Από το ραδιοφωνικά στούντιο του «88μισού» στη Θεσσαλονίκη και τα πεζοδρόμια του ελεύθερου ρεπορτάζ, μέχρι τα αρχεία που φωτίζουν ξεχασμένες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, ο Αχιλλέας Χεκίμογλου επιμένει εδώ και δεκαετίες στην αναζήτηση της αλήθειας πίσω από τις ιστορίες. Συγγραφέας και δημοσιογράφος, έχει αφιερώσει τα τελευταία χρόνια στη μελέτη προσώπων και γεγονότων που, αν και διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα, έμειναν έξω από το επίκεντρο της δημόσιας μνήμης.
Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Αιχμάλωτοι στις ράγες», μιλήσαμε για τη μετάβασή του από τη δημοσιογραφία στη συγγραφή, τις ιστορίες που τον συγκινούν και τη Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί να αποτελεί το προσωπικό του σημείο αναφοράς.
Τι σε τράβηξε αρχικά στη δημοσιογραφία και πώς κατέληξες στο ρεπορτάζ υποδομών και μεταφορών;
Μου άρεσε να ψάχνω από τότε που ήμουν παιδί. Ξεκίνησα να κάνω ραδιόφωνο στο λύκειο, ενώ άρχισα να γράφω από εδώ και από εκεί. Είχα τεράστια αμφιθυμία για το τι θα ήθελα να γίνω. Η ζωή με κράτησε τελικά στο ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Με αφετηρία τον ραδιοφωνικό σταθμό «88μισό» στον «Μύλο», ασχολήθηκα εντατικά με τη μουσική, έκανα πολιτιστικό ρεπορτάζ στη Θεσσαλονίκη και μετά ελεύθερο ρεπορτάζ στο «Βήμα», στην Αθήνα. Το «ελεύθερο» είναι τεράστιο σχολείο γιατί σε βγάζει στο πεζοδρόμιο, σου μαθαίνει να επικοινωνείς με τους απλούς ανθρώπους και να εντρυφάς συνεχώς σε νέα πεδία. Ωστόσο, πάντα είχα το ένα μου μάτι στην οικονομία με την οποία άρχισα σταδιακά να ασχολούμαι παράλληλα. Το ρεπορτάζ των Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων προέκυψε το 2010 και το υπηρέτησα έως τον Μάρτιο του 2016, όταν και έφυγα από τη δημοσιογραφία. Στην πράξη, πέρασα από τα περισσότερα ρεπορτάζ, πλην του Πολιτικού και του Αθλητικού. Αυτός ο δυϊσμός ανάμεσα σε κοινωνία και οικονομία δεν έχει πάψει να με ακολουθεί από τότε και μου επιτρέπει συχνά να έχω μία πιο πανοραμική εικόνα των πραγμάτων.

Και πώς έγινε η μετάβαση στη συγγραφή βιβλίων;
Όταν έφυγα από τη δημοσιογραφία, το σαράκι του ρεπορτάζ άρχισε να αναζητεί διεξόδους αποσυμπίεσης. Λόγω της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με την Εταιρική Επικοινωνία και τις Δημόσιες Σχέσεις και της συνεπακόλουθης σύγκρουσης συμφερόντων που θα είχε η διατήρηση της ιδιότητας του ρεπόρτερ, περιορίστηκα στο μόνο «ρεπορτάζ» που μπορούσα να κάνω: εκείνο του άλλου κόσμου, του κόσμου των νεκρών, ασχολούμενος με ξεχασμένες ιστορίες που άξιζε να αναδειχθούν. Άλλωστε, πάντοτε μου άρεσε να ψάχνω και το έκανα ακόμη και πριν από 20-25 χρόνια, όταν ασχολούμουν με τη μουσική και μάζευα ακυκλοφόρητα demo από συγκροτήματα και παραγωγούς και τα έπαιζα στο ραδιόφωνο. Έτσι, είχα βγάλει το 2006 και μία συλλογή στην Klik Records, με τίτλο “One Nation 2” που αντανακλούσε την ηλεκτρονική σκηνή της Θεσσαλονίκης εκείνηςτης εποχής. Και η αλήθεια είναι ότι ανέκαθεν μου ήταν αδύνατον να καθίσω στ’ αυγά μου - πάντοτε αισθάνομαι ότι χάνω τον χρόνο μου, εάν δεν παράγω ή δεν δημιουργώ κάτι. Με κυνηγάει ο εαυτός μου, δηλαδή.
Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπείς ανάμεσα στην αφήγηση και στην ακρίβεια όταν γράφεις ένα βιβλίο έρευνας;
Είχα την τύχη να μάθω στη δημοσιογραφία των παλιών εφημερίδων η οποία υπήρξε ένα τεράστιο σχολείο, γιατί σε υποχρέωνε να συμπτύξεις μεγάλα θέματα σε μικρή έκταση, να είσαι λακωνικός και να γράφεις γρήγορα, εκλαϊκευμένα και κατανοητά. Αυτή η εκλαΐκευση είναι απαραίτητη, εάν θέλεις να απευθυνθείς στο ευρύ κοινό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποβαθμίζεις την ουσία. Σε μία ιστορία, όλα πρέπει να εντάσσονται στη σωστή δοσολογία. Και το γράψιμο συνδυάζει στοιχεία από την αρχιτεκτονική και τη σκηνοθεσία, δηλαδή από το πως, από τον τρόπο, και αυτό μπορώ να πω ότι είναι η μισή δουλειά. Το να γράφεις είναι μία «οικοδομικού» τύπου εργασία,που αντί για δομικά υλικά, έχει λέξεις. Και θέλει καλό σχεδιασμό, καλά υλικά, σωστό προγραμματισμό και πολλή και σκληρή δουλειά για να φέρει αποτέλεσμα.

Ποια στιγμή της πορείας σου που θεωρείς πως σε ωρίμασε τόσο προσωπικά όσο κι επαγγελματικά;
Η παραδοσιακή δημοσιογραφία πέρα από μεγάλο σχολείο, είναι ένα πολύ σκληρό επάγγελμα, το οποίο έχει καθημερινό αγώνα για την είδηση, που δεν σταματά ποτέ. Και μου επιφύλαξε πάρα πολλές χαρές, αλλά και πάρα πολλές φάπες που μου έσφιγγαν το στομάχι. Πέρασα τον Δεκέμβριο του 2008 στον δρόμο, καλύπτοντας τα επεισόδια που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε, υπάρχουν στιγμές που ακόμη νομίζω ότι μυρίζω δακρυγόνα. Για χρόνια κάλυπτα αδιανόητες υποθέσεις εγκλήματος και εξαθλίωσης στο κέντρο της Αθήνας και ήρθα σε επαφή με τόση δυστοπία, που δεν τη χωρούσε ο νους μου. Στη Marfin, το 2010, ήμουν κάτω από το κτίριο την ώρα που καιγόταν και άκουγα τον όχλο να βρίζει τους δημοσιογράφους. Στους Αγανακτισμένους, το 2011, έπεσα κάτω από τα δακρυγόνα και ξύπνησα με λοίμωξη του αναπνευστικού και 41 πυρετό, Ιούνιο μήνα. Στο δεύτερο μνημόνιο, το 2012, έβλεπα πάλι την Αθήνα να καίγεται και το πολιτικό σύστημα να αποσυντίθεται ενώπιον των σκληρών μέτρων που μας είχαν επιβληθεί χάριν της διαγραφής μέρους του χρέους. Και το 2015 κάλυψα από κοντά τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά.
Όλα αυτά υπήρξαν επεισόδια μίας «βίαιης ενηλικίωσης» και η τελειότερη διάψευση των προσδοκιών που είχαμε, όταν ήμασταν νέοι: Όταν κέρδιζε η Δύση στον Ψυχρό Πόλεμο, εμείς μπαίναμε στο γυμνάσιο και τα πάντα γύρω μας έδειχναν ότι εισερχόμασταν σε μία περίοδο διαρκούς προόδου και ευημερίας. Πλανιόμασταν τελικά πλάνη οικτρά - ο κόσμος μας θα αποδεικνυόταν απείρως πιο πολύπλοκος. Ωστόσο, τίποτε δεν άλλαξε τη ζωή μου τόσο όσο η γέννηση των παιδιών μας. Τα παιδιά είναι υπαρξιακή αναβάθμιση για έναν άνθρωπο, σου δίνουν ορίζοντα, σκοπό και προορισμό, που συνοδεύονται, όμως, από μία τεράστια δέσμευση: Τη σωστή ανατροφή τους που είναι με διαφορά το πλέον απαιτητικό πράγμα που έχω κληθεί να κάνω στη ζωή μου.
