Σε έναν κόσμο όπου το παράλογο λειτουργεί ως κανόνας και η τραγωδία συναντά την ανατρεπτική σάτιρα, η «Φαύστα» του Μποστ επιστρέφει στη σκηνή, φέρνοντας μαζί της την ιδιαίτερη γλώσσα και το χαρακτηριστικό ύφος του δημιουργού της. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται η Φαύστα και ο Γιάννης, οι οποίοι χάνουν το τεσσάρων ετών κοριτσάκι τους, το Ριτσάκι, στη θάλασσα, μια απώλεια που οδήγησε σε μια σειρά από απρόβλεπτα και σουρεαλιστικά γεγονότα, όταν χρόνια αργότερα ο πατέρας βρίσκει το παιδί μέσα στην κοιλιά ενός ψαριού και... τα πάντα αλλάζουν ξανά.
Για δύο μόνο βραδιές, απόψε και αύριο, στο Μέγαρο Μουσικής, το κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει αυτόν τον πρωτότυπο κόσμο του Μποστ σε μια νέα, ευφάνταστη παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών σε σκηνοθεσία Τάσου Πυργιέρη και με μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη, όπου η ελληνική οικογένεια, το παράλογο, το χιούμορ και η σάτιρα συνυπάρχουν με τρόπο εντελώς ιδιαίτερο.
Ανάμεσα στους ηθοποιούς που δίνουν ζωή στη φετινή «Φαύστα» βρίσκεται η Μαριλένα Μόσχου. Γεννημένη το 1991 στην Αθήνα, είναι απόφοιτη της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και τελειόφοιτη του τμήματος Βιολογίας του ΕΚΠΑ. Από το 2016 μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει σε πλήθος παραστάσεων σε σημαντικούς θεατρικούς οργανισμούς, όπως το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό Θέατρο, τα Αθηναϊκά Θέατρα, το Θέατρο του Νέου Κόσμου και το Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, συνεργαζόμενη με σκηνοθέτες όπως ο Τάσος Πυργιέρης, ο Νίκος Μαστοράκης, η Μαριάννα Κάλμπαρη, ο Γιάννης Χουβαρδάς, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, η Λένα Κιτσοπούλου, ο Παντελής Δεντάκης και η Σοφία Αντωνίου.
Τη συναντήσαμε λίγο πριν από τις δύο παραστάσεις στο Μέγαρο για να μιλήσουμε για τον κόσμο του Μποστ και τη δική της εμπειρία μέσα από αυτό το ανατρεπτικό έργο!
Η «Φαύστα» είναι ένα έργο που, κάτω από την επιφάνεια της φάρσας, κρύβει μια αιχμηρή κοινωνική και υπαρξιακή ματιά. Πώς δεχτήκατε την πρόταση να ενσαρκώσετε το Ριτσάκι και τι ήταν αυτό που σας έκανε να νιώσετε ότι αυτός ο ρόλος σας αφορά;

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που μ’έκανε με πολλή χαρά να δεχτώ αυτήν την πρόταση ήταν ο συνδυασμός του έργου και του σκηνοθέτη. Ο Τάσος (Πυργιέρης) είναι ένας άνθρωπος που εμπιστεύομαι πολύ, συνεργαζόμαστε αρκετά χρόνια, και εκτιμώ πολύ την αγάπη που έχει για δουλειά του, το χιούμορ του, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κάθε έργο που αναλαμβάνει αλλά και το πόσο αγαπάει, σέβεται και ασχολείται με τους ηθοποιούς του. Ήξερα, λοιπόν, ότι η ματιά του, σ’ένα τέτοιο έργο, με τόσο χιούμορ αλλά και βαθιά κοινωνικοπολιτικό θα έδινε μια ιδιαίτερη διάσταση στην παράσταση. Συν, βέβαια, του ότι το Ριτσάκι είναι ένας υπέροχος ρόλος, αν σκεφτεί κανείς, ότι μιλάμε για ένα κορίτσι που πέρασε 12 χρόνια μέσα σ’ ένα ψάρι! Αυτό που με γοητεύει περισσότερο στο Ριτσάκι είναι ότι είναι ένα πλάσμα που δεν ξέρει να υπάρχει μέσα στις κοινωνικές νόρμες, δεν είχε τη δυνατότητα να μεγαλώσει «φυσιολογικά», είναι ένα παιδί παγιδευμένο στο σώμα μιας γυναίκας, μια μεγάλη «μπέμπα» (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) που φέρει την αθωότητα και τη χαρά του καινούργιου, της ανακάλυψης. Δεν ξέρει να περπατάει «σωστά», να μιλάει «σωστά», να φέρεται «σωστά», όλα για εκείνη είναι απλά και μεγάλα και δεν υπάρχει η έννοια του καλού και του κακού, όπως συμβαίνει σε έναν άνθρωπο ενταγμένο σ’ ένα κοινωνικό σύνολο. Αυτό είναι, βέβαια, και το στοιχείο που την κάνει «επικίνδυνη»... Με την αθωότητα των τεσσάρων της χρόνων, ταξιδεύοντας μέσα στην κοιλιά ενός ψαριού και γυρίζοντας τον κόσμο, έμαθε ότι «Μόνο ο φτωχός που δίνει, αισθάνεται μια άσβηστον χαράν δια να πλουτύνει....»
