Τι είναι αυτό που μένει όταν όλα τα υπόλοιπα αλλάζουν; Μια εικόνα, ένας ήχος, μια μυρωδιά, ένας τόπος ή ίσως ένα συναίσθημα που επιστρέφει απρόσμενα μέσα από μια ανάμνηση. Αυτήν την ιδέα ενστερνίζεται μέσω της δουλειάς της και η Σοφία Κιούση, η οποία συμμετέχει στην πρώτη Cycladic Biennale στη Νάξο με το έργο "I’ll Remember You". Η εικαστικός αντλεί έμπνευση από τη φύση, τη φθορά και τη σχέση του ανθρώπου με την ύλη, δημιουργώντας έργα που αφήνουν χώρο στον θεατή να έρθει ξανά αντιμέτωπος με τις προσωπικές του εμπειρίες. Για την ίδια, η τέχνη είναι ταυτόχρονα βάλσαμο και ένας διαφορετικός τρόπος να παρατηρεί τον κόσμο.
Στη συζήτησή μας μιλά για όσα την εμπνέουν, για την πορεία της στην τέχνη, αλλά και για τη δική της Θεσσαλονίκη.
Συμμετέχεις στην πρώτη Cycladic Biennale... Πες μας δυο λόγια για το τι πρόκειται να δούμε στη Νάξο.
Η πρώτη Cycladic Biennale, με τίτλο "What Re-Mains", φέρνει στη Νάξο έργα και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις που συνομιλούν με την έννοια της μνήμης, του χρόνου και όσων τελικά παραμένουν πίσω μας. Είναι μια διοργάνωση που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μέσα από τον ίδιο τον τόπο, καθώς τα έργα έρχονται σε επαφή με το κυκλαδίτικο τοπίο, την ιστορία και την ιδιαίτερη ταυτότητα του νησιού. Προσωπικά συμμετέχω με το έργο "I Will Remember You", ένα έργο που προσεγγίζει τη μνήμη περισσότερο ως ίχνος και ως προσωπική εμπειρία, ως κάτι που μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο, αλλά δεν εξαφανίζεται ποτέ εντελώς.

Το έργο σου στη Cycladic Biennale έχει τον τίτλο "I’ll Remember you". Υπάρχει κάποια προσωπική ιστορία πίσω από αυτό;
Το έργο έχει δύο αφετηρίες. Η μία είναι η σύνδεσή του με τη θεματική της Μπιενάλε και η άλλη, ίσως η σημαντικότερη για μένα, είναι το βίωμα. Νομίζω πως σε κάθε έργο, είτε δημιουργείται για μια έκθεση είτε όχι, υπάρχει κάπου στη βάση του μια εμπειρία, μια ανάμνηση, κάτι που έχουμε ζήσει. Δεν υπάρχει πίσω από το "I’ll Remember You" μία συγκεκριμένη προσωπική ιστορία. Υπάρχουν περισσότερο σκέψεις και εμπειρίες που λειτούργησαν ως αφετηρία. Ο τίτλος είναι σαν ένα μικρό αφιέρωμα σε όσα κάποτε υπήρχαν στη ζωή μας και έφυγαν ή χάθηκαν για λόγους πέρα από τον έλεγχό μας. Σε κάτι που πλέον υπάρχει μόνο μέσα από την απόσταση της μνήμης, σαν να το κοιτάμε μέσα από κιάλια. Μπορεί να είναι ένας τόπος, ένα σπίτι, ένας άνθρωπος. Νομίζω πως όλοι έχουμε κάτι στο οποίο επιστρέφουμε νοερά, κάτι που αναπολούμε και, με έναν τρόπο, επιλέγουμε να θυμόμαστε.
Η πρώτη Cycladic Biennale έχει ως θέμα το "What Re-mains" - «Τι απομένει;». Τι πιστεύεις ότι μένει τελικά από έναν άνθρωπο, έναν τόπο ή μια εμπειρία όταν περάσει ο χρόνος;
Νομίζω πως αυτό που μένει τελικά είναι η ανάμνηση. Μπορεί να είναι ένας ήχος, μια μυρωδιά, μια εικόνα ή κάτι γνώριμο που θα συναντήσουμε ξανά χρόνια αργότερα και θα μας δημιουργήσει εκείνη τη στιγμιαία αίσθηση του «αυτό κάπου το έχω ξαναδεί, το έχω
ξαναζήσει». Ο χρόνος αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε έναν άνθρωπο, έναν τόπο ή μια εμπειρία, αλλά κάποια ίχνη παραμένουν μέσα μας. Και πολλές φορές αυτά τα ίχνη αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σε περιόδους που δεν είμαστε ευχαριστημένοι με το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε ή αναρωτιόμαστε τι θέλουμε από τη ζωή μας. Μας επαναφέρουν σε κάτι γνώριμο, μας θυμίζουν τι είχε σημασία για εμάς και, ίσως, μας βοηθούν να καταλάβουμε προς τα πού θέλουμε να κινηθούμε στη συνέχεια.
