fbpixel
Search
SKG Stories: Η Νοεμή Βασιλειάδου σκηνοθετεί μια παράσταση που μας κάνει να αναρωτηθούμε για τα όρια της συνύπαρξης
SKG STORIES

SKG Stories: Η Νοεμή Βασιλειάδου σκηνοθετεί μια παράσταση που μας κάνει να αναρωτηθούμε για τα όρια της συνύπαρξης

Το έργο «Τα Σπίτια Αλλάζουν Θέση τη Νύχτα», η πολυδιάστατη διαδρομή της στην Τέχνη και η δική της Θεσσαλονίκη


Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, η Νοεμή Βασιλειάδου ανήκει σε μια νέα γενιά δημιουργών που κινούνται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά πεδία, συνθέτοντας μια πολυδιάστατη καλλιτεχνική ταυτότητα. Με αφορμή τη νέα παράσταση που σκηνοθετεί, «Τα Σπίτια Αλλάζουν Θέση τη Νύχτα» από τις 25 Απριλίου στο Θέατρο Αμαλία, μιλά για τη διαδρομή της στην Τέχνη, τις επιρροές που τη διαμόρφωσαν, αλλά και για τη σημασία της συνεργασίας σε μια εποχή που δοκιμάζει τα όρια της συλλογικής συνύπαρξης.

Ας τη γνωρίσουμε καλύτερα...

Έχεις ένα πολύπλευρο ακαδημαϊκό υπόβαθρο (Νομική, κινηματογραφικές σπουδές, θέατρο, κιθάρα). Πώς συνδέονται όλα αυτά μέσα στη σκηνοθετική και υποκριτική σου ματιά;

Θεωρώ πως όσα περισσότερα πράγματα συναντήσει κανείς στη ζωή του, τόσο περισσότερο ανοίγει τα όρια της σκέψης του. Μακάρι να είχα διαβάσει περισσότερο. Και να είχα κάνει περισσότερα ταξίδια.

Αλήθεια, πώς προέκυψε η αγάπη σου για την Τέχνη και ποιο ήταν το καθοριστικό σημείο που σε οδήγησε στο να ακολουθήσεις το όνειρό σου;

Αυτό που μου συμβαίνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, είναι να εμπνέομαι παράφορα από κάποιον δάσκαλο και μέσα από αυτόν να κάνω ένα άλμα σε ένα νέο σύμπαν. Αυτό. ως προς το θέατρο, συνέβη δύο φορές. Η πρώτη ήταν η ηθοποιός και δασκάλα μου Μαρία Κεχρή, που μαζί της πέρασα δεκάδες Σάββατα της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας στο θεατρικό εργαστήρι του Θεάτρου Σοφούλη στην Καλαμαριά. Χάρη σε αυτήν μπήκα στο θέατρο και έκτοτε έμεινα, χάρη σε εκείνη μπόρεσα να δω έναν δρόμο για τη ζωή μου. Εκείνη ήταν ο λόγος που ψέλλισα μια μέρα «εγώ θα γίνω ηθοποιός». Η δεύτερη φορά που συνέβη ένα άλμα ήταν όταν γνώρισα τον Νικόλα Μαραγκόπουλο, σε Δραματική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Μέσα από αυτήν τη συνάντηση κατάλαβα πως τα όνειρα δεν έχουν μελαγχολία αλλά έχουν δουλειά και εργαλεία για να φτιαχτούν, έχουν εργατοώρες, έχουν κούραση και μερεμέτια και σκόνη και ξενύχτι και σχέδια στο χαρτί και κατασκευαστικές ατέλειωτες σκέψεις. Και κυρίως γίνονται.

Τι έχεις να θυμάσαι από τις δουλειές όπου έχεις συμμετάσχει; Υπάρχει κάποια συνεργασία που σου έχει μείνει για πάντα αξέχαστη;

Είμαι πάρα πολύ τυχερή και έχω βρεθεί σε συνεργασίες που όλες, αλήθεια, έχουν κάτι αξέχαστο. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω, θα έλεγα την πρώτη μου δουλειά μετά τη Δραματική Σχολή, στην παράσταση «Η Χάιντι και τα βουνά» στην παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Ιούς Βουλγαράκη. Είναι η πρώτη και πάντα θα έχει μια ιδιαίτερη θέση. Εκεί κατρακυλούσα από κάτι βουνά, φώναζα δυνατά και γνώρισα ανθρώπους που θα θαυμάζω μια ζωή.

