fbpixel

Search icon
Search
The Story of Her Life: Άννα Κανδαράκη
COVER STORY

The Story of Her Life: Άννα Κανδαράκη

Μια φωνή οικεία, σχεδόν παρηγορητική, και μια παρουσία που δεν διεκδικεί χώρο αλλά τον γεμίζει. Η ψυχολόγος δεν μιλά μονάχα για την ψυχή. Τη διαβάζει, τη σέβεται και τη φωτίζει.


Μια γνώριμη προσωπικότητα που δεν ξεχνάς. Μια φιγούρα που κινείται με αέρα στον χώρο. Μα πάνω από όλα, μια ευγενική φυσιογνωμία, μια γυναίκα που έχει πάθος για τη ζωή και ό,τι τη συνοδεύει. Την Άννα Κανδαράκη την παρακολουθώ χρόνια, τόσο μέσα από τις εμφανίσεις της σε τηλεοπτικές εκπομπές όσο και μέσω των social media, όπου καταπιάνεται μοναδικά με κάθε ψυχολογική μας αναζήτηση. Όταν, λοιπόν, έφτασε η ώρα να συναντηθούμε, ανυπομονούσα να μάθω τα πάντα για εκείνη που έχει κατακτήσει τις απαιτητικές ψυχές των Ελλήνων.

Ξεκινήσαμε μέρα και σχεδόν βράδιασε στο τέλος της κουβέντας μας. Η Άννα είχε πολλά να μοιραστεί. Στην πορεία της τίποτα δεν ήταν ευθύγραμμο και ίσως γι’ αυτό όλα μοιάζουν σήμερα απολύτως συνεπή.

Πριν στραφεί στην ψυχολογία, η Άννα αναζήτησε τον άνθρωπο μέσα από άλλες διαδρομές: την Αρχαιολογία και την Ιστορία της Τέχνης. Στις ανασκαφές της αρχαίας Μεσσήνης, ανάμεσα σε τάφους και κτερίσματα, δεν την απασχολούσε τόσο το εύρημα όσο το ίχνος της απώλειας: ποιος πόνεσε, ποιος αγάπησε, ποιος έμεινε πίσω.

Αργότερα, στο Παρίσι και στο École du Louvre, μπροστά σε έργα Τέχνης και μεγάλους δημιουργούς, το ερώτημα επανερχόταν με άλλη μορφή: τι συνέβαινε πίσω από το ταλέντο, τη μοναξιά, τη σιωπή; Ήταν τότε που έγινε σαφές πως το ζητούμενο δεν ήταν το παρελθόν, αλλά ο ζωντανός άνθρωπος.

Η μετάβαση στη Σορβόννη και στις σπουδές της Ψυχολογίας δεν αποτέλεσε ρήξη, αλλά επιστροφή - μια κίνηση προς την προσωπική της αλήθεια. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στην Κλινική Ψυχολογία και διδακτορική διατριβή στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, με αντικείμενο τη σχέση ψυχοπαθολογίας και δημιουργικότητας, συνδέοντας όσα την απασχολούσαν από την αρχή: τον πόνο, τη φαντασία, την επιθυμία, τη δυνατότητα του ανθρώπου να αντέχει και να μετασχηματίζεται.

dsc-7800.jpg

Μεγαλωμένη σε ένα σπίτι γιατρών, εξοικειωμένη από νωρίς με τον ανθρώπινο πόνο αλλά και με την αξία της φροντίδας, έμαθε ότι το να απαλύνεις το βάρος του άλλου είναι πράξη βαθιάς ευθύνης. Σήμερα, μέσα από τη θεραπευτική σχέση, τον δημόσιο λόγο και τη γραφή της, μιλά για την ανάγκη σύνδεσης, για το θάρρος του «ξεβολέματος», για την ψυχική ανθεκτικότητα — όχι ως ηρωισμό, αλλά ως ικανότητα να λυγίζεις χωρίς να σπας.

Και κάπως έτσι, η συζήτησή μας κατέληξε σε μια βαθιά ανθρώπινη κατάδυση στην επιθυμία, την ενοχή, τις σχέσεις και την ανάγκη να ζούμε λιγότερο στο «πρέπει» και περισσότερο στο «αληθινό».