Συνηθίζεις να χρησιμοποιείς φυσικά υλικά στη δουλειά σου και η Μπιενάλε δεν αποτελεί εξαίρεση. Τι σε ωθεί σε αυτά και από πού εμπνέεσαι;
Γιατί αισθάνομαι ότι κουβαλούν μέσα τους ζωή. Ο άνθρωπος κάποτε βρισκόταν πολύ πιο κοντά στη φύση και τη γη, δούλευε με αυτή, την είχε ανάγκη, έχτιζε και δημιουργούσε μέσα από όσα του προσέφερε. Δεν φοβόταν να λερώσει τα χέρια του και η επαφή με την ύλη ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς του. Σήμερα ζούμε σε μια πολύ πιο τακτοποιημένη και ελεγχόμενη πραγματικότητα και ίσως γι’ αυτό με ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο αυτή η επιστροφή στο φυσικό υλικό. Έχει κάτι αγνό και ταυτόχρονα ατελές. Φθείρεται, μεταβάλλεται, αφήνει ίχνη. Έχει τη δική του μνήμη και, κατά κάποιον τρόπο, τη δική του ζωή. Η έμπνευσή μου έρχεται συχνά από αυτή ακριβώς τη σχέση: από τη φύση, τη γη, τη φθορά και από τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος αποτυπώνεται πάνω στην ύλη.


Κι αν μπορούσες να αφήσεις στον θεατή μία μόνο σκέψη ή ένα συναίσθημα μέσα από το “I’ll Remember you”, ποιο θα ήθελες να είναι;
Εδώ θα ήθελα να ομολογήσω κάτι: κάθε έργο μου κουβαλά ένα μικρό κομμάτι, ένα σημείο από τη δική μου ζωή. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι από τη στιγμή που ένα έργο συναντά τον θεατή, παύει να ανήκει αποκλειστικά στον δημιουργό του. Ο καθένας βλέπει μέσα του όσα μπορεί και όσα έχει ανάγκη να δει, με βάση τις δικές του εμπειρίες, τις μνήμες και τα βιώματά του. Φυσικά θέλω να επικοινωνήσω κάτι μέσα από το έργο, αλλά περισσότερο με ενδιαφέρει να αφήσω το ίδιο το έργο να επικοινωνήσει με τον θεατή. Αν δημιουργηθεί αυτή η μικρή, γλυκιά σύνδεση και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί του πάρει μαζί του μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια προσωπική ανάμνηση, τότε για μένα το έργο έχει πετύχει τον σκοπό του. Ακόμη κι αν αυτό που ένιωσε απέχει παρασάγγας από εκείνο που είχα εγώ αρχικά στο μυαλό μου.
Πότε συνειδητοποίησες ότι η τέχνη είναι ο τρόπος με τον οποίο θέλεις να βλέπεις και να καταλαβαίνεις τον κόσμο;
Νομίζω πως το κατάλαβα ουσιαστικά μέσα από τη σχολή και, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στον δάσκαλό μου. Είχα τη χαρά να βρίσκομαι δίπλα στον Γιώργο Τσακίρη και θυμάμαι πολύ έντονα μια στιγμή στο γραφείο του. Συζητούσαμε και εγώ ανέλυα σκέψεις, συναισθήματα,
πράγματα που με απασχολούσαν τότε , ήμουν αρκετά φορτισμένη από προσωπικά ζητήματα και ήθελα, με κάποιον τρόπο, να τα μεταφέρω μέσα στο έργο. Κάποια στιγμή μου είπε απλά: «Να ασχοληθείς με την τέχνη.» Δεν ξέρω αν τότε κατάλαβα πλήρως τι εννοούσε ή το βάρος που θα αποκτούσε αυτή η φράση για μένα αργότερα. Είναι όμως μια στιγμή που θυμάμαι μέχρι σήμερα.