Τι σημαίνει το θέατρο για εσένα;

Εξάσκηση στη φαντασία. Εξάσκηση στην ελεύθερη σκέψη. Απόπειρα να φανταστούμε άλλους τρόπους συνύπαρξης, άλλους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης, νέες δομές, νέα γλώσσα. Ένας χώρος όπου μπορούμε να φτιάξουμε τα πράγματα ανάποδα και ένας τόπος που φέρνει τους ανθρώπους μαζί.

Τα Σπίτια Αλλάζουν Θέση τη Νύχτα
Νοεμή Βασιλειάδου

Από την υποκριτική στη σκηνοθεσία... Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να περάσεις και πίσω από τη σκηνή;

Μου φάνηκε ότι είναι ο πιο ανοιχτός, διευρυμένος και ολιστικός τρόπος να ασχοληθώ με το θέατρο. Μου φαίνεται υπέροχο να μαθαίνεις πως φτιάχνεται κάτι από το μηδέν και πολύ μεγάλη πρόκληση η συνθετική σκέψη, η οργάνωση που απαιτεί και αυτή η περίεργη μείξη τάξης και χάους.

Ποιες θεματικές σε ελκύουν περισσότερο;

Ό,τι μπορεί να αφορά ταυτόχρονα και αδιαχώριστα τόσο εμάς όσο και τον κόσμο.

Πες μας δύο λόγια για την επερχόμενη παράσταση «Τα Σπίτια Αλλάζουν Θέση τη Νύχτα»... Με τι έχει να κάνει η υπόθεση;

Μία ομάδα ανθρώπων καλείται να μιλήσει για το εγχείρημά της, τρία χρόνια μετά τη διάλυσή του. Μέσα από τον τρόπο που οι χαρακτήρες θυμούνται και επανασυνθέτουν την ιστορία, παρακολουθούμε το χρονικό μια ανεξάρτητης ομάδας, από την πρώτη της δράση μέχρι τη διάλυσή της.

Η παράσταση αγγίζει την έννοια της συλλογικότητας και τα όριά της. Πιστεύεις ότι σήμερα είναι πιο δύσκολο να υπάρξουν «ανθεκτικές» ομάδες;

Ναι, πιστεύω ότι ζούμε σε μια εποχή ακραίας εξατομίκευσης, όπου όλα τα προβλήματα αποδίδονται στο «προσωπικό άγχος» και την «ατομική ευθύνη». Το άτομο μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως το ύψιστο «θέμα προς επίλυση» και επιδίδεται σε μια διαρκή βελτίωση του εαυτού. Επίσης, νομίζω πως η γενιά μου δεν έχει χώρο και χρόνο, τρέχει διαρκώς πίσω από τα πράγματα. Οι συλλογικές διαδικασίες απαιτούν χρόνο - απαιτούν πολύ χρόνο. Και δέσμευση. Και επιμονή. Και τη δυνατότητα να ακούς. Την ικανότητα να είσαι παρών σε πραγματικό χρόνο. Και εμείς ζούμε μια ζωή που σχεδιάζεται για να είμαστε από εδώ και από εκεί, και πουθενά πραγματικά - μόνιμα κουρασμένοι, διασπασμένοι και διαλυμένοι.

Παρά τη διάλυση, αναφέρεσαι σε ανθρώπους που συνεχίζουν να ονειρεύονται συλλογικά. Είναι τελικά μια αισιόδοξη ή μια απαισιόδοξη παράσταση;

Για τον κάθε θεατή θα είναι κάτι άλλο, ανάλογα με τα βιώματα που έχει. Για μένα, δεν έχει σημασία αν ο χρόνος διαλύει τις προσπάθειες των ανθρώπων. Σημασία έχει πως υπάρχει ένα παρόν που το δημιούργησαν παρέα και μέσα σε αυτό είχαν τη δυνατότητα να προκαλέσουν μια ρήξη.

Τι έχει η Θεσσαλονίκη που δεν το βρίσκεις σε καμία άλλη πόλη;

Τόσο μικρό μετρό. Και τόσα τραγούδια γραμμένα γι’ αυτήν.

