Στη σύγχρονη κοινωνία, η ψυχολογία επαναπροσδιορίζεται από μια σειρά νέων δυνάμεων: τα social media που διαμορφώνουν εικόνες επιφανειακής αρτιότητας, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που υπόσχονται προσωπική καθοδήγηση ευεξίας και μια κουλτούρα wellness που, αντί για ανάταση, συχνά παράγει άγχος και μοναξιά. Αυτές οι τάσεις δεν αποτελούν μόνο νέες εμπειρίες της ψηφιακής εποχής, αλλά επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση, τις κοινωνικές σχέσεις και την ψυχική υγεία, ειδικά όταν οι υποσχέσεις της «βελτίωσης» δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ζωή.
Έχουμε διανύσει τον πρώτο μήνα του 2026, και ένα πράγμα είναι πιο σίγουρο από ποτέ: η κουλτούρα του wellness -που έχει δημιουργήσει μία ολόκληρη βιομηχανία, η αξία της οποίας αγγίζει το 1,5 τρισεκατομμύριο παγκοσμίως- βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε συζήτησης. «Τι προσπαθείς να πετύχεις τη νέα χρονιά, θα κάνεις journaling;» «Έκλεισες πιλάτες ή θα πηγαίνεις για τρέξιμο;» «Θα πίνεις περισσότερο νερό ή matcha;» και «Ποια συμπληρώματα θα δοκιμάσεις για το επόμενο τρίμηνο;» Ναι, αυτές ήταν οι συζητήσεις στα πηγαδάκια νέων αλλά και πιο ώριμων κοριτσιών, τις πρώτες μέρες του χρόνου. Και κάπου εκεί, θυμήθηκα την εποχή που οι μόνες συζητήσεις ήταν τι θα βάλουμε το βράδυ στην έξοδο, ποιον θα πετύχουμε εκεί και σε ποια night clubs θα κάνουμε bar hopping.

Οι καιροί αλλάζουν, θα μου πείτε, και πέρασε και μια καραντίνα από πάνω μας, αλλά, ας το παραδεχτούμε, το party girl έχει αντικατασταθεί από το clean pilates girl, τα σφηνάκια τεκίλα από τα strawberry matcha και οι έξοδοι μέχρι πρωίας στα μπαρ, με early nights in. Δεν υπάρχει τίποτα κακό με αυτό φυσικά, πέρα από το γεγονός ότι αισθανόμαστε πιο μόνοι από ποτέ. Οι ψυχολόγοι το ρίχνουν στον εγκέφαλό μας, που, από ό,τι διάβασα, «είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο όργανο που ευδοκιμεί μέσα στη συνέπεια και τη ρουτίνα. Και ότι η επιλογή της ευεξίας αντί της έντονης κοινωνικής ζωής, συχνά, μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ικανότητα διαχείρισης των στρεσογόνων παραγόντων της καθημερινότητας, βελτιωμένη συγκέντρωση και μνήμη, μείωση των συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης, καθώς και ενισχυμένη δυνατότητα για υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις». Πολλές φίλες συμφωνούν. Μου εκμυστηρεύονται ότι, πράγματι, νιώθουν καλύτερα όταν ακολουθούν με συνέπεια τα yoga classes τους ή όταν φεύγουν από το σπίτι έχοντας το νέο Stanley ανά χείρας γεμάτο νερό. Νιώθουν ότι, επιλέγοντας την ευεξία, δίνουν στο σώμα τους αυτό που πραγματικά ζητάει, έχουν σε τάξη τη ζωή τους και νιώθουν προσγειωμένες. Και σε αυτό το σημείο αναρωτιέμαι: «Εσείς τα βράδια κοιμάστε;» και συνεχίζω: «Γιατί εγώ νιώθω ότι έχω να ξεκουραστώ από το 2009». Ναι, φυσικά και αστειεύομαι, αλλά όχι και τόσο... Τα αυξημένα επίπεδα άγχους παγκοσμίως και όλη αυτή η προσπάθεια για γείωση, μήπως έχει φέρει μαζί της μια «παράλυση» από την υπερανάλυση; Μήπως έχουν μουδιάσει οι εγκέφαλοί μας να σκέφτονται πώς να είναι πραγματικά καλά και έχουν χάσει τον αυθορμητισμό που μπορεί να επιφέρει μια «κακιά συνήθεια» κοινωνικοποίησης; Μήπως, τελικά, δημιουργούμε μόνοι μας το άγχος στον οργανισμό μας, προσπαθώντας να είμαστε τέλειοι; Ιδανικοί επαγγελματίες, σύντροφοι, φίλοι, παιδιά, γονείς και περσόνες στα social media; Αλήθεια, με αυτά τα social media, τι γίνεται;
Η ΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ “SHARING LESS”
Τα social media έχουν εδώ και χρόνια μετατραπεί σε έναν καθρέφτη που συχνά δείχνει μια «ιδανική» εκδοχή του εαυτού μας. Οι πλατφόρμες αυτές τροφοδοτούνται από τις εικόνες τέλειας ζωής, σώματος, σχέσεων και επιτυχίας, με αποτέλεσμα πολλοί να συγκρίνουν τη δική τους πραγματικότητα με curated, φιλτραρισμένα στιγμιότυπα άλλων. Η σύγκριση αυτή δεν μπορεί παρά να επηρεάσει άμεσα την αυτοεικόνα, την αυτοπεποίθηση και τη γενική ψυχική ευεξία, μετατρέποντας το καθημερινό σκρολάρισμα σε μια συνεχή αξιολόγηση του «εγώ». Στον αντίποδα, ήδη από τα τέλη του 2025, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια νέα κοινωνική συμπεριφορά: η περίοδος της «μη κοινοποίησης» ή, όπως το ονομάζει η Gen Z, “Posting Zero Era”. Πολλοί χρήστες πλέον μοιράζονται όλο και λιγότερα στιγμιότυπα της προσωπικής τους ζωής, είτε από άγχος για την εικόνα τους είτε επειδή επιθυμούν να απολαμβάνουν περισσότερο χρόνο αποσυνδεδεμένοι σ’ έναν μικρό κοινωνικό κύκλο. Αυτή η στροφή δείχνει μια κουρασμένη γενιά, που παλεύει να διατηρήσει την αυθεντικότητά της μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο που ζητά συνέχεια περισσότερα likes και περισσότερη προβολή, έναν κόσμο που, σε πολλές περιπτώσεις, εντείνει παρά μειώνει την πίεση που νιώθει ψυχολογικά ο καθένας από εμάς πίσω από την οθόνη του.
