Η Θεσσαλονίκη έχασε σήμερα μια από τις γυναίκες που διαμόρφωσαν το αρχιτεκτονικό της τοπίο. Η Νίκη Μάνου-Ανδρεάδη αφήνει πίσω της τόσα πολλά έργα, διαφορετικά μεταξύ τους, σε διαφορετικές κλίμακες και για διαφορετικές ανάγκες. Κατοικίες, δημόσιοι χώροι, επαγγελματικά κτίρια, ξενοδοχεία, αναπλάσεις, αποκαταστάσεις, παρεμβάσεις στο αστικό και φυσικό τοπίο. Παράλληλα, αφήνει μια ολόκληρη ακαδημαϊκή διαδρομή στο ΑΠΘ και μια ξεχωριστή παρακαταθήκη μέσα από τη θέση της στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, την οποία και κατείχε τα τελευταία χρόνια.
Αν όμως έπρεπε να βρεθεί ένα νήμα που να ενώνει αυτήν τη σπουδαία και ασταμάτητη διαδρομή, θα ήταν η επιμονή της στη σχέση του κτιρίου με αυτό που υπάρχει γύρω του. Το έργο δεν τελείωνε για εκείνη στην όψη του. Συνεχιζόταν στο έδαφος όπου πατούσε, στο τοπίο που το περιέβαλλε, στον τρόπο που κινούνταν οι άνθρωποι μέσα του, στη χρήση του, ακόμη και στον χρόνο που θα ακολουθούσε την παράδοσή του.
Ένα ασυνήθιστο εύρος μιας πορείας που αποτέλεσε και θα συνεχίσει να αποτελεί έμπνευση για γενιές και γενιές. Η Νίκη Μάνου-Ανδρεάδη μπορούσε να περάσει από μια κατοικία σε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα, από έναν δημόσιο χώρο σε ένα ιστορικό κτίριο, από την έρευνα και τη διδασκαλία στην καθημερινότητα και τον πανικό ενός εργοταξίου. Είχε εκπαιδευτεί και ως πολιτικός μηχανικός και ως αρχιτέκτονας, κατείχε διδακτορικό, δίδαξε στο ΑΠΘ, συνίδρησε την ARTECO και αργότερα δημιούργησε τη NIMAND Architects.

Και μέσα σε αυτήν τη διαδρομή, δεν έμεινε ποτέ μόνο στη μία πλευρά του επαγγέλματος. Δίδαξε την αρχιτεκτονική και ταυτόχρονα την άσκησε. Μελέτησε την πόλη και ταυτόχρονα την άλλαξε. Σχεδίασε το καινούριο, αλλά ασχολήθηκε και με τη διάσωση του παλιού. Έζησε την αρχιτεκτονική από το σχέδιο μέχρι το εργοτάξιο και από το πανεπιστήμιο μέχρι έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς θεσμούς της Θεσσαλονίκης.
Γι’ αυτό και η απουσία της δεν αφορά μόνο τον αρχιτεκτονικό κόσμο, αλλά και μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που έμαθαν να βλέπουν την πόλη, τα κτίρια και το τοπίο μέσα από τη δουλειά της.
Ο σύζυγός της, Σταύρος Ανδρεάδης, επιχειρηματίας και πρόεδρος του ομίλου Sani/Ikos, έγραψε λίγο μετά τον θάνατό της: «Ήταν ένας καλός, ικανός και ευαίσθητος άνθρωπος. Θα την αποχαιρετήσουμε σε στενό οικογενειακό κύκλο. Κρατήστε μια θέση στην καρδιά σας για αυτήν...»
Η ιστορία της αρχίζει, όπως και η ίδια, στη Θεσσαλονίκη
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε, δίδαξε και διαμόρφωσε το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής της πορείας. Στο ΑΠΘ φοίτησε αρχικά στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών και στη συνέχεια στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ενώ ολοκλήρωσε και το διδακτορικό της. Ακολούθησε ακαδημαϊκή πορεία ως επίκουρη καθηγήτρια στον Τομέα Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού και Αρχιτεκτονικής Τεχνολογίας, συνδυάζοντας τη διδασκαλία με την έρευνα και την επιστημονική δραστηριότητα.
Το 1984 και η πρώτη μεγάλη επαγγελματική περίοδος
Τότε, συνίδρυσε την ARTECO Α.Ε. Ήταν μια εποχή κατά την οποία η ελληνική αρχιτεκτονική και κατασκευαστική αγορά βρισκόταν σε μια ενδιαφέρουσα μεταβατική περίοδο. Η ARTECO συνδύασε το αρχιτεκτονικό και το κατασκευαστικό έργο, συμμετείχε σε διαγωνισμούς και απέκτησε διακρίσεις. Η ίδια θα έμενε για δεκαετίες ενεργή στο επάγγελμα, πολύ πριν το όνομά της συνδεθεί με τα μεγάλα ξενοδοχειακά projects. Αυτό έχει σημασία επειδή η μετέπειτα εικόνα της ως «αρχιτέκτονος των resorts» μπορεί εύκολα να δημιουργήσει μια παραπλανητική εντύπωση: ότι η καριέρα της χτίστηκε γύρω από τον τουρισμό. Δε συνέβη έτσι.
