικοί και ταυτόχρονα «δηµοφιλείς» για το ευρύ κοινό, γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά σηµαντικό να διατηρήσουµε τις ισορροπίες και να µη θυσιάσουµε το επίπεδο της ποιότητας των ταινιών ή ν’ αλλοιώσουµε τον τεράστιο εκπαιδευτικό χαρακτήρα του θεσµού. ∆ουλεύουµε σκληρά και συνεργαζόµαστε µε φορείς πολιτισµού, όπως το Μέγαρο Μουσικής, αλλά και µε φορείς άλλων πόλεων, ώστε να δηµιουργήσουµε ένα προσιτό Φεστιβάλ, που ταξιδεύει στην Ελλάδα όλο τον χρόνο και δεν περιορίζεται στο να προβάλλει ταινίες, αλλά σταδιακά µετατρέπεται σε καλλιτεχνική φιέστα και  δηµιουργική διαφυγή, την οποία θέλουµε όλοι να βιώνουν µε τον ίδιο ενθουσιασµό.

Με ποιους τρόπους θα µπορούσε να χτιστεί ο διεθνής χαρακτήρας του; Είναι θέµα εξωστρέφειας, ισχυροποίησης και σωστής δικτύωσης της εγχώριας βιοµηχανίας, µε την οποία συνεργαζόµαστε. Στην ουσία, δεν είναι µονάχα θέµα χρηµάτων, αλλά γενικότερης φιλοσοφίας και αντίληψης. Πρέπει να δούµε έξω από τους εαυτούς µας, να συνεργαστούµε µε τα υπόλοιπα φεστιβάλ, όπως για παράδειγµα του Λοκάρνο, µε το οποίο συνεργαζόµαστε φέτος, και κυρίως να ενισχύσουµε την εγχώρια βιοµηχανία και αγορά, ώστε να είναι σε θέση να στηρίζει ελληνικό σινεµά και να το καταστήσει βιώσιµο και ανταγωνιστικό.

Παρακολουθώντας τις ελληνικές παραγωγές τα τελευταία χρόνια, πώς εξελίσσεται ο ελληνικός κινηµατογράφος, κατά την άποψή σας; Το ελληνικό σινεµά ανθίζει και µέσα από αυτό γεννιούνται ιδιαίτερα αξιόλογοι σκηνοθέτες, όπως ο Γιώργος Λάνθιµος. Σκηνοθέτες, που στο φετινό Φεστιβάλ τιµούµε µέσα από µια ξεχωριστή ενότητα, αφιερωµένη στις ταινίες τους. Αγαπάµε το ελληνικό σινεµά και στόχος µας είναι να προωθήσουµε και να υποστηρίξουµε τους νεότερους και τους πιο αναγνωρισµένους έλληνες σκηνοθέτες στο δύσκολο έργο της «επιβίωσης» στο καλλιτεχνικό στερέωµα.

Ο κινηµατογράφος είναι… όνειρα, κίνηση, φως, ζωή!

Info Το 57ο Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Θεσσαλονίκης θα φιλοξενηθεί 3-13/11 στο Ολύµπιον, Παύλος Ζάννας και στις αίθουσες του Λιµανιού.

- Το πρόγραµµα περιλαµβάνει, µεταξύ άλλων, τις ενότητες Επίσηµο Πρόγραµµα, Ελληνικό  Τµήµα, Ανοιχτοί Ορίζοντες, Ματιές στα Βαλκάνια και Αφιερώµατα

- Ο Jim Jarmusch υπογράφει την ταινία έναρξης, Paterson, αλλά και το Gimme Danger, ένα  από τα πιο αναµενόµενα µουσικά ντοκιµαντέρ της σεζόν -θα φιλοξενηθεί σε ειδική  προβολή στο Φ.Κ.Θ.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΟΝΙΑ ΤΑΛΑΝΤΙΝΟΥ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΤΣΑΓΓΟΠΟΥΛΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΗΣ ΡΑΜΜΟΣ

adv

GLOW LOVES

SKG Stories: Λιάνα Γούτα
SKG STORIES

SKG Stories: Λιάνα Γούτα