Το Ριτσάκι ισορροπεί ανάμεσα στην αφέλεια, την υπερβολή και μια σχεδόν υπόγεια τραγικότητα. Πώς το προσεγγίσατε ερμηνευτικά; Υπήρξε κάποια λέξη, εικόνα ή εσωτερική κατάσταση που λειτούργησε ως πυρήνας;
Ερμηνευτικά προσπάθησα να μην το δω ως «αφελές» με την επιφανειακή έννοια, αλλά ως έναν χαρακτήρα που χρησιμοποιεί την αφέλεια και την υπερβολή σαν αποτέλεσμα της αθωότητάς της αλλά και σαν μηχανισμούς άμυνας. Οπότε, ένα πράγμα που προσπάθησα να έχω στο μυαλό μου, ήταν η μοναξιά της, ότι πέρασε τόσα χρόνια μόνη της, και ξαναβρίσκοντας την οικογένειά της είχε την ανάγκη της αποδοχής τους. Να κάνει φασαρία για να μπορέσει να ακουστεί, να υπάρξει, να δείξει ότι ξέρει πολλά πράγματα, μιμούμενη βέβαια όλα όσα έχει δει στα ταξίδια της (ήταν παρούσα μέχρι και στο ναυάγιο του Τιτανικού!), να αντιγράψει τους τρόπους και τις συμπεριφορές της οικογένειας της για να την αποδεχτούν και να μπορέσει κι εκείνη επιτέλους να ανήκει κάπου. Κάπου, που τη βλέπουν και την ακούνε. Ο λόγος του Μποστ, και ειδικά η συγκεκριμένη σκηνή, είναι γεμάτος εικόνες και μουσική, επομένως, πέρα από την αγωνία του ρόλου, εμπιστεύτηκα το ίδιο το ευφυές αυτό κείμενο, που έχει αυτόν τον κωμικό λόγο μ’ αυτό το σχεδόν τραγικό περιεχόμενο.
Στον κόσμο του Μποστ, το γέλιο συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας. Πιστεύετε ότι το Ριτσάκι γελά για να αντέξει έναν παράλογο κόσμο ή επειδή δεν έχει ακόμη πλήρη επίγνωση αυτού που του συμβαίνει;
Νομίζω πως το Ριτσάκι κυρίως κάνει τους άλλους να γελούν, άθελά της βέβαια, αλλά, ναι, όταν γελάει, γελάει και για τους δύο λόγους, αλλά όχι με απόλυτη συνείδηση. Δεν έχει πλήρη επίγνωση του παραλογισμού που το περιβάλλει. Το γέλιο λειτουργεί σαν ένστικτο επιβίωσης, σαν ένας τρόπος να αποσυμπιέσει τον φόβο και την ανασφάλεια. Προηγείται της κατανόησης· γελά πριν προλάβει να τρομάξει πραγματικά. Κι αυτό το κάνει ταυτόχρονα κωμικό και βαθιά ανθρώπινο.

Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει το Ριτσάκι ως έναν άνθρωπο παγιδευμένο μέσα σε οικογενειακές και κοινωνικές δομές εξουσίας. Σας απασχόλησε αυτή η δεύτερη, πιο σκοτεινή ανάγνωση του ρόλου;
Ναι, με απασχόλησε πολύ αυτή η ανάγνωση και μάλιστα από νωρίς. Και κυρίως αυτή. Πίσω από την κωμική επιφάνεια, το Ριτσάκι είναι ένας χαρακτήρας που δεν κατέχει καμία πραγματική εξουσία και κινείται διαρκώς μέσα σε δομές που το ξεπερνούν, οικογενειακές, κοινωνικές, ακόμη και γλωσσικές. Δεν έχει τη δυνατότητα να ορίσει τους όρους της ύπαρξής του, μόνο να αντιδράσει μέσα σε αυτούς. Αυτή η αδυναμία «γεννά» και τη σκοτεινή του πλευρά: το χιούμορ, η υπερβολή και η σύγχυση δεν είναι απλώς κωμικά στοιχεία, αλλά τρόποι ύπαρξης μέσα σε μια πραγματικότητα που το συνθλίβει συνεχώς χωρίς ποτέ να του δίνει χώρο.
Υπάρχουν στιγμές στην παράσταση όπου νιώθετε ότι το κωμικό στοιχείο υποχωρεί και αποκαλύπτεται κάτι πιο πολιτικό ή υπαρξιακό;
Η ευφυΐα του Μποστ κρύβεται ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Δεν είναι τυχαίο που έχει τοποθετήσει έναν χαρακτήρα μ’ αυτήν την αθωότητα, να μιλάει για πράγματα άκρως πολιτικά. Το Ριτσάκι, ένα κορίτσι που δεν είχε καμία επαφή με τον κοινωνικό ιστό, ένα άγραφο χαρτί, πιστεύει ακράδαντα πως η Κίνα είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο γιατί εκεί καίνε τα δάση το καλοκαίρι για να προλάβουν τις φωτιές και να μην ξοδεύουν νερό. Υποστηρίζει πως ο μόνος τρόπος για να είμαστε όλοι καλά, είναι να πληρώνουν φόρους μόνο οι φτωχοί γιατί αυτό είναι που θα τους κάνει να προσπαθήσουν να αποκτήσουν πλούτο.

Πώς θα ακούγονταν αυτά τα λόγια από το στόμα ενός ρόλου άμεσα ενταγμένου σ’ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα; Ενός ρόλου άμεσα χαρακτηρισμένου από την κοινωνικοοικονομική του θέση ή το επάγγελμά του;
Το Ριτσάκι δεν έχει καμία τέτοια θέση, κανένα πρόσημο. Είναι απλώς ένα πλάσμα που αναπαράγει, μιμείται αυτό που έχει δει, αυτό που έχει ακούσει, αυτό που αναγκάστηκε να κάνει τον «κόσμο» της για να υπάρχει. Ακούγοντας αυτά τα λόγια, λοιπόν, γελάς, αλλά ο Μποστ καταφέρνει να μετατρέπει το γέλιο σε εργαλείο κριτικής· σε βάζει να γελάσεις και, σχεδόν ταυτόχρονα, να αναρωτηθείς για τη θέση σου μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Εκεί ακριβώς νιώθω ότι το κωμικό υποχωρεί και αφήνει χώρο σε κάτι πιο ουσιαστικό και ανήσυχο. Είναι οι στιγμές που συνειδητοποιείς ότι το παράλογο δεν είναι απλώς ένα κωμικό εύρημα, αλλά ένας τρόπος να μιλήσει το έργο για την εξουσία, την αδυναμία και την αποξένωση.
