fbpixel
Search
SKG Stories: Ο Κώστας Ξάνθης μετατρέπει τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας σε τέχνη
SKG STORIES

SKG Stories: Ο Κώστας Ξάνθης μετατρέπει τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας σε τέχνη

Με έργα που μοιάζει με παιχνίδια, διαμορφώνει μια ξεχωριστή εικαστική γλώσσα και ξεχωρίζει ως ένα από τα πολλά υποσχόμενα νέα πρόσωπα της καλλιτεχνικής σκηνής της Θεσσαλονίκης


Στα έργα του Κώστα Ξάνθη, το παιχνίδι δεν είναι ποτέ... μόνο παιχνίδι! Πολύχρωμες φόρμες συνυπάρχουν με πολεμικούς μηχανισμούς, αιχμηρές επιφάνειες και αναφορές στη βία, δημιουργώντας αντικείμενα που σε καλούν πρώτα να τα πλησιάσεις και ύστερα να τα παρατηρήσεις προσεκτικά. Ο καλλιτέχνης που τώρα γνωρίζει η Θεσσαλονίκη χτίζει μια προσωπική εικαστική γλώσσα πάνω στην αντίφαση: ανάμεσα στο θελκτικό και το απειλητικό, την έλξη και την απώθηση, το οικείο και το ανοίκειο.

Ο ίδιος μιλά για την τέχνη του, τους καλλιτέχνες και τις εικόνες που τον έχουν επηρεάσει, αλλά και για τη δική του, απρόβλεπτη Θεσσαλονίκη.

Τα έργα σου μοιάζουν με παιχνίδια, αλλά τελικά αποδεικνύονται κάτι πολύ πιο σύνθετο. Πότε κατάλαβες ότι το παιχνίδι μπορούσε να γίνει εργαλείο για να «μιλήσεις» για τη βία, την εξουσία ή την εξαπάτηση;

Άρχισα να το αντιλαμβάνομαι από τα πρώτα χρόνια της φοίτησής μου στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά έγινε πιο ξεκάθαρο για εμένα την περίοδο της πανδημίας. Ο εγκλεισμός μού έδωσε περισσότερο χρόνο για έρευνα γύρω από τάσεις της τέχνης και του design, αλλά και για τη δουλειά ενός καλλιτέχνη που με είχε κεντρίσει από μικρότερη ηλικία, του H. Bosch. Αυτό που με γοήτευσε ήταν ο τρόπος με τον οποίο δανειζόταν τη μορφολογία του παιχνιδιού, του αξιοθαύμαστου ή του φαντασμαγορικού και τη χρησιμοποιούσε για να καμουφλάρει το εχθρικό, το επικίνδυνο και το καταστροφικό.

Σταδιακά άρχισα να αναγνωρίζω αυτή την αντίφαση και στη δική μου δουλειά. Σήμερα δεν περιορίζομαι στην αναφορά στο παιδικό παιχνίδι. Δανείζομαι χαρακτηριστικά από παιδικά αλλά και σεξουαλικά παιχνίδια, από αντικείμενα design και από τεχνουργήματα που παραπέμπουν τόσο στο παρελθόν όσο και σε σύγχρονες τάσεις. Με ενδιαφέρει η δυνατότητά τους να κάνουν ένα αντικείμενο όμορφο, επιθυμητό και διασκεδαστικό, ενώ στη δουλειά μου συνυπάρχει σχεδόν πάντα κάτι εχθρικό, αιχμηρό ή απειλητικό.

Το έργο "Bubble Battle Mast"

Τα τελευταία χρόνια αυτή η αντίφαση έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι πολεμικές συγκρούσεις έχουν επιστρέψει έντονα στην πραγματικότητά μας, μαζί με ένα ευρύτερο κλίμα επαναφοράς της στρατιωτικής ισχύος. Με προβληματίζει ο ενθουσιασμός που μοιάζει να συνοδεύει αυτή την επιστροφή, ο οποίος κάποιες φορές αποκτά σχεδόν ερωτικά χαρακτηριστικά. Με ενδιαφέρει αυτή η παράδοξη σχέση έλξης με κάτι εγγενώς βίαιο, γι’ αυτό εμφανίζονται στη δουλειά μου στοιχεία που παραπέμπουν ειρωνικά και στο σεξουαλικό, σε συνύπαρξη με μορφές βίας ή απειλής.

«Αισθάνομαι συχνά πως, για να προσεγγίσει κανείς πιο εύκολα εικαστικές πρακτικές που πραγματεύονται δυσάρεστες καταστάσεις, χρειάζεται πρώτα να τον ξεγελάσεις: να δημιουργήσεις μια αρχική υπόσχεση και στη συνέχεια να την ανατρέψεις. Έτσι προκύπτει ένα έντονο οπτικό οξύμωρο. Αυτή η ένταση ανάμεσα στην έλξη και την απώθηση, στο θελκτικό και το επικίνδυνο, είναι κάτι που εξακολουθεί να με ενθουσιάζει.»

