Πρωτοπόρος, ακούραστη και ανεξάντλητη, μία Ελληνίδα που αγαπάει την Ιστορία της πατρίδας της και η φήμη της πέρασε τα σύνορά της, μία γυναίκα που αγάπησε και αγαπήθηκε με πάθος, συγχωρώντας αληθινά ακόμη κι όσους την αμφισβήτησαν.
Αν και πολλοί τη θεωρούν τη μοναδική αυθεντική εναπομείνασα σταρ, ίσως δεν έχουμε συλλάβει το αληθινό μέγεθος της επιτυχίας της, σε μία εποχή που χρίζει με ευκολία πρωταγωνιστές και θεατρικά sold outs. Με παραστάσεις που παίζονται επί σειρά ετών σε κατάμεστα θέατρα μέγιστης χωρητικότητας, σαφώς και δεν μιλάμε για την ίδια τάξη πραγμάτων αναφερόμενοι σε εκείνη ως απλά επιτυχημένη. Πολλώ δε μάλλον εάν συνυπολογίσει κανείς τη διάρκεια στον χρόνο. Όσο για τον όρο «σταρ», η κυρία που είναι γνωστή απλώς με το δισύλλαβο μικρό της όνομα επιμένει πως είναι κάτι που σου χαρίζει το κοινό, το οποίο είναι το μόνο που εκείνη πίστεψε και εμπιστεύτηκε από την πρώτη στιγμή. Ένα ταξίδι στη ζωή της, με τις στάσεις που εκείνη επέλεξε να επισκεφτεί…
Η ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΓΕΝΕΙΑ & ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
«Πέρασα όλα τα χρόνια της ζωής μου διαβάζοντας. Δεν υπάρχει μέρα που δεν διαβάζω. Από παιδί ακόμη. Βιβλιοφάγοι ήταν και οι γονείς και οι παππούδες μου. Προέρχομαι από μία αστική οικογένεια και οι αστοί στην Ελλάδα δεν ξεχωρίζουν λόγω χρημάτων αλλά λόγω παιδείας. Όταν οι γυναίκες δεν μορφώνονταν, η γιαγιά μου πήγαινε στο κολέγιο. Ο παππούς μου, στρατηγός και διανοούμενος, λάτρευε την Ιστορία. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου αντί για παραμύθια άκουγα την ιστορία του Μεγαλέξανδρου και του Αθανάσιου Διάκου. Ο δε πατέρας μου, στρατηγός κι εκείνος, ήταν Ιστορία ο ίδιος, καθώς, λόγω του πολέμου, πήγε από το Πολυτεχνείο στη Σχολή Ευελπίδων, πολέμησε, έγινε ήρωας πολέμου και βρέθηκε στο βουνό στον Εμφύλιο. Ένας πολύ δίκαιος άνθρωπος· δεν ξεχώριζε αριστερούς και δεξιούς. Επιστήθιος φίλος του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ αλλά και του Χαρίλαου Φλωράκη. Η οικογένεια μας διαμορφώνει περισσότερο από το σχολείο. Οι γονείς μου ποτέ δεν επηρεάστηκαν από τα χρήματα. Με ερωτεύτηκαν και με ζήτησαν σε γάμο πάμπλουτοι άνθρωποι. Η μητέρα μου ποτέ δεν είπε “παντρέψου τον τάδε εφοπλιστή”, αντίθετα έλεγε “όχι, δεν σου ταιριάζει εσένα”».