Η πορεία σας στην υποκριτική χαρακτηρίζεται από επιλογές με έντονο θεατρικό και καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Κοιτάζοντας πίσω, ποια στιγμή ή συνεργασία θεωρείτε καθοριστική για τη διαμόρφωσή σας ως ηθοποιού;
Μιας και μετράει σχεδόν δέκα χρόνια, θα έλεγα ότι η πιο καθοριστική μου συνεργασία είναι αυτή με τη Λένα Κιτσοπούλου. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπώ πολύ, βαθιά αληθινός, ευγενής και πιστός στον εαυτό του και στην τέχνη του. Την κινητοποιεί πάντα η ανάγκη για δημιουργία και αυτό είναι κάτι που μεταφέρει και στους ηθοποιούς και στους συνεργάτες της, τους εμπνέει, δίνοντας σε όλους τον χώρο να είναι εξίσου δημιουργικοί και ελεύθεροι με τον τρόπο τους. Δουλεύοντας μαζί της, άρχισα να βλέπω την ανάγκη για απόλυτη αλήθεια και έκθεση πάνω στη σκηνή και πώς (όπως λέει εκείνη) «Για να καταλάβεις τον κόσμο μπορείς είτε να τον γυρίσεις ολόκληρο σε ογδόντα μέρες είτε να τον καταλάβεις παρατηρώντας όλη σου τη ζωή ένα μυρμήγκι». Η τελευταία μας συνεργασία είναι στην παράσταση “Cry”, την οποία έχουμε παίξει στην Ελβετία, στην Κύπρο και στην Αθήνα, και τώρα θα παιχτεί για λίγες παραστάσεις και στην Θεσσαλονίκη.
Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε αρχικά στο θέατρο; Θυμάστε πότε συνειδητοποιήσατε ότι η υποκριτική δεν είναι απλώς μια επιθυμία, αλλά τρόπος ζωής;
Αυτό που θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ότι με οδήγησε στο θέατρο είναι ότι συνειδητοποίησα ότι πάνω στη σκηνή μπορείς να είσαι ό,τι θες εσύ να είσαι. Ό,τι φοβάσαι, ό,τι δεν τολμάς να είσαι, ό,τι θα ήθελες να είσαι, και τελικά να είσαι απόλυτα ο εαυτός σου. Κι επειδή για μένα πάντα ήταν δύσκολο να λειτουργήσω στη ζωή, να επικοινωνήσω, να τολμήσω, να χαρώ, το θέατρο λειτούργησε σαν πράξη ελευθερίας. Νιώθω ασφάλεια πάνω στη σκηνή, οι κανόνες είναι συγκεκριμένοι, είναι ένας τόπος που χωράει το χάος μου και οι τάσεις φυγής μου. Εκεί μπορώ να φεύγω. Και κλέβω λίγο και την Έμιλυ Ντίκινσον: «Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά», επειδή δεν μπορούσα να βρω το χώρο μου στη ζωή, τον βρήκα στη σκηνή.
Πώς νιώθετε ότι έχετε αλλάξει ως ηθοποιός μέσα στα χρόνια; Υπάρχει κάτι που σήμερα αντιμετωπίζετε διαφορετικά σε σχέση με τα πρώτα σας βήματα;
Νομίζω ότι έχω μετακινηθεί από το «πρέπει» να τα κάνω όλα «σωστά» προς το «πρέπει» να τα κάνω όλα «αληθινά». Να δημιουργώ και να βρίσκω την αλήθεια και την ελευθερία μου μέσα στο κάθε πλαίσιο που πρέπει κάθε φορά να υπηρετήσω. Κι αυτό έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που προσεγγίζω το θέατρο και τους ρόλους.
