Έχοντας συνειδητά απομακρυνθεί από τη μουσική βιομηχανία για μερικά χρόνια, η Nayra -κατά κόσμον Πηγή Κωνσταντίνου- επιστρέφει στη σκηνή με το νέο της project “Paradox Sounds”, το Σάββατο 25 Απριλίου, στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Αθήνα. Για πρώτη φορά θα ακουστούν ζωντανά τα νέα της κομμάτια, από το εξομολογητικό “Amusia” μέχρι τα υπαρξιακά “What Keeps the Love Alive” και “Missing Our Chances with Love”, όλα με τον χαρακτηριστικό down-tempo ηλεκτρονικό ήχο της, εμπλουτισμένο με φυσικά όργανα που κάνουν τα συναισθήματα να «αγγίζουν» τον χώρο. Παράλληλα, η Nayra ξαναζωντανεύει τραγούδια-σταθμούς της πρώτης της περιόδου, όπως τα “While the Years Are Passing By”, “Where Are You Now” και “Unspoken Feelings”, ενώ το setlist ολοκληρώνεται με διασκευές που δένουν μαγικά με τον προσωπικό της ήχο.
Λίγες ημέρες πριν από το πολυαναμενόμενο live, συστήνεται στο GLOW.GR.
Μετά από μια συνειδητή αποχή ετών, τι ήταν αυτό που σε οδήγησε στην επιστροφή με το “Paradox Sounds”; Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή ή εσωτερική ανάγκη που λειτούργησε ως αφετηρία;
Μου αρέσει η λέξη «επιστροφή» που χρησιμοποιείς στην ερώτηση. Υποδηλώνει ότι κάποιος γυρίζει εκεί όπου ανήκει, και αυτή είναι μια πολύ όμορφη σκέψη. Η Τέχνη, σε όποια της μορφή, σου δίνει τη δυνατότητα να ξεφύγεις από τα στενά όρια της «κανονικής» πραγματικότητας. Εμφανίζει μπροστά σου μία μικρή πόρτα, την οποία αν έχεις τα κατάλληλα εργαλεία να την ανοίξεις και το θάρρος να τη διασχίσεις μπορεί να σε μεταφέρει πιο μακριά. Στην περίπτωση της μουσικής, μπορεί να σου δώσει τις λέξεις και τους ήχους που θα μπορέσουν να εκφράσουν κάτι που δε θα μπορούσες ποτέ να πεις σε μία συζήτηση ή που, αν το έλεγες, δε θα είχε τη βαρύτητα που θα ήθελες ή δε θα μπορούσε να παραμείνει στο χρόνο, ώστε να μπορείς να το επισκεφθείς ξανά και ξανά μέχρι να το κατανοήσεις ή μέχρι να το «χορτάσεις». Μία τέτοια ανάγκη έκφρασης -και ίσως μικρής διαφυγής από την πραγματικότητα-, με οδήγησε να ανοίξω ξανά αυτή τη μικρή πόρτα και να επικοινωνήσω με αυτόν τον τρόπο κάποια «παράδοξα» -εξού και ο τίτλος της συναυλίας- και έντονα συναισθήματα που βίωσα την τελευταία περίοδο της ζωής μου.

Ο τίτλος “Paradox Sounds” και η φράση “All is true when there’s truth, even paradox sounds” έχουν μια έντονη φιλοσοφική διάσταση… Τι σημαίνει για εσένα αυτό το «παράδοξο» στη μουσική και στη ζωή σου;
Με αυτόν τον στίχο από το τραγούδι “Amusia” ήθελα να εκφράσω την παραδοξότητα που κρύβουμε εκ φύσεως μέσα μας οι άνθρωποι. Εκείνη που εμφανίζεται όταν, μέσα σε ένα πολύ θλιβερό γεγονός, μπορούμε ταυτόχρονα να νιώσουμε μια στιγμιαία ανακούφιση, μπορούμε να γελάσουμε ή και να παρασυρθούμε από τη ροή της καθημερινότητας, ασχολούμενοι με φαινομενικά ασήμαντα πράγματα, και όλα αυτά να αποτελούν μαζί μια ταυτόχρονη αλήθεια, χωρίς καμία από αυτές τις πτυχές να είναι ψεύτικη. Για εμένα αυτή η έντονη συναισθηματική κατάσταση που δημιουργείται από ένα τέτοιο γεγονός, καταγράφεται μέσα μου ως ένας παράδοξος ήχος, ως ένας ήχος που δεν τον είχα ξανακούσει, όμως μπορεί τελικώς να συνυπάρχει μαζί με όλους τους άλλους γνώριμους ήχους της καθημερινότητας. Στη μουσική μου, αν υπάρχει κάποιο παράδοξο, είναι ότι τα τραγούδια μου αλλά και οι στίχοι που έχω δώσει σε τρίτους καλλιτέχνες δεν ανήκουν στο ίδιο είδος. Έχουν γραφθεί με διαφορετικές συνθήκες, από διαφορετικές ανάγκες, σε τελείως διαφορετικά χρονικά σημεία, δεν αποτελούν μία προφανή ενότητα και όμως παραδόξως συνυπάρχουν.
