fbpixel
Search
SKG Stories: Η διακεκριμένη σοπράνο Άννα Στυλιανάκη επιστρέφει σε έναν από τους πιο εμβληματικούς ρόλους της όπερας «Μποέμ» του Πουτσίνι
SKG STORIES

SKG Stories: Η διακεκριμένη σοπράνο Άννα Στυλιανάκη επιστρέφει σε έναν από τους πιο εμβληματικούς ρόλους της όπερας «Μποέμ» του Πουτσίνι

Για μια ακόμα παράσταση απόψε στο Επταπύργιο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επταπυργίου 2026


Η σοπράνο Άννα Στυλιανάκη επιστρέφει σε έναν από τους πιο εμβληματικούς ρόλους του λυρικού ρεπερτορίου, τη Μιμή από την όπερα «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι, σε μια νέα συνάντηση με ένα έργο γεμάτο πάθος, ευαισθησία και αλήθεια. Με αφετηρία τη μουσική του Πουτσίνι και συνοδοιπόρο την προσωπική της καλλιτεχνική διαδρομή, μιλά για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει έναν χαρακτήρα που έχει αγαπηθεί από γενιές θεατών, για τη σχέση τεχνικής και συναισθήματος στη σκηνή, για τις προκλήσεις που κρύβει η δουλειά της, αλλά και για τη δική της Θεσσαλονίκη.

Ας τη γνωρίσουμε καλύτερα...

Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή στη «Μποέμ» και ειδικά στον εμβληματικό ρόλο της Μιμή;

Είναι κάθε φορά μια νέα συνάντηση. Είναι ένας ρόλος που έχω την τύχη να έχω ερμηνεύσει πολλές φορές και κάθε φορά ανακαλύπτω μια νέα πτυχή της, γιατί αλλάζω και εγώ ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνις. Είναι μια νέα ανακάλυψη και μια νέα ευθύνη απέναντι σε ένα χαρακτήρα που κουβαλάει τόση αλήθεια και συγκίνηση.

Πώς προσεγγίσατε ερμηνευτικά τη Μιμή, έναν χαρακτήρα τόσο εύθραυστο αλλά και τόσο βαθιά ανθρώπινο;

Προσπαθώ να προσεγγίζω τη Μιμή πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως ηρωίδα της όπερας. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η δύναμή της. Δεν είναι μια εξιδανικευμένη μορφή - είναι μια νέα γυναίκα που ερωτεύεται, ονειρεύεται, φοβάται και παλεύει με την πραγματικότητα της ζωής της. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι να μην την παρουσιάσω ως μια εύθραυστη κοπέλα που απλώς οδηγείται μοιραία στον θάνατο. Μέσα στην ευαισθησία της υπάρχει μια βαθιά αξιοπρέπεια και μια εσωτερική δύναμη. Αγαπά με γενναιοδωρία, χωρίς να χάνει ποτέ την ανθρωπιά της. Ερμηνευτικά, προσπαθώ να υπηρετώ τη μουσική και το κείμενο με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Ο Πουτσίνι έχει γράψει τα πάντα στη μουσική του. Δε χρειάζεται υπερβολή, χρειάζεται αλήθεια, λεπτότητα και εμπιστοσύνη στη δύναμη της μουσικής.

Μποέμ

Στην «Μποέμ» ο έρωτας και η φτώχεια συνυπάρχουν δραματικά. Πώς αποτυπώσατε εσείς αυτήν την αντίθεση στη σκηνή;

Η Μποέμ μάς θυμίζει πως ο έρωτας δεν ανθίζει μόνο στις ιδανικές συνθήκες. Αντίθετα, πολλές φορές αποκαλύπτεται πιο δυνατός όταν οι άνθρωποι δοκιμάζονται. Η φτώχεια δεν αφαιρεί από τη Μιμή και τον Ροντόλφο την ικανότητα να αγαπήσουν· κάνει την αγάπη τους ακόμη πιο πολύτιμη και πιο εύθραυστη. Αυτό που θέλω ως ερμηνεύτρια να μεταφέρω στη σκηνή είναι ότι, ακόμη και μέσα στη στέρηση, μπορεί να υπάρξει βαθιά ομορφιά, αλήθεια και ανθρωπιά.

Η όπερα του Πουτσίνι βασίζεται στην έντονη συναισθηματική αλήθεια. Πόσο δύσκολο είναι να παραμείνετε «τεχνικά σωστή» μέσα σε τόσο έντονο συναίσθημα;

Πιστεύω ότι η τεχνική και το συναίσθημα δεν είναι αντίπαλοι - είναι σύμμαχοι. Η τεχνική είναι το εργαλείο που σου επιτρέπει να εκφράσεις το συναίσθημα με ελευθερία και ασφάλεια. Όσο περισσότερο την έχεις κατακτήσει, τόσο λιγότερο σε απασχολεί την ώρα της παράστασης και τόσο περισσότερο μπορείς να είσαι πραγματικά παρών στη στιγμή. Εκεί γεννιούνται οι πιο αληθινές ερμηνείες.