Το αρχιτεκτονικό της έργο ήταν πολύ ευρύτερο: ιδιωτικές κατοικίες, συγκροτήματα κατοικιών, κτίρια γραφείων και καταστημάτων, εμπορικοί χώροι, δημόσια έργα, αστικός σχεδιασμός, αποκαταστάσεις και επεμβάσεις σε υφιστάμενα κτίρια. Στα έργα της περιλαμβάνονταν ακόμη πάρκα, πλατείες και μαρίνες. Αυτό το εύρος εξηγεί και κάτι ακόμη: γιατί η αρχιτεκτονική της δεν απέκτησε ποτέ ένα στενό, αναγνωρίσιμο «στιλ» με την έννοια μιας επαναλαμβανόμενης φόρμουλας.
Το δικό της αποτύπωμα βρισκόταν περισσότερο στον τρόπο σύνθεσης. Στους όγκους, στα υλικά, στα χρώματα, στο φως, στη σκιά, στο νερό. Η ίδια είχε περιγράψει ακριβώς έτσι την αρχιτεκτονική της προσέγγιση: όχι ως ένα χαρακτηριστικό σχήμα, αλλά ως μία σύνθεση όλων των στοιχείων που κάνουν έναν χώρο να λειτουργεί και να αποκτά ταυτότητα.
Η NIMAND και η δική της υπογραφή
Το 2006 ίδρυσε τη NIMAND Architects. Εκεί πλέον η προσωπική της αρχιτεκτονική ταυτότητα απέκτησε πλήρη αυτονομία. Το γραφείο αναπτύχθηκε ως μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική πρακτική, με σχεδιασμό, interior design, landscaping, επίβλεψη και διαχείριση έργων. Ιδιαίτερη θέση κατέλαβε η ξενοδοχειακή αρχιτεκτονική, αλλά ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει παράλληλα το υπόλοιπο φάσμα του design. Δε σχεδίαζε ένα κτίριο και μετά άφηνε τους άλλους να αποφασίσουν τι θα γίνει μέσα του. Ήθελε να ελέγχει τη σχέση του κτιρίου με το εσωτερικό, το εσωτερικό με το τοπίο, το τοπίο με την κίνηση του ανθρώπου. Η αρχιτεκτονική, για εκείνη, ήταν ενιαίο έργο.
Fun fact: Το 2021, η NIMAND, με επικεφαλής τη Νίκη Μάνου-Ανδρεάδη, ανέλαβε αφιλοκερδώς την πλήρη αρχιτεκτονική μελέτη για την αποκατάσταση και ανάδειξη των όψεων του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα στη Θεσσαλονίκη, του ιστορικού κτιρίου που είχε σχεδιάσει ο Ερνέστος Τσίλλερ. Η μελέτη έγινε με σεβασμό στην ιστορικότητα του κτιρίου και σε συνεργασία με την αρμόδια Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων.

Οι κατοικίες, το πιο προσωπικό της πεδίο
Μπορεί τα μεγάλα ξενοδοχεία να έγιναν τελικά το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι της πορείας της, όμως η ίδια δεν έκρυβε ότι ορισμένες κατοικίες είχαν για εκείνη ξεχωριστή συναισθηματική σημασία. Προσωπικά αγαπημένα της έργα ήταν μια κατοικία στην Κασσάνδρα, μια μονοκατοικία στο Πανόραμα και ένα παλιό διαμέρισμα στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, μαζί με έργα φιλοξενίας όπως το Sani Asterias, το Sani Dunes, το Ikos Dassia, το Ikos Aria και το Porto Sani.
Κάπου μέσα σε αυτήν τη μεγάλη διαδρομή ήρθε και η συνεργασία με το Sani, που θα έμελλε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι της δουλειάς της. Για δεκαετίες η ίδια και η NIMAND συμμετείχαν στον σχεδιασμό και την εξέλιξη σειράς μονάδων του resort και, στη συνέχεια, του ευρύτερου χαρτοφυλακίου Sani/Ikos: Sani Beach, Porto Sani, Sani Club, Sani Asterias, Sani Dunes, αλλά και έργα όπως Ikos Olivia, Ikos Oceania, Ikos Dassia και Ikos Aria. Η συνεργασία αυτή έφτασε μέχρι το τέλος του 2022. Το Sani Dunes, μάλιστα, κέρδισε διεθνή διάκριση για τον σχεδιασμό του, με την αρχιτεκτονική μελέτη και το interior design να έχουν γίνει από τη NIMAND.