Τα νέα σου κομμάτια, όπως το “Amusia” και το “What Keeps the Love Alive”, φαίνεται να έχουν έναν πιο εξομολογητικό και υπαρξιακό χαρακτήρα. Πόσο προσωπικές είναι αυτές οι ιστορίες;
Το “Amusia” είναι πράγματι ένα νέο κομμάτι, γραμμένο περίπου πριν από έναν χρόνο. Είναι απόλυτα προσωπικό και αποτέλεσε, σε μεγάλο βαθμό, την κινητήρια δύναμη για το live που θα πραγματοποιηθεί στην Αγγλικανική Εκκλησία. Προέκυψε από την ανάγκη να ειπωθεί κάτι πολύ συγκεκριμένο, χωρίς να υπακούει σε μια αυστηρή μουσική δομή. Το “What Keeps the Love Alive” γράφτηκε αρκετά
χρόνια πριν, απλώς δεν είχε βρεθεί μέχρι τώρα η κατάλληλη συγκυρία για να παρουσιαστεί. Δεν είναι προσωπικό με την ίδια έννοια· γεννήθηκε περισσότερο μέσα από την παρατήρηση ανθρώπων γύρω μου, φίλων και γνωστών που βίωναν δυσκολίες στις σχέσεις τους. Επανερχόταν τότε ως φυσική ερώτηση ξανά και ξανά, το αν πρέπει να μένουν μαζί δύο άνθρωποι που αδυνατούν να μοιραστούν κοινά νοήματα, που αισθάνονται μοναξιά μέσα στην ίδια τη σχέση, που κάνουν προσπάθεια για να ανακαλύψουν τα μεταξύ τους συναισθήματα και γενικώς τι είναι αυτό που σε μία τέτοια κατάσταση μπορεί τελικώς να κρατήσει ζωντανή την αγάπη που υπήρξε κάποτε.

Η επιλογή της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγίου Παύλου ως live venue είναι πραγματικά ιδιαίτερη. Πώς επηρεάζει ο συγκεκριμένος χώρος την ερμηνεία σου;
Είναι ένας χώρος στον οποίο πάντα ήθελα να ερμηνεύσω τα τραγούδια μου, χωρίς όμως να έχει προκύψει μέχρι τώρα. Είναι ένας μυσταγωγικός χώρος στον οποίο έρχεται κανείς πραγματικά για να ακούσει, να νιώσει τη μουσική και να την καταλάβει, καθώς δεν υπάρχει κάτι άλλο που να αποσπά την προσοχή. Από την άλλη, απαιτεί και μια διαφορετική προσέγγιση. Θα χρειαστούν ηχητικές προσαρμογές και αλλαγές στην ενορχήστρωση, ώστε τα τραγούδια να μπορέσουν να «σταθούν» και να εναρμονιστούν με τον χώρο, κάτι το οποίο είναι από μόνο του μία πρόκληση.