Και πώς η τέχνη έγινε τόσο άρρηκτα συνδεμένη με σένα; Ποια ήταν τα ερεθίσματά σου ως παιδί;

Όλη η διαδικασία προκύπτει πολύ φυσικά. Είτε πρόκειται για την έρευνα και την ανάγκη να ψάχνω κάτι με τις ώρες, είτε για την ίδια την υλοποίηση, που για μένα διατηρεί ακόμη πολλά στοιχεία από την διαδικασία του παιχνιδιού, είναι κάτι που δε θέλω να σταματήσω να κάνω. Με τα χρόνια έχει γίνει ένας πολύ προσωπικός τρόπος να επεξεργάζομαι και να καταγράφω πράγματα που με απασχολούν, σχεδόν σαν μια προσωπική γλώσσα. Αυτό υπήρχε σε έναν βαθμό από πολύ μικρή ηλικία. Ζωγράφιζα και κατασκεύαζα συνεχώς, με μεγαλύτερη προτίμηση πάντα προς τις τρεις διαστάσεις. Θυμάμαι επίσης να προσπαθώ να αποσυναρμολογήσω παιχνίδια, για να τα συνθέσω μεταξύ τους ή να τους προσθέτω στοιχεία, κάτι που σήμερα βλέπω σαν έναν πρώτο πειραματισμό με την υλικότητα. Υπήρχαν και άνθρωποι στην οικογένειά μου που με έφερναν σε επαφή με την τέχνη, ενώ ένας από τους παππούδες μου ασχολούνταν με κατασκευές και χειροτεχνία.

Βellifortis Toy No. 22

Στη δουλειά σου συνυπάρχουν η γλυπτική, το design, η αρχιτεκτονική και η μηχανική. Νιώθεις ότι είσαι περισσότερο καλλιτέχνης, κατασκευαστής ή σκηνοθέτης εμπειριών;

Θα έλεγα καλλιτέχνης γιατί αυτό μπορεί να εμπεριέχει όλα τα υπόλοιπα. Συνήθως αφετηρία αποτελεί μια εικόνα, ένα ερέθισμα και μια ιδέα, και στη συνέχεια αναζητώ τα υλικά και τους τρόπους που θα μου επιτρέψουν να την υλοποιήσω. Αυτό συχνά με οδηγεί σε διαδικασίες που πλησιάζουν τον βιομηχανικό σχεδιασμό και τη μηχανική, χωρίς όμως να τις αντιλαμβάνομαι ως κάτι ξεχωριστό από την καλλιτεχνική διαδικασία. Ένα παιχνίδι είναι και αυτά. Υπάρχει, παράλληλα, και μια αντίστροφη πορεία που με ενδιαφέρει πολύ: όσο εξοικειώνομαι με ένα υλικό ή μια τεχνική, αντιλαμβάνομαι καλύτερα τις δυνατότητές τους, και αυτά με τη σειρά τους γεννούν νέες εικόνες και ιδέες. Δημιουργείται έτσι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στην ιδέα και την υλοποίηση. 

Είσαι απόφοιτος τόσο της Σχολής Καλών Τεχνών όσο και της Θεολογίας. Υπάρχει κάποιος τρόπος με τον οποίο οι θεολογικές σπουδές επηρεάζουν, έστω υπόγεια, τον τρόπο που σχεδιάζεις;

Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει μια άμεση σύνδεση, αλλά σίγουρα υπάρχει ένα υπόβαθρο που έχει μείνει. Μέσα από τη Θεολογία ήρθα σε πολύ μεγαλύτερη επαφή με την ιστορία, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία, με τις μορφές τέχνης που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτή, αλλά και με τον ρόλο που η ίδια έπαιξε στη διαμόρφωση των κοινωνιών σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Αυτή η γνώση αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και προσεγγίζω σήμερα εικόνες και αντικείμενα που προέρχονται από το παρελθόν και τα επαναδιαπραγματεύομαι μέσα στη δουλειά μου. Η επιρροή βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο που ερευνώ και σκέφτομαι, παρά σε κάτι που μπορεί κανείς να εντοπίσει άμεσα στα έργα.