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
«Δεν ονειρευόμουν γάμο και νυφικά, αλλά οι άντρες πάντα ήθελαν να με παντρευτούν. Στα έργα μου και στη ζωή μου λειτουργώ με συναίσθημα. Η διάθεση για τον γάμο ερχόταν από έρωτα, όχι από συμφέρον. Πήγαινα εκεί που έλεγε η καρδιά μου. Θα μπορούσα να μην παντρευτώ ποτέ, αλλά πάντα ήθελα παιδιά. Και όλο κάτι πήγαινε στραβά. Έχω ανεπτυγμένη την προστατευτικότητα, είμαι μανούλα για την κόρη μου, για τους ηθοποιούς μου, για τους αδύναμους. Όταν ήμουν παντρεμένη με τον Γιάννη Φέρτη, ήμασταν και καλλιτεχνικό ζευγάρι, κάναμε ακριβές παραγωγές, δεν γινόταν να φύγω από το πλευρό του. Όταν έλεγα να κάνουμε παιδί, εκείνος έλεγε “λίγο αργότερα”, καθώς μας ήθελαν μαζί στο θέατρο, ήμασταν πολύ αγαπητοί. Έπειτα, με τον Αντώνη Τρίτση, στη δεκαετία του ’90, εκείνος ήταν Υπουργός Παιδείας & Θρησκευμάτων κι εγώ δεν είχα πάρει ακόμη διαζύγιο. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσα να μείνω έγκυος, χωρίς να είμαστε παντρεμένοι. Σήμερα όλα αυτά έχουν ξεπεραστεί, τότε όμως υπήρχε σοβαρό θέμα. Θεωρώ ότι είναι κρίμα που δεν απέκτησα πολλά παιδιά». Όταν μου εξομολογείται πως θα ήθελε 4-5 παιδιά, τη ρωτώ αυθόρμητα αν αυτό θα σήμαινε και τη διάσπαση της αγάπης της για την κόρη της. Εκείνη αστειεύεται: «Μάλλον είσαι ζηλιάρης κι εσύ, για να το ρωτάς αυτό, όπως ακριβώς η Μαριτίνα. Ακόμη κι όταν ήρθε η Μαριτίνα στη ζωή μου, ήθελα κι άλλα παιδιά, αλλά δεν το έκανα για εκείνη. Είναι απροκάλυπτα ζηλιάρα και κτητική, ήθελε την απόλυτη αφοσίωσή μου». Κι όταν παρατηρώ πώς η δυναμική Μιμή ασπάστηκε την επιθυμία της κόρης της, ομολογεί πως: «Δυστυχώς, ακούμε τα παιδιά μας, είναι συναισθηματικό το θέμα. Κακώς, βέβαια, την άκουσα, γιατί τώρα της λείπει που δεν έχει αδέλφια».
ΤΑ ΤΟΛΜΗΡΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
«Έκανα πολύ νωρίς τον δικό μου θίασο, το 1988. Από το 1981 μέχρι το 1987, ήμασταν με τον Γιάννη (Φέρτη). Όλοι θεώρησαν ότι θα καταστραφώ, ότι είμαι τρελή με ένα τέτοιο εγχείρημα, σε ένα κεντρικότατο θέατρο όπως το Βρετάνια, μετά μάλιστα από έναν χωρισμό για τον οποίο είχε γίνει σάλος. Ο Γιάννης δε ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Οι περισσότεροι τότε ήταν εναντίον μου, απλώς επειδή αγαπούσαν πολύ τον Γιάννη. Και τρικλοποδιές μού έβαλαν, καθώς οι ισχυροί του θεάτρου ήταν με το μέρος του. Επέλεξα τότε, λοιπόν, να κάνω ωραίες κωμωδίες, για να είμαι σίγουρη ότι θα έχω κοινό. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτό είναι η μεγάλη δύναμη. Εάν έχεις μαζί σου το κοινό, θα σε αποδεχτούν όλοι. Πέρασαν πέντε χρόνια στο Βρετάνια, με τη μία επιτυχία να διαδέχεται την άλλη. Πάντα με καλούς θιάσους και κορυφαίους σκηνοθέτες και σκηνογράφους. Το μεγάλο τόλμημα της ζωής μου ήταν όταν έφυγα από τις 600 θέσεις του Βρετάνια και πήγα στις 1.400 του Ακροπόλ ‒ ένα θέατρο όπου παίζονταν μόνο επιθεωρήσεις, κι εγώ πήγα να κάνω την “Άννα Καρένινα”». Αναρωτιέμαι εάν ποτέ ένιωσε έπαρση, εάν έπαθε σύνδρομο ανωτερότητας, βλέποντας τη λαοθάλασσα έξω από το Ακροπόλ. Ειλικρινής και σε αυτό. «Αυτό που λέμε “καλάμι” στον χώρο μας, το έπαθα για πολύ λίγο, όταν έκανα τη “Θεοδώρα”. Τότε επιλέγαμε ποιος θα περάσει στην παράσταση, ανάλογα με το από πόσο μακριά είχε έρθει. Περίμεναν 2.500 άνθρωποι και η χωρητικότητα ήταν 1.400 θέσεις. Δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Τρία συνεχόμενα χρόνια, μία υπερπαραγωγή με 45 ηθοποιούς και 20 τεχνικούς. Τότε, λοιπόν, ήταν η μόνη εποχή που αισθανόμουν περίεργα και αναρωτιόμουν, μετά από αυτό πού θα πάω. Μόνη μου ηρέμησα και το ξαναβρήκα. Σκέφτηκα πως πρέπει το μυαλό μου να παραμείνει στη θέση του, αν θέλω να έχω συνέχεια. Πάντως, κανένας άντρας της ζωής μου δεν μου ζήτησε να οπισθοχωρήσω από την τέχνη μου. Ο Αντώνης Τρίτσης, μάλιστα, με έσπρωχνε να κάνω μεγαλύτερα πράγματα. Την ανάγκη που είχε εκείνος να προσφέρει μέσα από την πολιτική έβλεπε ότι την είχα κι εγώ μέσα από την τέχνη».