Έχοντας μια διπλή ταυτότητα -ως δικηγόρος και ως καλλιτέχνιδα- πώς βρίσκεις τις ισορροπίες; Και τελικά, ποια από τις δύο πλευρές σου «μιλά» πιο δυνατά μέσα στο “Paradox Sounds”;
Η ερώτηση αυτή με βασάνιζε για πολλά χρόνια, καθώς επανερχόταν συνεχώς -τόσο από τους γύρω μου αλλά κυρίως από τον ίδιο μου τον εαυτό- ως δίλημμα που απαιτούσε μία επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς δρόμους. Με τον χρόνο, όμως, ήρθε η συμφιλίωση και κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για δίλημμα. Είναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που συνδυάζουν δύο ή και περισσότερες ιδιότητες και αυτό είναι που τους κάνει ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Έτσι και για μένα, οι δύο αυτές πλευρές συνυπάρχουν πλέον αρμονικά, σε διαφορετικά επίπεδα: η δικηγορία ως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον επάγγελμα που τροφοδοτεί το μυαλό και
προσφέρει πρακτική, απτή στήριξη, και η μουσική ως αντίβαρο απελευθέρωσης του μυαλού και ενεργοποίησης των συναισθημάτων. Και έπειτα, ξανά, η δικηγορική πλευρά έρχεται να προσφέρει την απαραίτητη «γείωση». Στοιχεία της κάθε πλευράς, βέβαια, εμφανίζονται αναπόφευκτα σε όλες τις πτυχές της ζωής μου. Στο “Paradox Sounds”, όμως, μιλά αποκλειστικά η καλλιτεχνική φωνή.
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;
Η περιοχή γύρω από την Παύλου Μελά, στο κέντρο. Εκεί, ήταν το πρώτο σπίτι που νοίκιασα μόνη μου, φεύγοντας από το πατρικό μου, και το τελευταίο πριν μετακομίσω στην Αθήνα. Όλα ήταν σε απόσταση αναπνοής και, από την ησυχία του σπιτιού, μέσα σε δευτερόλεπτα μπορούσες να γίνεις ξανά μέρος της πόλης, σε οποιαδήποτε έκφανσή της - από την καλλιτεχνική μέχρι τη νυχτερινή και την κοινωνική της ζωή.
Ένα spot για φαγητό που μόνο λίγοι έχουν ανακαλύψει;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει μέρος που να μην το έχουν ήδη ανακαλύψει οι Θεσσαλονικείς ή όσοι δικαίως επιλέγουν τη Θεσσαλονίκη ως γαστρονομικό προορισμό.
Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Σου δημιουργεί μία αίσθηση πληρότητας, έστω και αν αυτό κάποιες φορές είναι μία απλή «ψευδαίσθηση». Είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να μπορείς διαρκώς να ανακαλύπτεις κάτι έστω ελάχιστα καινούριο ή να βρίσκεις κάτι που σε εκφράζει ή να μπορείς, όταν το έχεις ανάγκη, να χαθείς για λίγο από τους γύρω σου. Αλλά και αρκετά μικρή, ώστε να νιώθεις ότι «ανήκεις».



Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Η αυθόρμητη απάντηση είναι η Άνω Πόλη. Ίσως η μόνη περιοχή που δείχνει να έχει μείνει σχεδόν ανέγγιχτη, σε μια Θεσσαλονίκη που τα τελευταία χρόνια αλλάζει, με ρυθμούς πολύ πιο έντονους απ’ ό,τι μας είχε συνηθίσει. Κάτι που ίσως αντιλαμβάνεται κανείς πιο καθαρά όταν δε βρίσκεται διαρκώς εκεί, αλλά την επισκέπτεται ανά διαστήματα.
Πού έχεις ζήσει τα καλύτερα parties;
Αν και δε θα έλεγε κανείς ότι είμαι ειδική σε αυτό το θέμα, για μένα τα πιο χαρακτηριστικά ήταν τα parties στα φοιτητικά χρόνια -σε όποιο σπίτι, μαγαζί ή χώρο προέκυπτε- και αργότερα, τα parties που γίνονταν (και συνεχίζουν να γίνονται μέχρι και σήμερα) στην Αποθήκη Γ’ και σε διάφορα μικρά bars στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπως στο Residents, το Flipside ή ακόμα και στο De Facto, ιδίως κατά την περίοδο του Φεστιβάλ.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Αν περπατούσα μόνη μου τη νύχτα, θα προτιμούσα να είμαι κάπου με κόσμο και ζωή γύρω μου, ώστε να νιώθω ασφαλής να απομονωθώ με τα ακουστικά μου στη μουσική ή στις σκέψεις μου. Ως συναίσθημα, όμως, θα μου άρεσε να περπατήσω στη μέση ενός άδειου (αλλά ευτυχώς καλά φωτισμένου σε εκείνο το σημείο) δρόμου, από το Βασιλικό Θέατρο προς τη Χ.Α.Ν.Θ., και από εκεί να ανέβω την Εθνικής Αμύνης μέχρι την Εγνατία, περνώντας μπροστά από την Πανεπιστημιούπολη, ώσπου να φτάσω πίσω στο πατρικό μου σπίτι.
Ένας χώρος Τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;
Η αλήθεια είναι ότι έχω χάσει κάπως την επαφή με τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στη Θεσσαλονίκη όσον αφορά στους νέους χώρους Τέχνης, οπότε θα αναφερθώ σε μια πιο σταθερή αξία, στο MOMus, και ιδίως στο Μουσείο Φωτογραφίας.
Πού θα ξεναγούσες οπωσδήποτε έναν γνωστό σου από άλλη πόλη;
Αν ερχόταν για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, θα ξεκινούσα αναμφίβολα από τα πιο ιστορικά και εμβληματικά μέρη της, τη Ροτόντα και την Καμάρα, για να διασχίσουμε στη συνέχεια τη Ναυαρίνου -μια σχετικά μικρή διαδρομή που περνά όμως από διαφορετικές εποχές -ρωμαϊκή και βυζαντινή- και ταυτόχρονα αποτυπώνει ένα από τα πιο ζωντανά, σύγχρονα κομμάτια της πόλης, τη φοιτητική της ζωή. Από εκεί θα συνέχιζα προς τον βυζαντινό ναό της Αγίας Σοφίας που δεσπόζει σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της πόλης, για να καταλήξουμε στην πλατεία Αριστοτέλους που ανοίγεται προς τη θάλασσα.


Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Τη φυσική ροή που κρύβει μια βόλτα που ξεκινά ως πρωινός καφές, συνεχίζεται ως μεσημεριανό φαγητό, που σχεδόν πάντα ολοκληρώνεται με ένα κερασμένο γλυκό ή με μια κλασική γεύση Θεσσαλονίκης - όπως ένα τρίγωνο Πανοράματος. Εξελίσσεται λίγο παραδίπλα σε απογευματινό καφέ, σε ένα «πιο απογευματινό» aperitivo, που ανέμελα δίνει τη θέση του σε ένα βραδινό cocktail. Και όλα αυτά, μέσα στις αμέτρητες επιλογές που προσφέρονται στα λίγα τετραγωνικά του κέντρου, με μόνο οδηγό την ίδια απλή ερώτηση που επιστρέφει φυσικά στην παρέα, μετά από αρκετές ώρες σε κάθε στάση: «τι λέτε να κάνουμε τώρα;».
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν τραγούδι, θα είχε τίτλο...
“Roots”.
Το αγαπημένο σου κτίριο εδώ;
Η Casa Bianca, αλλά και όλα τα υπόλοιπα αρχοντικά που ξεφυτρώνουν διάσπαρτα και σε πλήρη αντίφαση με τη σύγχρονη δόμηση κατά μήκος της Βασιλίσσης Όλγας.
Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει τα δεδομένα στην πόλη;
Στις μέρες μας, ο Γιάννης Μπουτάρης. Αν μη τι άλλο, έκανε την πόλη πιο εξωστρεφή, ανοίγοντας τη συζήτηση γύρω από την ταυτότητά της και επανατοποθετώντας τη στον χάρτη.
Άνοιξη στη Θεσσαλονίκη… Τι θεωρείτε must;
Αναλόγως τη φάσης ζωής στην οποία βρίσκεται κανείς. Νομίζω όμως ότι μια βόλτα με ποδήλατο κατά μήκος της παραλίας, από το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης έως το Λιμάνι, είναι κάτι που ταιριάζει σε όλους και σε όλες τις εποχές. Γίνεται όμως ιδιαίτερα γλυκιά με τον ανοιξιάτικο καιρό.
Η δική σας Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις...
Έμπνευση, καταφύγιο, ανάσα.
Φωτογραφίες Nayra: Κική Παπαδοπούλου | Styling: Πωλίνα Λάμπογλου