Τα βιβλία σου προσεγγίζουν πιο άγνωστες ιστορίες. Τι σε τραβάει σε αυτά τα θέματα αντί για πιο γνωστά ιστορικά γεγονότα;
Οι ιστορίες αξιοσημείωτων ανθρώπων είναι τόσο ισχυρές που επιβιώνουν μέσα στους αιώνες. Στα παλιά χρόνια γίνονταν θρύλοι, μύθοι και τραγούδια. Σήμερα γίνονται βιβλία, ταινίες και ντοκιμαντέρ που στηρίζονται σε αρχεία και μαρτυρίες. Στην Ελλάδα, κυριαρχεί η πολιτική ιστοριογραφία και συχνά παραβλέπονται πράγματα που άλλαξαν τις ζωές των ανθρώπων. Αυτά, όμως, αν τα ψάξεις, θα δεις ότι υπήρξαν αποτελέσματα μεγαλύτερων ζυμώσεων από ό,τι υποθέτει κανείς και, συχνά, σύγκρουσης συμφερόντων ή μεγάλων ανατροπών κι εκεί είναι που εντοπίζω μεγάλο ενδιαφέρον.

Από πού ξεκινάς πρακτικά την έρευνα όταν γράφεις τέτοιου είδους βιβλία;
Πρώτα εντοπίζω αρχεία που έχουν κάτι καινούριο να πουν. Ακολουθεί το χτίσιμο ενός «σκελετού» με βάση τις εφημερίδες και τις μαρτυρίες της εποχής και εκεί πάνω δομώ την ιστορία. Τα αρχεία είναι ο πλούτος της υπόθεσης. Χωρίς αρχεία δεν υπάρχει ιστορία. Γιατί τα αρχεία αναδεικνύουν έναν κόσμο που ξεχάσαμε και δεν υπάρχει πια. Και αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να τα προστατεύουμε, να τα αναδεικνύουμε και να προωθούμε τη συλλογική μνήμη γιατί είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας -δηλαδή των γονιών, των παππούδων και των προγόνων μας- το οποίο μπορεί και να αγνοούμε ή να μην θέλουμε να ακούμε για αυτό. Η αυτογνωσία αποτελεί προϋπόθεση για την εξέλιξη και την πρόοδο και εκεί η αληθινή ιστορία, χωρίς ταμπού και παρωπίδες, έχει ρόλο να παίξει.
Κεφάλαιο «Αιχμάλωτοι στις ράγες». Μίλησέ μας γι’ αυτό το βιβλίο σου… Τι ακριβώς πραγματεύεται;
Το τελευταίο μου βιβλίο («Αιχμάλωτοι στις ράγες», Εκδ. Παπαδόπουλος, 2025) φέρνει για πρώτη φορά στο φως τα συγκοινωνιακά μας αρχεία και παρουσιάζει την πραγματική ιστορία του ελληνικού σιδηρόδρομου, η οποία είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι μπορεί να πιστεύουμε. Πρόκειται για τον Α’ τόμο που πραγματεύεται την περίοδο 1936 - 1967. Είναι ένα βιβλίο που δεν ασχολείται καθόλου με vintage διαδρομές και παλιά ωραία τρένα, αλλά αξιοποιώντας αρχεία και μαρτυρίες, εξηγεί μέσα από μία εις βάθος έρευνα το γιατί δεν έχει η Ελλάδα τον σιδηρόδρομο που θέλουμε και γιατί η πορεία του στιγματίστηκε από πολλά γκολ από τα αποδυτήρια σε βάρος του, κάτι που έχει επιπτώσεις μέχρι και τις μέρες μας.
Υπάρχει κάποιο σημείο στο βιβλίο που, αν το διάβαζες ως αναγνώστης, θα σε έκανε να εστιάσεις περισσότερο;
Νομίζω ότι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν τη συγκοινωνιακή υπόθεση, τα οποία είναι ένα κι ένα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία σειρά αυτοτελών επεισοδίων στο Netflix.

Τι μπορεί να λειτουργήσει ως έμπνευση για σένα;
Οτιδήποτε. Συχνά διακρίνω ιστορίες σε απίθανα πράγματα. Βοηθά, ίσως, και η τριβή μου με τη φωτογραφία που μου επιτρέπει να κάνω εύκολα εικόνα στο μυαλό μου κάτι, αλλά και η θητεία μου στη μουσική που έχει έναν μαγικό τρόπο να με βοηθά να βάζω τα πράγματα σε μια σειρά. Γενικώς, με ενδιαφέρουν άνθρωποι που έκαναν σημαντικά πράγματα και ωφέλησαν τους πολλούς, αλλά ξεχάστηκαν. Συνήθως, αυτοί ήταν και καλοί άνθρωποι – σπάνια θα βρεις ένα κάθαρμα να συμβάλλει στο κοινό καλό. Ένα παράδειγμα ήταν ο Στέφανος Ζώτος, αεροπόρος και ιδρυτής της αεροπορικής εταιρείας ΤΑΕ που ήταν ο προκάτοχος της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Ο Ζώτος είναι πρωταγωνιστής στο πρώτο μου βιβλίο («Ο Ωνάσης και ο Σμηναγός Χ», Εκδ. Παπαδόπουλος, 2022), που ανέδειξε την πραγματική ιστορία της πολιτικής μας αεροπορίας. Δεν θα υπήρχε η Ολυμπιακή Αεροπορία του Ωνάση, εάν ο Ζώτος δεν δημιουργούσε την ΤΑΕυπό ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες το 1946. Αντίστοιχη περίπτωση ήταν και ο ναύαρχος Θάνος Σπανίδης, ένας απίστευτος τύπος και ήρωας του πολέμου, χάρη στον οποίο η Ελλάδα δημιούργησε τον «Δημόκριτο», άναψε τον πυρηνικό της αντιδραστήρα το 1961,μας έβαλε στην «Ατομική Εποχή» και πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο βιβλίο μου («Ατομική Εποχή», Εκδ. Παπαδόπουλος, 2023). Ή ο τρομερός στρατηγός Γεώργιος Σπυρίδωνος, ο πρώτοςτης ελληνικής ιστορίας, που κατάφερε να επαναφέρει τον ελληνικό σιδηρόδρομο στην κερδοφορία– και ο μόνος ίσως στρατηγός που προειδοποιούσε στο ιστορικό πολεμικό συμβούλιο της Κιουτάχειας του 1921 ότι η πορεία προς τον Σαγγάριο θαήταν μία πορεία προς τον όλεθρο. Μιλάμε για ανθρώπους φτιαγμένους από άλλα υλικά που στην εποχή μας σπανίζουν.
Τι πρέπει να περιμένουμε τώρα από σένα;
Ακόμη γεμίζω μπαταρίες γιατί μέσα σε πέντε χρόνια έγραψα τρία βιβλία, εργαζόμενος κάθε μέρα από τις 4:00 έως τις 07:00 το πρωί, παράλληλα με μια πολύ απαιτητική δουλειά και τις υποχρεώσεις της οικογένειας. Σύντομα, θα επανέλθω με τον Β' τόμο του «Αιχμάλωτοι στις ράγες» και με δύο-τρία άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που δουλεύω.
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;
Η περιοχή γύρω από τον Άγιο Δημήτριο. Εκεί είναι οι παιδικές μου αναμνήσεις, εκεί ήταν το σπίτι μας, το σπίτι της γιαγιάς μας, αλλά και της προγιαγιάς μας. Οι τρούλοι της Αίγλης είναι το σημείο μηδέν μου, εκεί που αισθάνομαι ότι είναι η αφετηρία μου και μου θυμίζει το ποιος είμαι και το από πού έρχομαι.

Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Το σκηνικό της Θεσσαλονίκης με το ηλιοβασίλεμα, τη θάλασσα και τον Όλυμπο είναι ένα συγκλονιστικό θέαμα, μοναδικό στην Ευρώπη.
Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Η Άνω Πόλη: Το ωραιότερο μέρος της Θεσσαλονίκης με διαφορά, που τεκμηριώνει την αξία της προστασίας και ανάδειξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν επιστρέφεις εδώ;
Συναντώ τους φίλους μου από το σχολείο και πάμε για τσίπουρακαι πάντα βρίσκω μια αφορμή για ένα ποτό στον «Θερμαϊκό». Αυτά μου αρκούν. Μετά από μια ηλικία δεν χρειάζεσαι τίποτα περισσότερο.
Μια προσωπική σου ιστορία στην πόλη που ποτέ δεν έχεις μοιραστεί;
Στη Θεσσαλονίκη έζησα όλες τις αποτυχίες μου. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι η εμπειρία αυτή τελικά ήταν το διαβατήριο για την εξέλιξή μου και τη μετέπειτα πορεία μου. Δεν πας πουθενά εάν δεν αποτύχεις - είναι το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής. Οι πληγές μας αυτές ισοδυναμούν με παράσημα πολέμου.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Μου αρέσει να βαδίζω σε μεγάλους δρόμους και να εγκλωβίζω με τον φωτογραφικό φακό τις ροές από τα φώτα των λεωφορείων και των αυτοκινήτων. Γιατί μου θυμίζει ότι πάντοτε οι πόλεις τελούν εν κινήσει και ότι τα πάντα ρει.


Ένας χώρος Τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;
Λείπω πολλά χρόνια από τη Θεσσαλονίκη και έρχομαι πια σπάνια. Μου άρεσε όμως το “Soul” στα Σφαγεία. Εκεί είδα το περασμένο καλοκαίρι τον Μπάμπη Μπατμανίδη να παίζει τις μουσικές από το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη - μία ταινία που μόνο στη Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να γυριστεί. Όταν είχε βγει το έργο στο σινεμά, πρέπει να ήμασταν πέντε άτομα στην αίθουσα. Κι όμως έγινε viral ετεροχρονισμένα, γεγονός που αποδεικνύει ότι το καλό αργά ή γρήγορα θριαμβεύει.
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν βιβλίο, θα είχε τίτλο…
«Χαμένες ευκαιρίες». Η Θεσσαλονίκη έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να χάσει όλες τις ευκαιρίες που της παρουσιάστηκαν και σήμερα απέχει πολύ από αυτό που θα έπρεπε να είναι: Δηλαδή ένα οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό κέντρο για όλα τα Βαλκάνια. Χρειάζεται αφύπνιση και ξεκάθαρος σχεδιασμός προς την κατεύθυνση αυτή, την οποία οφείλουν να αγκαλιάσουν όλοι.
Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει τα δεδομένα στην πόλη;
Διαχρονικά, πολλοί άνθρωποι έδωσαν αγώνα για να κάνουν τη διαφορά και να κρατήσουν το ποιοτικό επίπεδο ψηλά. Μεταξύ πολλών άλλων, από την προηγούμενη γενιά, ξεχωρίζω τον Νίκο Στεφανίδη και την ομάδα επιχειρηματιών που δημιούργησαν τον «Μύλο», την πρώτη μεταβιομηχανική επένδυση στα ελληνικά χρονικά, που ήταν μία πρωτοπορία στην εποχή του, μοναδική στην Ελλάδα, μαζί με τον «88μισό». Και από τη δική μου γενιά, την άξια ομάδα “ΝΟΝ” που διοργανώνει το “Reworks” με συνέπεια και επαγγελματισμό εδώ και πολλά χρόνια - ένα φεστιβάλ εφάμιλλο των ευρωπαϊκών διοργανώσεων.
Η δική σου Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις…
Αγγελάκας, Παυλίδης, Σαλβαδόρ!