«Ο συνδυασμός απόφοιτη Φιλοσοφικής, μοντέλο και λάτρις της μόδας, μεταφράστρια τεσσάρων γλωσσών, δεν ήταν συνηθισμένος για τη χώρα μας. Δεν ήξεραν πού να με κατατάξουν».
Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΟΥ
«Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που μου ταιριάζει πολύ, με το κοινό της έχω αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση. Διαθέτει αυτήν τη χαρά της ζωής, την οποία έχω κι εγώ. Η πρώτη παράσταση που ταξίδεψε στην πόλη ήταν τα “Οργισμένα νιάτα”, το 1982. Από τότε δεν παραλείπω να μεταφέρω τις παραστάσεις μου σε αυτήν, έχοντας ζήσει στιγμές μεγάλης συγκίνησης και επιτυχίας. Η “Θεοδώρα” παίχτηκε στο Θέατρο Δάσους για μία εβδομάδα, το “Σμύρνη μου αγαπημένη” και το “Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη”, από τρεις μήνες το καθένα, στο Μέγαρο Μουσικής. Με ενθουσιάζει που οι Θεσσαλονικείς έχουν περισσότερο χρόνο για να βλέπουν τους φίλους τους. Ζουν καλύτερα. Βοηθούν και οι αποστάσεις. Οι άνθρωποί της μου ταιριάζουν, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι απόγονοι προσφύγων, και το λέω αυτό, γιατί έπειτα από τόσα χρόνια που ασχολούμαι με αυτά τα θέματα, διαπίστωσα πως οι απόγονοι Μικρασιατών ή Ποντίων είναι πιο γενναιόδωροι, θερμοί και ανοιχτοί, σε σχέση με τους Ελλαδίτες. Ίσως επειδή οι πρόγονοί τους έχουν υποφέρει». Από το δεύτερο θεατρικό, «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη», εμπνεύστηκε τη σειρά “Madre”, για την οποία θα ξεκινήσει σύντομα γυρίσματα. «Ένας λόγος που έχω πάθος να κάνω το “Madre” είναι γιατί η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία είναι κάπως εγκαταλειμμένες πολιτιστικά. Δεν βλέπω να προβάλλονται σε σειρές ή ταινίες. Γι’ αυτό και έβαλα το όνομα της πόλης στον τίτλο του θεατρικού. Και δεν είναι μόνο η πολιτιστική ανάδειξη, αλλά και η τουριστική. Τα γυρίσματα θα γίνουν σε βυζαντινές εκκλησίες, στα τείχη της Άνω Πόλης, στην εβραϊκή συνοικία Μπαρμπούτα της Βέροιας, που είναι στολίδι. Αυτή, λοιπόν, είναι μια ευκαιρία να αναδειχτεί η Μακεδονία ιστορικά, πολιτιστικά και τουριστικά. Ακόμη και τα προϊόντα της θα φανούν στη σειρά. Εύχομαι να ευαισθητοποιηθούν και να καταλάβουν την αξία του εγχειρήματος τόσο οι φορείς όσο και οι επιχειρηματίες της Μακεδονίας, ώστε να βοηθήσουν στην υλοποίηση του πολυδάπανου αυτού πρότζεκτ».