Η Νίκη Μάνου-Ανδρεάδη απέδειξε πως η ελληνική πολυτέλεια μπορεί να είναι σύγχρονη χωρίς να γίνει απρόσωπη. Δεν ήταν αρχιτέκτονας «της μόδας». Δεν κυνήγησε ποτέ την αισθητική της εποχής για χάρη των trends.
Στη σκέψη της, το «πράσινο» δεν ήταν διακόσμηση.
Ήταν τρόπος σχεδιασμού. Ο προσανατολισμός, ο φυσικός φωτισμός, ο αερισμός, η σχέση με το έδαφος, η χρήση υλικών, η σκιά και η φύτευση αποτελούσαν μέρος μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής απόφασης. Γι’ αυτό και οι απόψεις της για τις ελληνικές πόλεις, τις τουριστικές περιοχές και τον υπερτουρισμό δεν ήταν άσχετες με το επαγγελματικό της έργο. Έβλεπε τον αρχιτέκτονα ως κάποιον που πρέπει να καταλαβαίνει τα όρια του τόπου και να σχεδιάζει μέσα σε αυτά, όχι να τα αγνοεί.
Fun fact: Ξεχωριστή θέση στη σχέση της οικογένειας Ανδρεάδη με τη Θεσσαλονίκη έχει η δωρεά για τη δημιουργία του περιαστικού δάσους στην Ευκαρπία, σε έκταση 3.000 στρεμμάτων. Με πρωτοβουλία του Σταύρου Ανδρεάδη, το έργο φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν νέο πνεύμονα πρασίνου για τη δυτική Θεσσαλονίκη. Ήδη έχουν φυτευτεί 100.000 δέντρα και 220.000 θάμνοι.
Πάνω απ' όλα, γυναίκα

Υπάρχει και μια παράμετρος της πορείας της που αξίζει να φωτιστεί περισσότερο: το γεγονός ότι όλα αυτά τα έκανε ως γυναίκα σε μια επαγγελματική πραγματικότητα που για μεγάλο μέρος της διαδρομής της παρέμενε έντονα ανδροκρατούμενη. Δεν χρειάστηκε να υιοθετήσει τον στερεοτυπικό τρόπο του «σκληρού αφεντικού» για να επιβληθεί. Μιλώντας για τη διοίκηση μιας ομάδας, είχε δώσει μεγαλύτερη αξία στην έμπνευση παρά στην επιβολή. Και η λογική αυτή ταιριάζει με τον τρόπο που φαίνεται να αντιλαμβανόταν συνολικά την αρχιτεκτονική: ως συλλογικό έργο, στο οποίο η προσωπική ιδέα πρέπει να περάσει από δεκάδες χέρια για να γίνει πραγματικότητα.
Κεφάλαιο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Η γυναίκα που είχε αφιερώσει τη ζωή της στη μελέτη του χώρου, της πόλης, του τοπίου και της αρχιτεκτονικής ανέλαβε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Στη διοίκηση του μουσείου συναντήθηκαν δύο πλευρές της ζωής της που μέχρι τότε έμοιαζαν διαφορετικές: η σύγχρονη αρχιτεκτονική και η πολιτιστική κληρονομιά. Ο άνθρωπος που είχε περάσει δεκαετίες σχεδιάζοντας το καινούριο, κλήθηκε να υπηρετήσει έναν θεσμό που προστατεύει το παρελθόν. Και ίσως τελικά αυτή να ήταν η πιο φυσική συνέχεια.
Η έννοια της πολιτισμικής συνέχειας υπήρχε στον τρόπο που σκεφτόταν τον τόπο. Στη σχέση του νέου κτιρίου με το παλιό, του σύγχρονου με το ιστορικό, του ανθρώπου με τις αναμνήσεις που γεννά ένας χώρος.
Η αισθητική χωρίς λειτουργικότητα ήταν για εκείνη κενή. Η λειτουργικότητα χωρίς ποιότητα ήταν εξίσου ανεπαρκής. Η τεχνολογία χωρίς άνθρωπο ήταν άχρηστη. Και η ανάπτυξη χωρίς σεβασμό στον τόπο ήταν τελικά αυτοκαταστροφική. Πριν σχεδιάσεις έναν χώρο, πρέπει πρώτα να καταλάβεις πού βρίσκεσαι - Αυτό ήταν το μάθημά της και το πιο ανθεκτικό κομμάτι της κληρονομιάς που άφησε πίσω της.
