Ο Νίκος Σκούφος, με αφορμή το νέο βιβλίο του «Αναχωρητής», μιλά για τη διαδρομή που τον οδήγησε στη συγγραφή του και για τις ερωτήσεις που βρίσκονται πίσω από αυτό. Από μια συγκεκριμένη κινηματογραφική εμπειρία και την καθημερινή συνήθεια της καταγραφής σκέψεων, γεννήθηκε ένα έργο που περιστρέφεται γύρω από την έννοια της αποχώρησης, ως στάση απέναντι στον εαυτό και τους άλλους. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται την «αναχώρηση», μιλά για τη σχέση του με τη γραφή και την απουσία της ανάγκης για απαντήσεις, ενώ επιστρέφει και σε προσωπικές εικόνες από την παιδική του ηλικία και όσα διαμόρφωσαν τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο σήμερα.
Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε στη συγγραφή του «Αναχωρητή» και ποια ανάγκη ένιωσες ότι ήθελες να εκφράσεις μέσα από αυτό το βιβλίο;
Αγαπάω πολύ τον κινηματογράφο του Αγγελόπουλου. Επίσης, μου αρέσει να σημειώνω καθημερινά σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου, σκέψεις που μπορεί απλά να είναι λέξεις επαναλαμβανόμενες ή ακόμη και απλές ερωτήσεις. Για παράδειγμα ο «Aναχωρητής» γεννήθηκε από την επανάληψη της ερώτησης, «πώς φεύγει - γιατί φεύγει κανείς και για πού;», έπειτα από μία προβολή της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού».
Ο τίτλος παραπέμπει σε απομάκρυνση ή εσωτερική απομόνωση. Τι σημαίνει για σένα προσωπικά η «αναχώρηση»;
Για μένα η αναχώρηση δεν έχει βαλίτσες. Δεν είναι γεωγραφική κατάσταση ούτε χωρική, είναι επιλογή βλέμματος. Αναχωρείς όταν αρνείσαι να δεις τον εαυτό σου μέσα από τα μάτια των άλλων. Όταν αποφασίζεις να σταθείς εκτός της αφήγησης που οι άλλοι έχουν γράψει για σένα. Είναι μια πράξη αντίστασης που μοιάζει με υποχώρηση και αυτό την κάνει ενδιαφέρουσα.
Πόσα αυτοβιογραφικά στοιχεία συναντάμε στο βιβλίο; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή ή εικόνα που αποτέλεσε την αφετηρία;
Το βιβλίο δεν είναι αυτοβιογραφικό με την έννοια της εξομολόγησης αλλά ταυτόχρονα δε θα μπορούσα να το είχα γράψει εάν δε το είχα νιώσει. Η αφετηρία ήταν μια εικόνα που ήρθε μόνη της: ένας άνθρωπος πάνω σε μια αυτοσχέδια σχεδία, στη μέση του πουθενά και ένας άλλος να τον κοιτά χωρίς να ξέρει αν αυτό που βλέπει είναι πραγματικό ή αν ο ίδιος είναι αρκετά πραγματικός για να βλέπει. Η εικόνα δεν εξηγήθηκε. Έγινε ερώτηση. Και οι ερωτήσεις έγιναν βιβλίο.