Ροτόντα
Άνω Πόλη

Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;

Ο χρόνος ίσως σταματά κάπου στα παλιατζίδικα στην Τοσίτσα (μεταξύ Ολύμπου και Φιλίππου) ή στο Τσινάρι ή στην Αρχαία Ρωμαϊκή Αγορά. Ίσως και σε ένα γκρεμισμένο σπίτι στον Βαρδάρη. Ίσως στις γειτονιές που μεγαλώσαμε. Εκεί που βγάζουμε τα κλειδιά και περπατάμε για να ανοίξουμε το σπίτι των γονιών μας είμαστε ταυτόχρονα 5 και 15 και 25 χρονών.

Ένα spot για φαγητό που μόνο λίγοι έχουν ανακαλύψει;

Όλα αυτά που δε χάνουν την ταυτότητά τους από τη μάστιγα του gentrification. Κρατάνε τη θέση τους και μας θυμίζουν ποιοι είμαστε. Ίσως να μην υπάρχουν στους τουριστικούς οδηγούς - και ίσως είναι καλύτερα έτσι.

Πού έχεις ζήσει τα καλύτερα parties;

Στα πανεπιστήμια, αναμφίβολα. Στα υπόγεια της ΣΘΕ, στο Πολυτεχνείο, στο στέκι Νομικής, και ίσως σ' όλα εκείνα τα φοιτητικά σπίτια των 30 τ.μ. που μαζεύαμε τα έπιπλα για να ανοίξει ο χώρος και βάζαμε neon φώτα για ατμόσφαιρα.

Μια προσωπική σου ιστορία στην πόλη που δεν έχεις μοιραστεί ποτέ;

Σε μια πολύ δύσκολη προσωπική στιγμή, είχα πάει στο λιμάνι και, κοιτώντας τη θάλασσα, σκέφτηκα: τώρα, αν πέσω, θα γίνει κάτι; Θα βουλιάξω ή θα επιπλέω; Λες να περπατήσω πάνω στο νερό; Τελικά, στην προσπάθειά μου να μη γίνω δημόσιο θέαμα, αποφάσισα να γυρίσω σπίτι και να κάνω κάτι μικρό - κάτι για το τώρα και όχι για το αύριο, κάτι να με κρατήσει ζωντανή. Έφτιαξα μακαρόνια με πέστο και άνοιξα μια μπύρα!

Το κέντρο από ψηλά
Ρωμαϊκή Αγορά

Ας υποθέσουμε πως η πόλη είναι άδεια... Πού σου αρέσει να περπατάς;

Σε κεντρικούς δρόμους συνήθως, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν πολυσύχναστοι και με κίνηση.

Και ποιον χώρο Τέχνης ξεχωρίζεις εδώ;

Δυστυχώς, τα πράγματα δυσκολεύουν για τους χώρους Τέχνης σε όλη την Ελλάδα, καθώς κλείνουν κατά κόρον για να ανοίξουν στη θέση τους ξενοδοχεία και Airbnb. Βέβαια, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που, ό,τι κι αν γίνεται, βάζουν στην άκρη τον εαυτό τους και τα χρήματα και με αυτοθυσία δημιουργούν χώρους ζωντανούς. 

Πού θα ξεναγούσες οπωσδήποτε έναν γνωστό σου από άλλη πόλη;

Στα Κάστρα, στη Ναυαρίνου, βόλτα στην Παραλία, στο Καπάνι. Μια διαδρομή από την Ολύμπου 1 ως το τέλος της είναι αρκετή για να καταλάβει κάποιος τι συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Στα στενά της Άνω Πόλης λίγο πριν το σούρουπο και μετά στάση στα Κάστρα με παγωμένη μπύρα και ηλιοβασίλεμα.

Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δεν δοκιμάσει...

Μπουγάτσα από κάποιο μαγαζί που έχει επιβιώσει, κάνοντας μόνο μπουγάτσες. 

Άνοιξη στη Θεσσαλονίκη... Τι θεωρείς must;

Πικ-νικ στα γρασίδια έξω απ' το Βασιλικό Θέατρο, πικ-νικ στους κήπους του Πασά, Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, Φεστιβάλ γενικά. Βόλτες στην παραλία και στα Κάστρα μέχρι αργά, συναυλίες και παραστάσεις από νέες ομάδες.

Κι αν αυτή η πόλη ήταν ταινία, θα είχε τίτλο…

Μπορεί να είναι το «Όλα για τη μητέρα μου» του Αλμοδόβαρ. Σίγουρα έχει ένα τέτοιο ταπεραμέντο και ένα δράμα ταυτόχρονα.

Κεντρική φωτογραφία: Μαίρη Λεονάρδου