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ: ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ

«Πώς προέκυψε η μετάβασή σας από τον κόσμο της Τέχνης στον χώρο της Ψυχολογίας;» ξεκινώ τη συζήτησή μας.

«Να σου πω μια αλήθεια; Στα 16-17 δεν ήξερα τι μου γινόταν. Ήμουν εντελώς χαμένη, έψαχνα να βρω τι μου αρέσει, δηλαδή να καταλάβω ποια είμαι. Γιατί τελικά αυτό ορίζει και το ποιοι είμαστε: οι επιθυμίες μας.

Ξεκίνησα με το πρώτο πτυχίο μου, στην Αρχαιολογία, που μου άρεσε γιατί είχε και ένα πρακτικό κομμάτι μέσα και όχι μόνο θεωρία. Τα καλοκαίρια συμμετείχα στις ανασκαφές της αρχαίας Μεσσήνης με τον μεγάλο δάσκαλο, τον Πέτρο Θέμελη. Εκεί, ψάχνοντας να δω τι με ενδιαφέρει, έβλεπα να με τραβούν οι τάφοι — όχι ως επιστημονικά ευρήματα, αλλά ως ίχνη αγάπης και απώλειας.

Με ενδιέφερε η απουσία. Το ποιος πόνεσε για εκείνον που έφυγε. Κατάλαβα ότι εμένα με ενδιέφερε ο άνθρωπος. Ήθελα κάτι ζωντανό. Ψάχνοντας προς αυτήν την κατεύθυνση, πήγα στο Παρίσι, στο École du Louvre, και εστίασα στην Ιστορία της Τέχνης. Πάλι, όμως, τα ίδια… Εκεί μου μιλούσαν για τεχνοτροπίες και εποχές, και εγώ αναρωτιόμουν: «Γιατί ο Juan Miró να υποφέρει από χρόνια κατάθλιψη; Τι συνέβαινε πίσω από την απόκοσμη μορφή του Γιαννούλη Χαλεπά;».

Με συγκινούσαν οι καλλιτέχνες που, παρά το ταλέντο τους, πέθαναν μόνοι. Έψαχνα να βρω ποια ήταν η σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα τους. Τους στήριζαν στην επιλογή τους ή ήθελαν, όπως και στην Ελλάδα, να γίνουν γιατροί και δικηγόροι; Αναρωτιόμουν: γιατί τόση μοναξιά; Γιατί τόση σιωπή γύρω από τόσο ταλέντο; Τι δεν χώρεσε;» μου απαντά και συνεχίζει:

«Κατάλαβα, λοιπόν, ότι έπρεπε να το πάρω όλο από την αρχή. Πήγα στη Σορβόννη και σπούδασα Ψυχολογία, έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Κλινική Ψυχολογία και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, με θέμα διατριβής “Ψυχοπαθολογία και δημιουργικότητα”. Συνδυάζοντας και τα δύο.

dsc-7728.jpg

Και τα λέω όλα αυτά για τους νέους γονείς που φοβούνται ότι οι Πανελλήνιες είναι μονόδρομος και ότι, αν αλλάξει κατεύθυνση ο γιος ή η κόρη τους, χάνει χρόνο. Το ακριβώς αντίθετο. Η γνώση κερδίζεται μέσα από την αναζήτηση. Από τα μονοπάτια που θα ανοίξεις όταν χάσεις τον δρόμο. Και έτσι, βέβαια, χτίζεται και η ταυτότητα. Όταν το αναλογίζομαι σήμερα, δεν νιώθω ότι άλλαξα πορεία. Νιώθω ότι πλησίασα περισσότερο την αλήθεια μου. Η ψυχολογία δεν ήταν ρήξη. Ήταν επιστροφή», λέει.

«Θα λέγατε ότι γεννηθήκατε ψυχολόγος;» τη ρωτώ. «Δεν νομίζω ότι γεννιόμαστε κάτι συγκεκριμένο και απόλυτο. Ένας σπόρος είμαστε, με όλες τις προοπτικές μπροστά μας. Η αλήθεια είναι ότι μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου ήμασταν και είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με τον ανθρώπινο πόνο. Οι γονείς μου είναι γιατροί και το τηλέφωνο του σπιτιού που μεγάλωσα χτυπούσε πάντα: είτε για να πει “πονάω”, είτε “βοήθεια”, είτε για να πει “ευχαριστώ”. Η σκέψη, η αίσθηση ότι μπορείς να κάνεις κάτι για τον πόνο του άλλου, να τον μαλακώσεις, να τον απαλύνεις, με συγκινούσε και με συγκλονίζει πάντα. Όλα τα άλλα έρχονταν, έρχονται και θα έρχονται, για μένα, πάντα μετά», επισημαίνει.