WELLNESS BURNOUT: ΟΤΑΝ Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΓΧΟΣ
Και κάπως έτσι, φτάνουμε σε έναν νέο ψυχολογικό όρο, που ακούω ότι θα μας απασχολήσει μέσα στα επόμενα χρόνια. To “Wellness burnout”. Η κουλτούρα του ευ ζην, που κινούνταν κάποτε γύρω από την ιδέα της αυτοφροντίδας και της ισορροπίας, έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο απαιτητικό, σε μια ηθική υποχρέωση να βελτιώνεις συνεχώς τον εαυτό σου. Σε πολλές περιπτώσεις, η «καλή ζωή» προβάλλεται σαν ένας στόχος που πρέπει να επιτευχθεί, με αποτέλεσμα πολλοί από εμάς να νιώθουμε ότι οφείλουμε να ακολουθούμε μια σειρά εξωτερικών προσδοκιών, όχι επειδή το επιλέγουμε, αλλά επειδή αισθανόμαστε ότι πρέπει. Ένα overdose ευεξίας, το οποίο σε εισάγει σε μια κατάσταση όπου η συνεχόμενη προσπάθεια να βελτιώσεις σώμα, διάθεση, σχέσεις και ζωή παράγει απλώς περισσότερο άγχος, κουρασμένες εσωτερικές φωνές αυτοκριτικής και αίσθηση ανεπαρκούς προσπάθειας. Παρά τα ευχάριστα hashtags και τα αισιόδοξα quotes, η πραγματική αίσθηση της ευζωίας παραμένει για πολλούς επιφανειακή και διεκπεραιωτική, αντί να είναι βαθιά, να αυτοπραγματώνεται και εντέλει να λυτρώνει.

“LONEΝY, I’M MISTER LONELY...”
Παρά την ψηφιακή συνδεσιμότητα λοιπόν, τα χιλιάδες likes, DMs, stories, η μοναξιά καταφέρνει να μας χτυπάει την πόρτα. Έρευνες δείχνουν ότι η αίσθηση της αποσύνδεσης από βαθιές, ουσιαστικές σχέσεις δεν είναι μόνο ατομική εμπειρία αλλά κοινωνικό φαινόμενο. Σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη και όταν περνούν ώρες online, αισθάνονται ότι οι πραγματικές προσωπικές σχέσεις λιγοστεύουν. Ο τρόπος που το “wellness” παρουσιάζεται συχνά ως «λύση» σε κάθε είδους ψυχολογική δυσφορία, ενίοτε αποδιοργανώνει την αίσθηση του ανήκειν, με πολλούς να παλεύουν όχι μόνο να διασφαλίσουν τη δική τους ευημερία, αλλά και να βρουν πραγματικό νόημα και κοινωνική υποστήριξη στην καθημερινότητά τους.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ
Μέσα σε αυτό το τοπίο αναδύεται και η τεχνητή νοημοσύνη ως νέο εργαλείο υποστήριξης ευεξίας. Πριν από λίγο καιρό, η OpenAI παρουσίασε το ChatGPT Health, μια νέα λειτουργία που επιτρέπει στους χρήστες να ανεβάζουν ιατρικά δεδομένα και να συνδέονται με apps ευεξίας, από την εφαρμογή «Υγεία» της Apple μέχρι διατροφικές εφαρμογές και wearable trackers. Το εργαλείο υπόσχεται εξατομικευμένες συμβουλές για άσκηση, διατροφή, και αποτελέσματα εξετάσεων, επιτρέποντας στον χρήστη να κατανοεί και να «προετοιμάζεται» για ιατρικές συζητήσεις. Και κάπως έτσι δημιουργείται μια νέα σειρά ερωτημάτων: «Πώς θα μπορέσουν οι χρήστες να κατανοήσουν ότι αυτή η τεχνολογική εξέλιξη δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον γιατρό και ότι η χρήση της AI στον κόσμο της ευζωίας, καλώς ή κακώς, ανοίγει ζητήματα ιατρικού απορρήτου, ακρίβειας πληροφοριών και υπευθυνότητας;» Ακόμα κι αν η τεχνητή νοημοσύνη γίνει βοηθητική πλατφόρμα κατανόησης ιατρικών δεδομένων, οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί: από ανακρίβειες μέχρι υπερβολική εξάρτηση από ένα σύστημα που δεν διαθέτει ανθρώπινη κρίση και ενσυναίσθηση. Γίνεται πλέον πιο αναγκαία από ποτέ η κατανόηση ότι η ψυχολογία σήμερα δεν μελετά αποκλειστικά και μόνο την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά ρίχνεται σε μια «μάχη» μεταξύ πραγματικότητας και εικονικής επιρροής.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ GLOW ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026