Αντλείτε στοιχεία από την προσωπική σας διαδρομή για να προσεγγίσετε ρόλους όπως το Ριτσάκι ή προσπαθείτε να κρατάτε απόσταση ανάμεσα στον εαυτό σας και στους χαρακτήρες;
Νομίζω ότι δεν γίνεται να μην αντλείς στοιχεία από την προσωπική σου διαδρομή· ό,τι κουβαλάς ως άνθρωπος μπαίνει αναπόφευκτα στη δουλειά σου. Όλοι οι ρόλοι είμαστε εμείς. Ταυτόχρονα όμως προσπαθώ να κρατώ μια συνειδητή απόσταση, γιατί ο στόχος μας πάντα είναι πούμε μια ιστορία. Δεν μπορώ να ταυτιστώ, ας πούμε, με τις απόψεις του Ριτσακίου περί πολιτικής και οικονομίας, επιβάλλεται όμως, να χρησιμοποιήσω το κοινό «γιατί» που έχουμε με το Ριτσάκι. Τα προσωπικά βιώματα λειτουργούν περισσότερο σαν πρώτη ύλη, εικόνες, μνήμες, για να καταλάβω τον κάθε ρόλο. Η φαντασία μας, βέβαια, καμιά φορά είναι πολύ πιο χρήσιμη και δημιουργική από την πραγματικότητα. Στην περίπτωση του Ριτσακίου, αυτό που με ενδιέφερε ήταν να αναγνωρίσω κοινές αγωνίες, το χιούμορ, τη μοναξιά, την αδυναμία ένταξης μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο και τις αφήσω να εκφραστούν μέσα από τον κωμικοτραγικό κόσμο του Μποστ.
Αν μεταφέραμε το Ριτσάκι στο σήμερα, σε ποια κοινωνική συνθήκη θα το τοποθετούσατε;

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ καμία κοινωνική συνθήκη στην οποία θα ήταν αποδεκτό και θα μπορούσε να ενσωματωθεί το Ριτσάκι, ένα πλάσμα διαμορφωμένο εκτός οποιασδήποτε κοινωνικοοικογενειακής νόρμας με τόση υπερβολή, χιούμορ και την αμηχανία. Μου θυμίζει λίγο τα παιδιά από την ταινία «Γαλάζια Λίμνη», που όταν πια επέστρεψαν στον «κόσμο» δεν είχαν πια πού να επιστρέψουν και πού να ενταχθούν... Είμαστε όσα έχουν γραφτεί μέσα μας, και το να είσαι διαφορετικός εξακολουθεί να είναι τρομακτικό σ’ έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο συντηρητικός, ακόμα κι αν ισχυρίζεται το αντίθετο...
Ως ηθοποιός, πόσο σας ενδιαφέρει να φωτίζετε τις κοινωνικές και υπόγειες διαστάσεις ενός ρόλου; Θεωρείτε ότι αυτό είναι μέρος της ευθύνης της τέχνης;
Νομίζω, δυστυχώς, ότι η ευθύνη της τέχνης, έχει λίγο υποτιμηθεί, με την έννοια ότι διαμορφώνει σκέψη, αισθητική, και πολιτικοκοινωνική αντίληψη. Ευθύνη των καλλιτεχνών είναι να αντιστέκονται, να μιλούν, γιατί η φύση της ίδιας τέχνης είναι η ελευθερία, η εξέλιξη του πνεύματος, και μιας βαθιάς παιδείας εν γένει. Οπότε, για να απαντήσω στην ερώτησή σας, πιστεύω πως επιβάλλεται να φωτίζουμε πάντα, τα σκοτεινά κομμάτια ενός ρόλου, ενός έργου, τα κομμάτια που αφορούν άμεσα την κοινωνία και το παρόν μας.
Τι πιστεύετε ότι μπορεί να «πάρει» μαζί του ένας σύγχρονος θεατής φεύγοντας από τη «Φαύστα»;
Νομίζω ότι ο σύγχρονος θεατής θα καταλάβει ότι ο παραλογισμός και η φάρσα που είδε στη σκηνή δεν απέχουν και τόσο πολύ από τον δικό μας κόσμο, ότι πίσω από το χιούμορ υπάρχει πάντα μια αλήθεια για την ανθρώπινη ύπαρξη. Και, ίσως, να φύγει με την επιθυμία να παρατηρεί λίγο περισσότερο, να γελάει και να αναρωτιέται τι κρύβεται πίσω από κάθε φαινομενικά παράλογη κατάσταση που βιώνει.
Info: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης-Αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης
09 Ιανουαρίου 2026 έως 10 Ιανουαρίου 2026
Παρ|Σαβ 20:30
Φωτογραφίες παράστασης: Κωνσταντίνος Λέπουρης
Φωτογραφίες πορτραίτο της Μαριλένας Μόσχου: Λιλή Νταλανίκα