ΣΤΗΝ ΚΑΡΕΚΛΑ ΤΟΥ ΨΥΧΟΛΟΓΟΥ

«Με τον ψυχικό πόνο τι γίνεται; Γιατί η ψυχοθεραπεία εξακολουθεί να φοβίζει, παρότι όλο και περισσότερο μιλάμε για ψυχική ευεξία;» ρωτώ αυθόρμητα. «Γιατί άλλο είναι να μιλάμε για την ψυχική υγεία και άλλο να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να τη ζήσει», μου εξηγεί, υπογραμμίζοντας: «Το στίγμα δεν είναι μόνο κοινωνικό· είναι και εσωτερικευμένο, ριζωμένο σαν παλιά εντολή. Μεγαλώσαμε με το “μην το κάνεις θέμα”, “μην είσαι αδύναμος”, “μην τα σκαλίζεις”.

dsc-5656.jpg

Και ξαφνικά, ζητάμε από τον εαυτό μας να μπει σε έναν χώρο όπου θα μιλήσει για φόβους, για ντροπές, για πληγές, για επιθυμίες. Αυτό θέλει γενναιότητα. Η ψυχοθεραπεία ζητά να κάνεις το αδιανόητο: να σταματήσεις. Να ακούσεις. Να νιώσεις. Υπάρχει ακόμα η πεποίθηση ότι ο ψυχολόγος είναι για “τους βαριά”. Ενώ, στην πραγματικότητα, η θεραπεία είναι και για εκείνους που κουράστηκαν να ζουν στον αυτόματο», καταλήγει.

«Οι Έλληνες είναι έτοιμοι να δεχτούν την ψυχοθεραπεία πια;» τη ρωτώ. «Αυτό που αισθάνομαι είναι μια μετακίνηση. Ένας διστακτικός, αλλά υπαρκτός βηματισμός προς τον εαυτό. Πολλοί άνθρωποι έρχονται ακόμα με ενοχή, σαν να κάνουν κάτι απαγορευμένο. Η ψυχοθεραπεία, βέβαια, δεν είναι απλώς να μιλήσεις. Είναι να ξεβολευτείς. Είναι να πάρεις την ευθύνη. Και το ξεβόλεμα, όπως γράφει ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, “είναι το μόνο μέρος όπου μπορεί να γεννηθεί κάτι καινούριο”», σημειώνει.

Μπροστά σε μια μάεστρο του είδους, δεν μπορώ να μη ρωτήσω κάτι που απασχολεί πολλούς από εμάς σήμερα: «Ζούμε σε μια εποχή συνεχούς υπερδιέγερσης. Επηρεαζόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνουμε;»«Μα ναι», αποκρίνεται. «Ο νους μας δεν ξεκουράζεται πια. Απλώς αλλάζει ερεθίσματα και εικόνες. Και αυτό μοιάζει με ζωή, αλλά δεν είναι. Το άγχος σήμερα δεν είναι πάντα φόβος. Είναι υπερφόρτωση. Και χωρίς παύση, δεν υπάρχει σκέψη — μόνο αντίδραση. Ο εγκέφαλος, αντί να οργανώνει, σκορπίζει. Χωρίς παύση, δεν υπάρχει επεξεργασία. Υπάρχει επιβίωση».