Από τη μέχρι τώρα πορεία σου, τι θα επέλεγες ως highlights;

Θα ξεχώριζα σίγουρα το πρώτο βραβείο MATAROA το 2024, καθώς αποτέλεσε αναγνώριση της δουλειάς μου σε μια πρώιμη στιγμή της πορείας μου. Εξίσου σημαντικό highlight ήταν η ατομική έκθεση Toys of Hostile Nature το 2025, η οποία μου επέτρεψε να αναπτύξω σε μεγαλύτερη κλίμακα και με μεγαλύτερη συνοχή ζητήματα που με απασχολούσαν ήδη στην πρακτική μου.

Πιο πρόσφατα, θα ξεχώριζα την επιλογή ενός εκτεταμένου συνόλου έργων για την έκθεση vulnérable στο Fondation WhiteSpaceBlackBox στο Neuchâtel, η οποία διαρκεί μέχρι και το τέλος του ερχόμενου Οκτώβρη. Πρόκειται για έργα κατασκευασμένα αποκλειστικά από σιλικόνη, μία πρακτική που αρχικά είχα προσεγγίσει πειραματικά και η οποία οδήγησε στη δημιουργία μιας διακριτής υποενότητας μέσα στην ευρύτερη πρακτική μου. Η επιλογή και παρουσίαση ενός τόσο μεγάλου μέρους αυτής της δουλειάς ως συνόλου είχε ιδιαίτερη σημασία για μένα.

Ποιος καλλιτέχνης έχει επηρεάσει το έργο σου;

Είναι κάπως δύσκολο να απομονώσω έναν καλλιτέχνη. Οι αναφορές μου προέρχονται συχνά και από πεδία πέρα από τη σύγχρονη τέχνη. Ο H. Bosch υπήρξε σίγουρα σημαντικός, αλλά και ιστορικές πηγές όπως το Bellifortis του K. Kyeser και τα εικονογραφημένα εγχειρίδια μάχης (Fechtbücher) του H. Talhoffer. Σε αυτά με ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο η τεχνολογία πεδίου μάχης, η κινησιολογία, το παράδοξο και το φαντασιακό μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα. Έπειτα είναι και η εκκλησιαστική τέχνη, είτε μιλάμε για την ανατολική είτε την δυτική παράδοση. Από τη σύγχρονη σκηνή θα ξεχώριζα την Genesis Belanger. Προερχόμενη από τον χώρο του design και της διαφήμισης, ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με το ωραιοποιημένο, το θελκτικό, το παιχνιδιάρικο και το παράδοξο, στοιχεία που με απασχολούν έντονα και στη δική μου πρακτική. Με ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιεί αυτή την ελκυστική αισθητική για να δημιουργήσει αντικείμενα που, παρά την αρχική τους οικειότητα, εμπεριέχουν κάτι αμφίσημο ή ανοίκειο.

Bellifortis Toy No. 1

Από όλα όσα έχεις σχεδιάσει, τι έχει την πιο ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;

Ένα έργο που έχει ιδιαίτερη θέση για μένα είναι το Bellifortis Toy No. 1. Ήταν το πρώτο μιας νέας ενότητας, στην οποία η έντονη απτική διάδραση του θεατή με το αντικείμενο έπαψε να αποτελεί βασικό ζητούμενο. Αυτό μου έδωσε μεγαλύτερη ελευθερία να πειραματιστώ φορμαλιστικά, χωρίς τους περιορισμούς που αντιμετωπίζω σε πιο διαδραστικά έργα. Είναι επίσης από τις πρώτες περιπτώσεις όπου χρησιμοποίησα σε μεγάλη έκταση plexiglass και σιλικόνη, δύο εξ ολοκλήρου τεχνητά υλικά, όπου η αίσθηση του φυσικού απουσιάζει και κυριαρχεί εκείνη του πλήρως τεχνητού και πλαστικού. Το έργο αποτελεί τη δική μου εκδοχή ενός τροχήλατου πολεμικού μηχανισμού από εικονογραφημένο χειρόγραφο, σχεδιασμένου ως μέσο κάλυψης και μεταφοράς ανθρώπων ή εξοπλισμού σε μάχη. Στη δική μου εκδοχή μοιάζει με παιχνίδι, χωρίς όμως να χάνει τα στοιχεία που παραπέμπουν στην αρχική του χρήση και τα οποία επιτρέπουν να δημιουργούνται γύρω του αφηγήσεις.

Τι ετοιμάζεις αυτή την περίοδο και τι πρέπει να περιμένουμε από σένα στο μέλλον;

Αυτή την περίοδο αντιμετωπίζω την πρακτική μου ως ένα τύπο καταγραφής των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών τάσεων γύρω από την όξυνση των διακρατικών συγκρούσεων και την αυξανόμενη παρουσία πολεμικών ζητημάτων στον δημόσιο διάλογο, μέσα όμως από μία προσωπική εικαστική γλώσσα. Αυτό που με ενδιαφέρει πάντα είναι να βρίσκω τρόπους να εντάσσω σε ένα συγκεκριμένο υλικό και μορφολογικό λεξιλόγιο, τις εικόνες και τα ερεθίσματα που μου τραβούν το ενδιαφέρον και ερευνώ.