Είναι πολλοί, ακόμη και Θεσσαλονικείς, που ένα κομμάτι ιστορίας της πόλης δεν το γνωρίζουν. Αυτό ακριβώς διαπραγματεύτηκε η δημιουργός στην παράσταση «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη», η οποία αποτέλεσε και την αφετηρία της νέας σειράς “Madre”. Τότε που η πόλη ήταν ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, με κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα. «Δεν είχα σκεφτεί να γράψω δεύτερο έργο μετά τη Σμύρνη και την καταστροφή. Στα τρία χρόνια που παιζόταν η παράσταση ο κόσμος με ρωτούσε συνεχώς τι απέγιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Άρχισα να μελετώ για τους πρόσφυγες από το 1922 κι έπειτα. Διαπίστωσα ότι η δράση ήταν στη Θεσσαλονίκη. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν βρεθεί εκεί όλοι οι στρατοί. Λειτούργησε ως έδρα της κυβέρνησης Βενιζέλου. Πολλοί Ρώσοι, μετά την επανάσταση του 1917, πήγαν στην πόλη. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων, Μικρασιατών και Ποντίων, βρέθηκαν στη Μακεδονία. Μιλάμε για 600.000 ανθρώπους. Από εκεί, λοιπόν, που οι Εβραίοι στην πόλη ήταν περισσότεροι από τους Ρωμιούς, η Θεσσαλονίκη έγινε ελληνική από τους πρόσφυγες. Μετά την πυρκαγιά του 1917 όλοι διεκδικούσαν σπίτια: οι Εβραίοι, οι ντόπιοι, οι πρόσφυγες. Ένα καζάνι που έβραζε. Εξάλλου, εδώ ξεκίνησε και ο κομμουνισμός με τον Αβραάμ Μπεναρόγια, αλλά και ο φασισμός με την “Εθνική Ένωσις Ελλάς”, γνωστή ως “Τρία Έψιλον (3Ε)”. Για κάποιον που γράφει έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να αντλήσει από εκεί τους χαρακτήρες του. “Madre de Israel” αποκαλούσαν τη Θεσσαλονίκη οι Εβραίοι, ενώ για τους πρόσφυγες έγινε η Προσφυγομάνα. Το κεντρικό πρόσωπο που ενώνει τις ιστορίες των διαφορετικών ανθρώπων είναι μία μάνα, που γίνεται προστάτης της οικογένειάς της και όλων των προσφύγων. Η σειρά είναι παραγωγή της Lumad και της Έλενας Χατζηαλεξάνδρου. Ο πρώτος κύκλος είναι 10 επεισόδια, ο δεύτερος 12 και θα προβληθεί από την ΕΡΤ».

Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ
«Όσους δεν με αποδέχτηκαν τους αντιμετώπισα με αγάπη. Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν εύκολο να με καταλάβουν. Ήμουν πολύ Ελληνίδα, γιατί αγαπώ όλα όσα αντιπροσωπεύει η χώρα, αλλά δεν είμαι ο χαρακτηριστικός τύπος της Ελληνίδας ηθοποιού. Ο συνδυασμός απόφοιτη Φιλοσοφικής, μοντέλο και λάτρις της μόδας, μεταφράστρια τεσσάρων γλωσσών, δεν ήταν συνηθισμένος για τη χώρα μας. Δεν ήξεραν πού να με κατατάξουν. Η Μελίνα Μερκούρη μου είχε πει βέβαια “μην περιμένεις να σε καταλάβουν”, καθώς ήταν κι εκείνη αστή και πολύς κόσμος την παρεξηγούσε. Επίσης, οι πρωταγωνίστριες τότε ήταν ενζενί, ενώ εγώ ήμουν ντάμα. Είδα πολλές όμορφες γυναίκες να εξαφανίζονται και η φοβία μου ήταν να μη μείνω ως μία ακόμη ωραία. Ήθελα να μεταφράζω, να μαθαίνω τη σκηνοθεσία, ώστε, όταν πάψει η εμφάνισή μου να είναι τόσο καλή, να μείνω με τα άλλα όπλα μου. Αργότερα, με τις θεατρικές επιτυχίες έπεσε ο φθόνος, καθώς αποδείχτηκε ότι δεν ήμουν περαστική. Αλλά και πάλι κατανοούσα τη ζήλια, αφού σε ένα βράδυ έκανα αυτά που έκαναν πέντε θέατρα μαζί. Υπάρχουν άνθρωποι που μου ζήτησαν συγγνώμη. Ποτέ δεν ασχολήθηκα με όλα αυτά. Εάν ζητήσει τη βοήθειά μου κάποιος που με έχει βλάψει, τη δίνω, και αυτό είναι κάτι που δεν κατανοούν ούτε οι δικοί μου άνθρωποι. Άλλωστε, η τιμωρία για όσους έχουν κάνει κακίες είναι να μην είσαι κακός εσύ μαζί τους. Αυτό πονάει πολύ περισσότερο».
«Εάν ζητήσει τη βοήθειά μου κάποιος που με έχει βλάψει, τη δίνω [...] Άλλωστε, η τιμωρία για όσους έχουν κάνει κακίες είναι να μην είσαι κακός εσύ μαζί τους. Αυτό πονάει πολύ περισσότερο».
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΓΙΝ
«Τα ελληνικά θέματα δεν ήταν της μόδας, αλλά ο δρόμος άνοιξε μετά την εκκωφαντική επιτυχία της “Σμύρνης”. Θεώρησα θετικό ότι, μετά την πρωτοποριακή ιδέα να φωτίσουμε τη Σμύρνη, ακολούθησαν πολλοί τον δρόμο μου. Είδα να γίνονται μουσικές παραστάσεις, αφιερώματα, μέχρι και η κουζίνα της Σμύρνης ξαναήρθε στο φως. Έως εκείνη τη στιγμή υπήρχε φόβος γύρω από τέτοιες θεματικές. Τώρα, με το θέμα του Έλγιν, μόλις ανακοίνωσα την πρόθεσή μου για το docudrama, διάβασα για τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις που θέλουν να ασχοληθούν με το ίδιο θέμα. Μέχρι και στη Μ. Βρετανία εμφανίστηκαν δύο περιπτώσεις που θέλουν να κάνουν κάτι αντίστοιχο. Τι να πω; Χαίρομαι που οι ιδέες μου αποτελούν έμπνευση. Ο τίτλος του ντοκιμαντέρ “Η γυναίκα πίσω από τον Έλγιν” αναφέρεται φυσικά στη σύζυγό του. Το βιβλίο με τις επιστολές της έπεσε στα χέρια μου τυχαία, σε ένα ταξίδι μου στην Αμερική. Έχω μάθει να ακούω το Σύμπαν, μου φέρνει μπροστά μου αυτά που πρέπει να κάνω. Άργησα να το υλοποιήσω, γιατί είναι ένα πολυδάπανο πρότζεκτ και όπως πάντα αναζητούσα χρηματοδότηση. Η λαίδη Έλγιν, λοιπόν, ομολογεί όλα αυτά που εμείς χρόνια καταδικάζουμε: γράφει πως ήθελαν τα γλυπτά για να διακοσμήσουν το σπίτι τους και πως, αν έβρισκαν πλοία, θα ξεσήκωναν ολόκληρο ναό. Στο docudrama, που αναμένεται να προβληθεί τον ερχόμενο Απρίλιο, βλέπουμε δραματοποιημένη ολόκληρη τη ζωή του Έλγιν, με τους ηθοποιούς Λευτέρη Ζαμπετάκη (Έλγιν), Μαρία Εγγλεζάκη (Λαίδη Έλγιν), Μιχάλη Μαρίνο, Δημήτρη Κουρούμπαλη, Μανώλη Γεραπετρίτη, Nathan Tomas, Dunkan Skinner. Να τονίσω πως θα ήταν αδύνατον να τα καταφέρω χωρίς τη σημαντικότατη συμβολή και στήριξη του αρχαιολόγου και διευθυντή του Μουσείου της Ακρόπολης, Νίκου Σταμπολίδη, ο οποίος υπήρξε και ο ιστορικός σύμβουλος του ντοκιμαντέρ. Έπειτα, το πρότζεκτ αποδείχτηκε γυναικεία υπόθεση: παραγωγός η Έλενα Χατζηαλεξάνδρου, σκηνοθέτιδα η Κατερίνα Ευαγγελάκου, με τη συμμετοχή των αρχαιολόγων Έλενας Κόρκα και Ζεϊνέπ Μποζ και της ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου. Χωρίς να χαλάσω την έκπληξη, θα πω ότι σημαντικές προσωπικότητες της Μ. Βρετανίας εκφράζονται υπέρ της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα».
Παρακολουθώντας στο μοντάζ τα 10 πρώτα λεπτά του ντοκιμαντέρ, με την άρτια αισθητική, τις συνεχείς εναλλαγές εικόνων και γραφικών, τα δραματοποιημένα με ακρίβεια και πιστότητα μέρη, καθώς και την εμπεριστατωμένη και παράλληλα αυθόρμητη αφήγηση της Μιμής Ντενίση, ένιωσα έκπληξη και συγκίνηση. Της εξέφρασα τον θαυμασμό μου και, κλείνοντας την πόρτα του σπιτιού της στο Πεδίον του Άρεως, σκέφτηκα γι’ ακόμη μία φορά πόσο σπουδαία εφόδια για τη ζωή είναι η παιδεία και η μόρφωση… από εκεί δηλαδή που ξεκίνησε και η συζήτησή μας.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΡΑ ΔΕΣΥΠΡΗ
STYLING ΝΤΑΝΤΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
MAKE UP ARTIST ΘΑΝΟΣ ΒΟΓΙΑΝΤΖΗΣ
HAIR ARTIST ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ
STYLING ASSISTANT ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ
Κεντρική φωτογραφία: Πουκάμισο και παντελόνι, Μax&Co., Μax&Co. Boutique & attica | Χρυσά σκουλαρίκια Lito Fine Jewellery, Link
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ONE&ONLY AESTHESIS ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ GLOW ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 2026