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΟΥΝ

Τα όρια στις ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα ζήτημα που αγγίζει σχεδόν όλους μας. «Αλήθεια, γιατί δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να βάζουμε όρια, ακόμα και όταν ξέρουμε ότι μας κάνουν καλό;» θέτω την ερώτηση με την ίδια να μου απαντά: «Γιατί πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει ότι για να αγαπηθούν πρέπει να είναι “καλοί”. Διαθέσιμοι. Χωρίς απαιτήσεις. Χωρίς “όχι”. Τα όρια ξυπνούν μέσα μας έναν παλιό φόβο: “Αν πω όχι, θα με απορρίψουν”. Και έτσι προτιμάμε να προδώσουμε τον εαυτό μας, για να μη χάσουμε τον άλλον. Μόνο που αυτό έχει κόστος. Γιατί τα όρια δεν είναι απόσταση. Είναι καθαρότητα. Είναι ο τρόπος να μείνουμε μέσα σε μια σχέση χωρίς να εξαφανιστούμε».

«Προσπαθώ συχνά να επιστρέφω στο “να μην κάνω”. Να επιτρέπω στον εαυτό μου να μην είναι παραγωγικός, να μην είναι πάντα χρήσιμος, να μην αποδεικνύει. Η ισορροπία δεν είναι να είμαστε πάντα “καλά”»

«Τι ρόλο παίζουν οι ανθρώπινες σχέσεις μας σε αυτό;» ρωτώ. «Είναι η ψυχική μας υγεία», μου αποκρίνεται, «στις οικογενειακές σχέσεις γράφεται το πρώτο “λεξιλόγιο”: τι σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει ασφάλεια, τι σημαίνει εγγύτητα, τι σημαίνει απόρριψη. Στις μετέπειτα συντροφικές και επαγγελματικές σχέσεις συχνά παίζουμε ξανά το ίδιο έργο - μέχρι να το καταλάβουμε. Μια σχέση μπορεί να είναι τόπος ίασης. Αλλά μπορεί και να γίνει τόπος εξάντλησης. Επίσης, μεγάλο ρόλο κατέχει και η ενοχή. Αν υπήρχε εθνικό συναίσθημα, θα ήταν αυτό της “ενοχής”. Η ενοχή είναι ένας σιωπηλός μηχανισμός ελέγχου. Σε κρατά μικρό. Σου ψιθυρίζει ότι δεν δικαιούσαι ‒ και προσέξτε, δεν χρησιμοποιώ τυχαία το ρήμα “ψιθυρίζω”.

dsc-7953.jpg

Η ενοχή δεν ουρλιάζει, δεν εμφανίζεται σαν κάτι δραματικό ή κραυγαλέο, έρχεται χαμηλόφωνα, σχεδόν ευγενικά, με έναν ψίθυρο “μήπως είσαι υπερβολικός;”, “μήπως ζητάς πολλά;”. Ένας εσωτερικός συνομιλητής που μας κρατά “τακτοποιημένους”, να μη διαταράσσουμε ισορροπίες, να μη δυσαρεστούμε και τελικά να μην ξεβολευόμαστε. Πολλοί άνθρωποι ζουν μια ζωή “σωστή”, αλλά όχι αληθινή. Και αυτό έχει βαρύ ψυχικό τίμημα», καταλήγει.

Η ΖΩΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Όταν ανοίγουμε τη συζήτηση για τα social media, η Άννα ξεκινάει αμέσως με μια παρατήρηση που
πολλοί θα αναγνωρίσουν: «Τα social media δεν δημιούργησαν την ανασφάλεια, απλώς της έδωσαν
σκηνή. Και όχι μια οποιαδήποτε σκηνή - της έδωσαν προβολείς, κοινό, χειροκρότημα, αποδοκιμασία,
αριθμούς». «Πλέον δεν συγκρινόμαστε σποραδικά, όπως παλιά, αλλά συνεχώς. Και όχι με ανθρώπους στην πραγματική ζωή, αλλά με εικόνες επιλεγμένες, φιλτραρισμένες, αποσπασματικές.