Ποια είναι η αγαπημένη σου γειτονιά στη Θεσσαλονίκη; 

Μία αγαπημένη γειτονιά δεν έχω, καθώς καθεμία προσφέρει κάτι τελείως διαφορετικό. Θα επέλεγα όμως την ευρύτερη περιοχή επάνω από την Εγνατία και δυτικά της Αριστοτέλους, όπου διατηρώ και το εργαστήριό μου τα τελευταία χρόνια. Είναι ένα κομμάτι της πόλης που παλιότερα δε γνώριζα ιδιαίτερα καλά, αλλά μέσα από την καθημερινή μου παρουσία εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ πως έχει τα πάντα, και τα τελευταία χρόνια με έχει κερδίσει.

Ο Κώστας Ξάνθης στο εργαστήριό του (Φωτογραφία: Ελένη Τσινίκου)

Τι σε γοητεύει περισσότερο στο σημείο όπου βρίσκεται το εργαστήριό σου;

Το εργαστήριό μου έχει ένα από τα παράδοξα της Θεσσαλονίκης που πάντα μου αρέσει να εξηγώ. Προφανώς δεν είναι ακριβώς μυστικό αλλά κάτι που γνωρίζουν μόνον όποιοι έχουν επισκεφτεί τον χώρο. Από την πλευρά του δρόμου είναι εξ ολοκλήρου υπόγειο, ενώ από την πίσω πλευρά, προς το εσωτερικό του οικοδομικού τετραγώνου, βρίσκεσαι ξαφνικά ψηλά, στον πρώτο όροφο χωρίς να έχεις ανέβει ούτε ένα σκαλοπάτι. Ολόκληρο το εργαστήριο είναι ένα ενιαίο επίπεδο.

Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;

Είναι αρκετά μεγάλη και αρκετά μικρή ταυτόχρονα.

Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;

Το παραλιακό μέτωπο της Νέας Κρήνης, στα πιο αδιαμόρφωτα σημεία του, μακριά από τη μαρίνα. Έχει κάτι που σε κάνει να νιώθεις για λίγο ότι βρίσκεσαι έξω από την πόλη.

Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;

Μου αρέσει να κατηφορίζω τη Βενιζέλου αργά το βράδυ, μετά από μια πολύ γεμάτη και παραγωγική μέρα στο εργαστήριο, με την ωραία αίσθηση ότι κάποια πράγματα έχουν προχωρήσει. Ιδίως εκείνες τις μέρες που, αντί να φύγω κι εγώ για κάποια εκδρομή, επέλεξα να μείνω στην πόλη και να διασκεδάσω διαφορετικά.

Η θέα του ηλιοβασιλέματος από τη Νέα Κρήνη
Το κέντρο από ψηλά
Το Φεγγάρι στη Νέα Παραλία

Ένας χώρος τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;

Θα ξεχώριζα την γκαλερί Donopoulos International Fine Arts, με την οποία και συνεργάζομαι. Σε μια πόλη όπου οι αμιγώς εμπορικές γκαλερί είναι πλέον ελάχιστες, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία ενός χώρου που έχει την δυνατότητα, μέσα από την πώληση έργων και όχι μόνο, να προσφέρει έναν ουσιαστικό και άμεσο τρόπο υποστήριξης της καλλιτεχνικής τους πρακτικής. Παράλληλα, εκτός από τους Έλληνες καλλιτέχνες που παρουσιάζει και εκπροσωπεί, φέρνει στη Θεσσαλονίκη σημαντικούς σύγχρονους καλλιτέχνες από το εξωτερικό, δίνοντας στο κοινό της πόλης τη δυνατότητα να έρθει σε άμεση επαφή με τη δουλειά τους. Αυτή η εξωστρέφεια αποτελεί κέρδος για την ίδια την πόλη.

Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει…

Ένα τραπέζι με μεζέδες που κρατάει πολύ περισσότερο απ’ όσο είχες υπολογίσει.

Αν η Θεσσαλονίκη ήταν τραγούδι/ταινία/εικαστικό έργο, θα είχε τίτλο…

«Η ανατροπή της ανατροπής».

Καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη… Τι θεωρείς must;

Μια αυθόρμητη έξοδος προς τη θάλασσα, εκτός κέντρου, χωρίς να χρειάζεται να γίνει εκδρομή στη Χαλκιδική.

Η δική σου Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις…

Οικεία, αντιφατική, απρόβλεπτη.


Κεντρική φωτογραφία: Ελένη Τσινίκου