Η Μιμή είναι ένας ρόλος που έχει ερμηνευτεί από σπουδαίες σοπράνο. Νιώθετε ότι υπάρχει ένα «βάρος παράδοσης» ανεβαίνοντας στη σκηνή;

Είναι αλήθεια ότι η Μιμή έχει συνδεθεί με μερικές από τις σπουδαιότερες σοπράνο στην ιστορία της όπερας και αυτό από μόνο του γεννά έναν μεγάλο σεβασμό. Όμως δεν το βιώνω ως βάρος. Το βλέπω περισσότερο ως μια μεγάλη παρακαταθήκη και ως πηγή έμπνευσης. Στόχος μου δεν είναι να μιμηθώ αυτές τις ερμηνείες, αλλά να υπηρετήσω αυτό το αριστούργημα με ειλικρίνεια, σεβασμό και τη δική μου προσωπική ματιά.

Υπάρχει κάποια άλλη παράσταση που ξεχωρίζετε από το φετινό Φεστιβάλ Επταπυργίου;

Θεωρώ ότι το φετινό πρόγραμμα είναι συνολικά πολύ υψηλού επιπέδου και αυτό είναι που ξεχωρίζω περισσότερο. Το Φεστιβάλ Επταπυργίου έχει καταφέρει να συνδυάζει διαφορετικές μορφές τέχνης και να παρουσιάζει πρωτότυπες παραγωγές με εξαιρετικούς καλλιτέχνες. Είναι ένας θεσμός που έχει αποκτήσει τη δική του ταυτότητα και πιστεύω ότι κάθε παραγωγή προσθέτει κάτι ξεχωριστό στο σύνολο του φεστιβάλ.

Αλήθεια, πώς θα περιγράφατε τη διαδρομή σας μέχρι σήμερα στον χώρο του λυρικού τραγουδιού και ποια θεωρείτε καθοριστικά σημεία της εξέλιξής σας;

Θα έλεγα ότι ήταν μια πορεία που χτίστηκε βήμα-βήμα, με πολλή δουλειά, υπομονή και συνεχή αναζήτηση. Είχα την τύχη να σπουδάσω δίπλα σε σημαντικούς δασκάλους και να συνεργαστώ με εξαιρετικούς καλλιτέχνες. Όλες αυτές οι εμπειρίες με διαμόρφωσαν, αλλά κάθε φορά συνειδητοποιώ ότι η πραγματική εξέλιξη δεν αφορά μόνο τη φωνή. Όσο περνούν τα χρόνια, εξελίσσεται και ο άνθρωπος. Και αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω κάθε ρόλο. Σήμερα με ενδιαφέρει περισσότερο από ποτέ να υπηρετώ τη μουσική με ειλικρίνεια και αλήθεια. Άλλωστε, στη λυρική τέχνη δε σταματάς ποτέ να μαθαίνεις. Κάθε ρόλος είναι μια νέα αρχή και κάθε παράσταση μια νέα ευκαιρία να επικοινωνήσεις κάτι αληθινό με το κοινό.

Οι δουλειές σας είναι πραγματικά εξαιρετικές και συνεχίζετε με το ίδιο πάθος να εντυπωσιάζετε στη σκηνή. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που έχετε αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα;

Nα μάθω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου. Όταν ξεκινάς, σε απασχολεί πολύ η τεχνική, το αν θα ανταποκριθείς στις απαιτήσεις ενός ρόλου ή στις προσδοκίες των άλλων. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η τεχνική είναι το μέσο, όχι ο σκοπός. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να ανεβαίνεις κάθε φορά στη σκηνή με αλήθεια, ευθύνη και την ίδια αγάπη για τη μουσική, ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχεις ερμηνεύσει έναν ρόλο.

Τι άλλο πρέπει να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη γιατί μετά την Μποέμ ακολουθούν πολύ όμορφες καλλιτεχνικές προκλήσεις. Το επόμενο διάστημα θα συμμετάσχω σε μια περιοδεία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μια ιδιαίτερη παραγωγή που συνδυάζει τον κινηματογράφο με τη ζωντανή ερμηνεία αποσπασμάτων από αγαπημένες όπερες. Τον Δεκέμβριο, θα έχω τη χαρά να ερμηνεύσω έναν νέο για μένα πρωταγωνιστικό ρόλο, τη «Λίζα στην Ντάμα Πίκα» του Τσαϊκόφσκι, στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Είναι ένας ρόλος που με ενθουσιάζει ιδιαίτερα και ανυπομονώ να τον ανακαλύψω. Νιώθω ευγνωμοσύνη που έχω την ευκαιρία να εξελίσσομαι μέσα από τόσο διαφορετικά έργα και συνεργασίες. Αυτό εύχομαι να συνεχίσει και στο μέλλον.

Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης (Φωτογραφίες: Υπουργείο Πολιτισμού)

Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας;

Θα έλεγα την περιοχή γύρω από το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί πέρασα μερικά από τα πιο όμορφα και καθοριστικά χρόνια της ζωής μου. Δεν ήταν μόνο οι σπουδές - ήταν τα όνειρα, η καθημερινή μελέτη, οι φιλίες, η αγωνία πριν από τις εξετάσεις και η χαρά κάθε μικρής κατάκτησης. Όταν περνάω ακόμη από εκεί, νιώθω σαν να συναντώ ένα κομμάτι του νεότερου εαυτού μου.

Ένα spot για φαγητό που μόνο λίγοι έχουν ανακαλύψει;

Μάλλον θα «κλέψω» λίγο στην ερώτηση, γιατί δεν είναι ένα μέρος που έχουν ανακαλύψει λίγοι. Θα πω όμως τα Δέκα Τραπέζια. Έχει εξαιρετικό φαγητό, πολύ όμορφη ατμόσφαιρα και το προτείνω πάντα σε φίλους που επισκέπτονται τη Θεσσαλονίκη.

Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;

Η Θεσσαλονίκη έχει έναν μοναδικό τρόπο να είναι ταυτόχρονα ήρεμη και ζωντανή. Μπορείς να απολαύσεις έναν χαλαρό περίπατο δίπλα στη θάλασσα και λίγα λεπτά μετά να βρεθείς μέσα σε μια πόλη γεμάτη ενέργεια, πολιτισμό και ζωή. Αυτή η ισορροπία είναι που την κάνει ξεχωριστή για μένα.

Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;

Η Άνω Πόλη. Περπατώντας στα στενά της νιώθεις ότι αφήνεις πίσω τον ρυθμό της καθημερινότητας. Είναι από τα λίγα μέρη όπου ο χρόνος μοιάζει πραγματικά να έχει σταματήσει.

Άνω Πόλη

Μια προσωπική σας ιστορία στην πόλη που ποτέ δεν έχετε μοιραστεί;

Όταν σπούδαζα στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, διοργανωνόταν κάθε καλοκαίρι μια θερινή ακαδημία στη Χαλκιδική. Εγώ δεν είχα σκοπό να συμμετάσχω, γιατί είχα ήδη προγραμματίσει να παρακολουθήσω ένα άλλο σεμινάριο. Όταν όμως ανακοινώθηκαν οι υποτροφίες, ο τότε διευθυντής του Ωδείου μού είπε χαμογελώντας: «Εσύ, θέλεις δε θέλεις, θα πας. Είχες τη μεγαλύτερη βαθμολογία του τμήματος και η υποτροφία είναι δική σου». Τελικά πήγα. Εκεί γνώρισα τη σπουδαία μεσόφωνο Δάφνη Ευαγγελάτου, καθηγήτρια τότε στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου. Έναν χρόνο αργότερα έδωσα εξετάσεις, έγινα δεκτή στην Ακαδημία και είχα την τύχη να γίνω μαθήτριά της. Κοιτάζοντας πίσω, συνειδητοποιώ ότι μια απόφαση που δεν ήταν καν στα σχέδιά μου αποδείχθηκε καθοριστική για την πορεία μου. Από τότε έχω μάθει να εμπιστεύομαι λίγο περισσότερο τις απρόσμενες στροφές της ζωής . Γιατί, πολλές φορές, οι πιο καθοριστικές συναντήσεις έρχονται ακριβώς τη στιγμή που δεν τις περιμένεις.

Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σας αρέσει να περπατάτε;

Στην παραλία, από το λιμάνι μέχρι το Μέγαρο Μουσικής.

Ένας χώρος Τέχνης που ξεχωρίζετε εδώ;

Το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί σπούδασα και πέρασα αμέτρητες ώρες, γεμάτες μαθήματα, πρόβες, αγωνίες και όμορφες στιγμές. Είναι ένας χώρος που συνδέω με τα πρώτα μου καλλιτεχνικά όνειρα και που εξακολουθεί να έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.

Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει…

Μπουγάτσα και Τρίγωνα Ελενίδη!

Νέα Παραλία

Αν η Θεσσαλονίκη ήταν τραγούδι, θα είχε τίτλο…

Θα είχε τον τίτλο «Νοσταλγία». Για μένα, η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη γεμάτη αναμνήσεις. Κάθε γωνιά της κρύβει μια ιστορία και κάθε επιστροφή μοιάζει με συνάντηση με ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει τα δεδομένα στην πόλη;

Θα έλεγα τον Γιάννη Μπουτάρη. Πιστεύω ότι συνέβαλε στο να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη μεγαλύτερη εξωστρέφεια και να αναδείξει την πολυπολιτισμική της ταυτότητα. Έδωσε χώρο στον πολιτισμό και βοήθησε την πόλη να κοιτάξει πιο ανοιχτά προς το μέλλον, χωρίς να χάσει τη σχέση της με την ιστορία της.

Καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη… Τι θεωρείτε must;

Βόλτα στην παραλία, ηλιοβασίλεμα από τα Κάστρα, ποτά στο κέντρο και μπουγάτσα στον Γιάννη μετά από ξενύχτι.

Η δική σας Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις…

Ομορφιά, μνήμες, έμπνευση.