Με μια βιτρίνα που δείχνει μόνο αυτό που επιλέγει ο άλλος να φανεί», εξηγεί. «Η αυτοεικόνα σταδιακά χτίζεται όχι μέσα από τη σχέση με τον εαυτό, αλλά μέσα από το βλέμμα του άλλου. Όταν η αξία σου περνάει από την αποδοχή, γίνεται εύθραυστη, σαν ποτήρι που ραγίζει εύκολα», επισημαίνει, προσθέτοντας πως το πρόβλημα δεν είναι η εικόνα καθαυτή, αλλά η εγκατάλειψη του βιώματος για να κυνηγήσουμε αυτήν την ψεύτικη εικόνα. Μάλιστα, αναφέρεται στον Donald Winnicott και τον “false self”, τον ψεύτικο εαυτό που φτιάχνουμε για να επιβιώσουμε μέσα στις προσδοκίες των άλλων: «Αν μια ζωή χτίζεται μόνο για να αρέσει, κάποια στιγμή κουράζει. Και μαζί της κουράζεσαι κι εσύ», σημειώνει, ενώ κλείνει με μια παρατήρηση που μοιάζει σαν προσωπική συμβουλή: «Αντί να ρωτάς “τι θέλω;”, ρωτάς “πώς φαίνομαι;” Και αυτό, ξέρετε, είναι μια μικρή προδοσία της επιθυμίας, γιατί η επιθυμία θέλει αλήθεια, ενώ η εικόνα θέλει έγκριση». Όσο για το πώς μπορούμε να προστατεύσουμε την ψυχική μας υγεία μέσα στον ψηφιακό κόσμο, η Άννα μιλάει για όρια. «Τα όρια δεν είναι απαγόρευση», εξηγεί. «Είναι φροντίδα. Το να βάλεις όριο δεν σημαίνει “δαιμονοποιώ” το μέσο. Σημαίνει ότι αποφασίζεις να μη σε ορίζει. Ότι εσύ κρατάς το τιμόνι, όχι η ροή. Δεν χρειάζεται να απομακρυνθούμε από τον ψηφιακό κόσμο, αλλά να σταματήσουμε να μετράμε τη ζωή μας μέσα από αυτόν. Η οθόνη δεν είναι καθρέφτης. Δεν μας δείχνει ποιοι είμαστε. Μας δείχνει τι επιλέγει ο άλλος να φανεί», σημειώνει.

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Όταν τη ρωτάω ποια είναι η βασικότερη συμβουλή ψυχικής υγείας για όλους μας, η Άννα δεν διστάζει: «Να μην προδίδεις την επιθυμία σου», λέει με σταθερή φωνή. «Γιατί η επιθυμία δεν είναι πολυτέλεια. 

Είναι ένδειξη ζωής. Όταν την αγνοούμε, δεν εξαφανίζεται. Επιστρέφει. Και συνήθως δεν επιστρέφει
σαν όμορφη φωνή. Επιστρέφει σαν σύμπτωμα: άγχος, σφίξιμο, αϋπνία, κρίση πανικού, κατάθλιψη,
θυμός που ξεχειλίζει εκεί που δεν πρέπει». Μου εξηγεί ότι η γενναιότητα δεν είναι να αντέχεις τα πάντα, αλλά να ζεις πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είσαι. Και όταν η κουβέντα πάει στην προσωπική της καθημερινότητα, στο πώς φροντίζει η ίδια τη δική της ψυχική ισορροπία, μου λέει: «Προσπαθώ να επιστρέφω στο σώμα μου. Στους ανθρώπους μου. Στη χαλαρότητα, στο γέλιο, στο “μη απαραίτητο”, στη σιωπή. Επιστρέφω στο “να μην κάνω”. Να επιτρέπω στον εαυτό μου να μην είναι παραγωγικός, να μην είναι πάντα χρήσιμος, να μην αποδεικνύει. Η ισορροπία», όπως επισημαίνει, «δεν είναι να είμαστε πάντα “καλά”. Είναι να αντέχουμε κάποιες φορές και να μην είμαστε, να πέφτουμε, να σηκωνόμαστε, να αφηνόμαστε». Και καταλήγει, με τη σοφία που μοιάζει να έχει κερδίσει μέσα από χρόνια παρατήρησης και πράξης: «Η ελευθερία είναι να μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας μέσα στο σπίτι, με τους δικούς μας ανθρώπους, χωρίς να νιώθουμε ότι πρέπει να αποδείξουμε τίποτα. Οι άνθρωποί μου, οι σχέσεις μου, είναι το καταφύγιο, η ξεκούραση, η φόρτιση και η αποφόρτισή μου».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΡΑΣΑΓΑΚΗ

MAKE UP & HAIR ΑΘΗΝΑ ΣΚΟΥΒΑΚΗ ( D-TALES)

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ MONA ATHENS ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗΣ