Η έκθεση "Gucci Memoria" στο πλαίσιο του Fuorisalone του Milan Design Week παρουσιάζεται ως μια από τις πιο αφηγηματικές και καλλιτεχνικά φορτισμένες εγκαταστάσεις της φετινής διοργάνωσης. Στεγασμένη στο ιστορικό μοναστήρι Chiostri di San Simpliciano στο Μιλάνο, επιχειρεί να μετατρέψει την 105χρονη ιστορία της Gucci σε μια ενιαία, εικαστική αφήγηση, μέσα από μια σειρά από μεγάλες ταπισερί και συμπληρωματικές εγκαταστάσεις. Ο Demna προσεγγίζει τον οίκο όχι ως fashion house, αλλά ως ένα πολιτιστικό φαινόμενο που έχει ενσωματωθεί στη συλλογική εικόνα της Ιταλίας.
Η Gucci ως πολιτιστικό αφήγημα


Η βασική ιδέα της έκθεσης είναι ότι η Gucci δεν αποτελεί μόνο ένα luxury brand, αλλά ένα κομμάτι της ιταλικής πολιτιστικής ταυτότητας, με την ίδια βαρύτητα που μπορεί να έχουν η τέχνη, η αρχιτεκτονική ή η αναγεννησιακή κληρονομιά. Αυτή η προσέγγιση δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δουλειά του Demna για τον οίκο. Ήδη από το πρώτο του show ως καλλιτεχνικός διευθυντής είχε δημιουργήσει ένα σκηνικό που θύμιζε μουσείο, με μάρμαρα και αναπαραστάσεις αρχαίων αγαλμάτων, τα οποία είχαν σαρωθεί τρισδιάστατα από πραγματικά ελληνιστικά και ρωμαϊκά έργα. Με αυτόν τον τρόπο, ήθελε να υπογραμμίσει ότι η Gucci έχει πλέον περάσει στο επίπεδο των πολιτιστικών συμβόλων και όχι μόνο της μόδας.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Demna έχει επανειλημμένα αναφερθεί στην έννοια του "Gucciness", δηλαδή σε αυτό που κάνει την Gucci να είναι... Gucci. Για τον ίδιο, αυτό δεν περιορίζεται στα προϊόντα, αλλά αφορά έναν τρόπο σκέψης, μια αισθητική και μια πολιτιστική παρουσία που εκτείνεται πέρα από τη βιομηχανία της μόδας. Η έκθεση Memoria αποτελεί ακριβώς την οπτική απόδοση αυτής της ιδέας.
Οι ταπισερί της ιστορίας




Στο κέντρο της εγκατάστασης βρίσκονται 12 μεγάλες ταπισερί, οι οποίες αφηγούνται σημαντικές στιγμές από την ιστορία του οίκου. Η αφήγηση ξεκινά από τον Guccio Gucci και την εμπειρία του στο Λονδίνο στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν εργαζόταν σε ξενοδοχείο και παρατήρησε τη σημασία των ταξιδιωτικών αποσκευών για την ανερχόμενη τάξη των ταξιδιωτών. Αυτή η παρατήρηση αποτέλεσε τη βάση για την ίδρυση της Gucci στη Φλωρεντία το 1921, όπου άνοιξε το πρώτο εργαστήριο δερμάτινων ειδών.
Στη συνέχεια, οι ταπισερί περνούν σε εμβληματικά κεφάλαια της ιστορίας του brand, όπως η δημιουργία της τσάντας Bamboo 1947 και της Jackie 1961, η οποία συνδέθηκε με τη Jacqueline Kennedy Onassis και καθιέρωσε τη Gucci ως διεθνές σύμβολο κομψότητας. Παράλληλα, παρουσιάζονται οι διαφορετικές δημιουργικές εποχές του οίκου, από τον Tom Ford μέχρι τη Frida Giannini και τον Sabato De Sarno, δείχνοντας πώς η ταυτότητα της Gucci μετασχηματίστηκε μέσα στον χρόνο χωρίς να χάσει τη συνοχή της.
Αν και η θεματολογία είναι ιστορική, η εικαστική προσέγγιση δεν είναι ρεαλιστική. Οι ταπισερί μοιάζουν περισσότερο με σύγχρονες αναγεννησιακές σκηνές, όπου η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από συμβολισμούς, υπερβολή και φαντασιακά στοιχεία. Μέσα σε αυτές τις εικόνες παρεμβάλλονται σύγχρονες λεπτομέρειες, όπως αντικείμενα καθημερινής τεχνολογίας ή ακόμα και ο ίδιος ο Demna, δημιουργώντας μια αίσθηση ότι το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια.
Ο κήπος Flora και η παιχνιδιάρικη πλευρά της Gucci


Πέρα από τις ταπισερί, η έκθεση περιλαμβάνει έναν κήπο εμπνευσμένο από το εμβληματικό μοτίβο Flora της Gucci. Το σχέδιο αυτό δημιουργήθηκε αρχικά τη δεκαετία του 1960 για τη Grace Kelly και αποτελείται από 43 διαφορετικά λουλούδια και βοτανικά στοιχεία. Στο πλαίσιο της έκθεσης, το μοτίβο μετατρέπεται σε ένα φυσικό τοπίο με εποχιακά αγριολούλουδα, προσφέροντας μια πιο βιωματική και αισθητηριακή εμπειρία στον επισκέπτη.


Σε αντίθεση με τη σοβαρότητα της ιστορικής αφήγησης, ο Demna ενσωματώνει και μια πιο ανάλαφρη, ειρωνική διάσταση μέσα από μηχανήματα αυτόματης πώλησης με ποτά εμπνευσμένα από χαρακτήρες-αρχέτυπα που έχει χρησιμοποιήσει στις συλλογές του για τη Gucci. Τα ονόματα των ποτών, όπως "Fashion Icon" ή "Drama Queen", λειτουργούν σαν σχόλιο πάνω στην υπερβολή και την ταυτότητα στη σύγχρονη κουλτούρα της μόδας.
Με πληροφορίες από Wallpaper | Φωτογραφίες: Gucci/Instagram