Τι άλλο μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσής σου;
Δεν πιστεύω στην έμπνευση - από μικρός είχα αυτό το κακό. Οικοδομείς σίγουρα μία προσωπική αισθητική, η οποία κάτι σημαίνει, κάπως σε επηρεάζει αλλά δεν μπορώ να πω πως εμπνέομαι. Μου αρέσουν πολλά και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα και τα ακολουθώ.
Πώς εξελίχθηκε η σχέση σου με τη γραφή από τα πρώτα σου έργα μέχρι σήμερα; Έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζεις την ποίηση;
Τα πρώτα κείμενα τα έγραφα για να φωνάξω πως υπάρχω όσο πιο δυνατά και αιχμηρά γίνεται. Με τον καιρό τα γράφω για να εξαφανιστώ. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αλλαγή. Μαθαίνω να ανέχομαι την ανολοκλήρωτη πρόταση, το κενό, αυτό που δεν λέγεται, αυτό που επαναλαμβάνεται.
Σε μια εποχή έντονων ρυθμών κι εξωστρέφειας, γιατί πιστεύεις ότι το «εσωτερικό ταξίδι» εξακολουθεί να έχει τόσο μεγάλη δύναμη στη λογοτεχνία;
Οι έντονοι ρυθμοί και η εξωστρέφεια έχουν αξία όταν καταλήγουν κάπου. Αυτή την εξωστρέφεια των ημερών μας τη μεταφράζω σε φόβο σιωπής. Κάτι σαν «φοβάμαι να μην είμαι και εγώ εδώ». Το εσωτερικό ταξίδι είναι το μόνο ταξίδι που δεν μπορείς να αναρτήσεις και που οφείλεις κάποια στιγμή στον εαυτό σου να κάνεις. Γι' αυτό ακριβώς έχει βάρος. Η καλή λογοτεχνία κάνει αυτό που κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί: σε βάζει να καθίσεις με κάτι που δε λύνεται.
Τι θα ήθελες να μείνει στον αναγνώστη αφού ολοκληρώσει τον «Αναχωρητή»;
Στο κείμενο συμβαίνουν πολλές ερωτήσεις και καμία απάντηση. Ο μοναδικός τρόπος να βρίσκουμε καλύτερες απαντήσεις είναι να έχουμε καλύτερες ερωτήσεις. Θέλω να «βγει» από το βιβλίο με καλύτερες ερωτήσεις από αυτές που είχε.

Αλήθεια, τι σε ώθησε σε αυτό το μονοπάτι και ποια ήταν τα ερεθίσματά σου ως παιδί;
Παράδοξο αλλά μεγάλωσα σε ένα σπίτι χωρίς κανένα ίχνος βιβλίου, που είχε όμως άπειρες μουσικές. Με κοίμιζε ο πατέρας μου με μουσικές ατελείωτες. Βέβαια επειδή τον περισσότερο καιρό τον περνούσα στης γιαγιάς μου, υπάρχει μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Η γιαγιά μου φορούσε κάτι πολύ όμορφα κοκάλινα τεράστια γυαλιά οράσεως και με τα ελάχιστα γράμματα που ήξερε έπειθε τον εαυτό της για 16-17 χρόνια να μου διαβάζει ένα συγκεκριμένο βιβλίο που είχε στο σπίτι - την «καλύβα του Μπαρμπα Θωμά». Το βιβλίο αυτό δεν τελείωνε ποτέ γιατί η γιαγιά μου διάβαζε απίστευτα αργά σε βαθμό που κοιμόταν μετά από λίγη ώρα που ξεκινούσε. Εγώ φυσικά την άφηνα να κοιμηθεί και πήγαινα στο playstation ή στο gameboy μου. Βέβαια η ιστορία λέει και το εξής: έπειτα από τόσα χρόνια ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία είναι το «Θωμάς ο Σκοτεινός» του Blanchot. Μερικές συμπτώσεις έχουν ενδιαφέρον.
Τι άλλο κάνεις εκτός από αυτό και τι πρέπει να περιμένουμε από σένα στο μέλλον;
Ασχολούμαι με μια εταιρεία Performance Marketing και LLMO στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, την blv.gr, με την οποία είμαι κάθε μέρα όλο και περισσότερο χαρούμενος και ενθουσιασμένος. Επίσης ασχολούμαι με τα βινύλια. Με τον πατέρα μου είμαστε συλλέκτες πέρα από δεινοί ακροατές, δηλαδή ο ίδιος ήταν και έκανε και εμένα φυσικά, και ταξιδεύουμε συχνά ανά τον κόσμο για αυτήν την αγάπη. Τι να περιμένετε; Τίποτα. Υπάρχουν τόσα πράγματα πλέον διαθέσιμα που δεν προλαβαίνουμε καν να διαβάσουμε τους τίτλους τους, από κείμενα, videos, μουσικές…
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου και γιατί;
Το Τσινάρι. Μία γειτονιά που ανακάλυψα με έναν αγαπημένο μου φίλο φωτογράφο πριν χρόνια και θα θυμάμαι γιατί τη συνδύασα με πανέμορφα ηλιοβασιλέματα. Σκεφτείτε κάθε μέρα πηγαίναμε μόνο για να φωτογραφίσουμε το φως και εκεί πήρα και την απόφαση, καθώς επιστρέφαμε, να ζήσω στην Αμερική για κάποιο καιρό.

Ένα spot για φαγητό που μόνο λίγοι έχουν ανακαλύψει;
Εάν το πω κινδυνεύω να μη βρίσκω ποτέ θέση... Είναι και ελάχιστες! Πάντως είναι σε πολύ κεντρικό σημείο.
Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Αυτήν τη νοσταλγία.
Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Για να μην απαντήσω κάτι κοινότυπο, θα αρκεστώ στο μπαλκόνι μου. Όποτε θέλω να επανέλθω και να νιώσω ότι σταματάνε όλα, απλά βγαίνω στο μπαλκόνι μου.
Πού έχεις ζήσει τα καλύτερα parties;
Για όσους με γνωρίζουν, ακούγεται ξένο γιατί δεν πίνω καθόλου αλκοόλ, αλλά μου άρεσε να βγαίνω σε after και, επίσης, μου άρεσε να χορεύω - θυμάμαι να περνάω απίστευτες βραδιές στο Coo - στην Υφανέτ με τον φίλο μου τον Μάνο και φυσικά στο Residents.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Φυσικά στο κέντρο της. Συνήθως εκείνες τις ώρες είναι που αδειάζει και καταφέρνεις να δεις την πραγματική της πλευρά.

Ένας χώρος Τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;
Τον Ορατό. Η Έφη και ο Μίλτος είναι βαθιά συναισθηματικοί άνθρωποι με ερεθίσματα που δίνουν χώρο σε οτιδήποτε θεωρούν αυθεντικό, και αυτό είναι η Θεσσαλονίκη για εμένα.
Πού θα ξεναγούσες οπωσδήποτε έναν γνωστό σου από άλλη πόλη;
Στο μετρό. Μάλιστα, θα του εξιστορούσα τι συνέβη όλα αυτά τα χρόνια που το προετοίμαζαν για να καταλάβει τη σημαντικότητα αυτής της ξενάγησης.
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν τραγούδι/βιβλίο/ταινία, θα είχε τίτλο…
Θα αλλάξω την ερώτηση και θα σας πω ότι η Θεσσαλονίκη για μένα είναι το "Untitled" από το Turn On The Bright Lights των Interpol ή το "Flight from the City" του Johannsson ή και τα δύο μαζί ταυτόχρονα.
Το αγαπημένο σου κτίριο εδώ;
Η Ροτόντα και επιμένω πως πρέπει να συμβαίνουν περισσότερα πράγματα στο κτίριο αυτό.

Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει τα δεδομένα στην πόλη;
Ο φίλος μου ο Σάκης Ταμουρίδης. Αγαπάει τη λογοτεχνία όσο τίποτα άλλο και γυρίζει από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο όλα αυτά τα χρόνια, ψάχνει, προτείνει, δημιουργεί παρέες γύρω από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, συζητάει. Τον ευχαριστώ ξανά και ξανά για τα βιβλία που μου έδειξε και τις συζητήσεις που κάνουμε. Γνωριστήκαμε τυχαία στο Κέντρο του Βιβλίου όταν το είχε ακόμη η Ανθούλα και ο Γιάννης, στα πρώτα μου ποιητικά βήματα εγώ ακόμη, και ξεκινήσαμε μία συνομιλία που μετράει 14 χρόνια φιλίας σήμερα.
Άνοιξη στη Θεσσαλονίκη… Τι θεωρείς must;
Θερινός κινηματογράφος που συνεχίζεται από διαδρομές σε στέκια και συζητήσεις.
Η δική σου Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις…
Λόγος να ονειρεύομαι.