Αν σου ζητούσα να ξεχωρίσεις τα highlights της πορείας σου μέχρι στιγμής, ποια θα ήταν αυτά;
Μέχρι στιγμής, θα ξεχώριζα σίγουρα τη συμμετοχή μου σε τρεις Biennale. Η πρώτη ήταν η Larnaca Biennale 2023 - "Home Away from Home" και ακολούθησε η Mediterranea 20 - Young Artists Biennale "Borderless". Ήταν δύο ιδιαίτερα σημαντικές εμπειρίες, γιατί μου έδωσαν από αρκετά νωρίς τη δυνατότητα να παρουσιάσω τη δουλειά μου εκτός Ελλάδας και να γνωρίσω από κοντά διαφορετικά καλλιτεχνικά περιβάλλοντα, ανθρώπους και τρόπους προσέγγισης της σύγχρονης τέχνης. Μέσα από αυτές τις συμμετοχές άρχισα να αντιλαμβάνομαι καλύτερα πώς ένα έργο μπορεί να σταθεί και να επικοινωνήσει πέρα από το οικείο πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε. Παράλληλα, με βοήθησαν να δω και τη δική μου δουλειά με μεγαλύτερη απόσταση και να εξελίξω τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι γύρω από αυτή.
Τι σημαίνει τέχνη τελικά για σένα;
Είναι το βάλσαμό μου. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνώ χωρίς να χρειάζεται πάντα να χρησιμοποιώ λέξεις. Μέσα από την τέχνη μπορώ να μιλήσω για όσα με πλήγωσαν, αλλά και για όλα όσα αγαπώ, με έναν τρόπο που είναι δικός μου. Παράλληλα, είναι κάτι που με έχει μάθει να παρατηρώ περισσότερο. Να κοιτάζω λίγο πιο προσεκτικά τι συμβαίνει γύρω μου, τους ανθρώπους, τη φύση, τις μικρές αλλαγές, ακόμη και πράγματα που διαφορετικά ίσως να προσπερνούσα. Για μένα, τελικά, η τέχνη είναι δημιουργία, επικοινωνία, αλλά πάνω απ’ όλα είναι επαφή, με τον εαυτό μου, με όσα συμβαίνουν γύρω μου και, μέσα από το έργο, με τον άλλον.

Ετοιμάζεις κάτι άλλο για το άμεσο μέλλον;
Ναι, και ανυπομονώ ιδιαίτερα για όσα έρχονται. Αυτή την περίοδο ολοκληρώνω ένα έργο για ένα αρκετά ιδιαίτερο project με θέμα τα σύνορα, μια πρωτοβουλία της βουλγαρικής ομάδας The Artist at Play, σε συνεργασία με το Goethe-Institut Θεσσαλονίκης και Σόφιας. Το έργο μου θα παρουσιαστεί τον Σεπτέμβριο στη Σόφια, ενώ το project περιλαμβάνει και παράλληλες δράσεις και εκθέσεις τόσο εκεί όσο και στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, υπάρχουν ήδη συζητήσεις για κάποια ακόμη projects. Είναι πράγματα που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και ανυπομονώ να έρθει η στιγμή που θα μπορέσω να δουλέψω πάνω σε αυτά και να δω πού θα με οδηγήσουν.
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;
Θα πω Πτολεμαίων με Συγγρού, στη γωνία. Είναι ένα σημείο που για μένα είναι δεμένο με τα χρόνια της προετοιμασίας μου για να μπω στη σχολή και με το φροντιστήριο όπου περνούσα τότε μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου. Ήταν ίσως η πρώτη περίοδος που ήρθα πραγματικά αντιμέτωπη με την αγωνία για το «μετά»: αν θα καταφέρω να μπω στη σχολή, πώς θα προχωρήσω, τι θα ακολουθήσει. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και ένας χώρος όπου γνώρισα ανθρώπους με τις ίδιες αγωνίες, δημιουργήθηκαν φιλίες και δεθήκαμε μέσα από μια κοινή προσπάθεια. Εκεί αγχώθηκα, απογοητεύτηκα, έκλαψα, αλλά στο τέλος χάρηκα και πολύ. Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη γωνία έχει μείνει τόσο έντονα μέσα μου. Δεν είναι απαραίτητα η πιο όμορφη γωνιά της Θεσσαλονίκης, αλλά είναι ένα σημείο γεμάτο προσωπικές αναμνήσεις και γι’ αυτό θα έχει πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.
Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Με ενθουσιάζει το γεγονός ότι τόσο κοντά στην πόλη μπορείς να βρεθείς ξαφνικά μέσα στη φύση. Να κάνεις έναν περίπατο στο Σέιχ Σου ή να ανέβεις στον Χορτιάτη, να περπατήσεις, να χαθείς για λίγο στα μονοπάτια και να καταλήξεις σε ένα μικρό καταφύγιο που σε κάνει να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι μόλις λίγα χιλιόμετρα από μια μεγάλη πόλη. Αυτή η τόσο άμεση μετάβαση από τον αστικό ιστό στο βουνό και το δάσος είναι για μένα κάτι πολύ ιδιαίτερο στη Θεσσαλονίκη. Σαν η φύση να μην βρίσκεται έξω από την πόλη, αλλά να αποτελεί ουσιαστικά μέρος της.

Ένας δρόμος όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να σκεφτώ έναν δρόμο όπου ο χρόνος πραγματικά μοιάζει να σταματά. Αντίθετα, έχω την αίσθηση πως στη Θεσσαλονίκη, παρότι δεν είναι μια τεράστια πόλη, ο χρόνος κυλά αρκετά γρήγορα. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω ένα σημείο, θα έλεγα το Καπάνι. Κάθε φορά που περνάω από εκεί αισθάνομαι πως κάτι έχει παραμείνει. Μια παλιά ταυτότητα της πόλης, μέσα στις μυρωδιές, στους ήχους, στα μικρά μαγαζιά και στην κίνηση της αγοράς. Είναι σαν να έχει επιβιώσει εκεί ένα μικρό κομμάτι του «τότε» μέσα στο «τώρα».
Και ποια θεωρείς πως είναι η πιο καλλιτεχνική γειτονιά αυτήν τη στιγμή;
Δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω μία συγκεκριμένη γειτονιά. Νιώθω ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν διάσπαρτοι χώροι που λειτουργούν σαν μικρά λιμάνια για την καλλιτεχνική σκηνή της πόλης. Από τα μουσεία και τις γκαλερί μέχρι μικρότερους ανεξάρτητους χώρους, κάθε σημείο που φιλοξενεί, στηρίζει και δίνει χώρο στην τέχνη να παρουσιαστεί και να εξελιχθεί, αποτελεί για μένα μέρος μιας ευρύτερης «καλλιτεχνικής γειτονιάς». Η σκηνή της Θεσσαλονίκης μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλη, όμως ακριβώς γι’ αυτό αυτοί
οι χώροι έχουν ιδιαίτερη σημασία. Στα δικά μου μάτια λειτουργούν σχεδόν σαν να συνδέονται μεταξύ τους και να σχηματίζουν μία κοινή γειτονιά μέσα στην πόλη.
Μια προσωπική σου ιστορία στην πόλη που ποτέ δεν έχεις μοιραστεί;
Πριν καταφέρω να μπω στη σχολή, σχεδόν όλοι οι φίλοι μου είχαν ήδη περάσει και η καθημερινότητά μας είχε αρχίσει να αλλάζει. Συνηθίζαμε τότε να τρώμε σε μια στοά λίγο πιο δίπλα, μια μεγάλη παρέα, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών. Στα σκαλάκια της στοάς έμενε προσωρινά και ένας άνθρωπος, με λίγα πράγματα και μια κουβέρτα. Θυμάμαι μια μέρα που πήγα να φάω εκεί μόνη. Ήταν από τις πρώτες μέρες μιας καινούριας πραγματικότητας για μένα: όλα έμοιαζαν διαφορετικά, ενώ εκείνος βρισκόταν ακόμη στο ίδιο σημείο. Κάποια στιγμή μου είπε πως μέχρι πριν λίγο καιρό ερχόταν εκεί μια παρέα ανθρώπων κάθε μεσημέρι και του κρατούσε συντροφιά, αλλά τώρα είχαν φύγει. Και μου είπε πως, αν ήθελα, μπορούσα να συνεχίσω να πηγαίνω να τρώω εκεί. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι μιλούσε για εμάς.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Μένω στα Πεύκα, στα όρια με το Φίλυρο, και έχω την τύχη να βρίσκομαι πολύ κοντά στο δάσος. Υπάρχει ένα κομμάτι του δρόμου όπου περπατάς σχεδόν παράλληλα με τα μονοπάτια που οδηγούν μέσα σε αυτό. Το βράδυ η αίσθηση αλλάζει εντελώς. Η πόλη ησυχάζει, ακούγονται μόνο λίγα πουλιά και οι ήχοι του δάσους και ειλικρινά είναι απόλαυση.

Ένας χώρος τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;
Αγαπώ πολύ το MOMus - Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Έχω συνεργαστεί με τον συγκεκριμένο χώρο με διαφορετικούς τρόπους και κάθε εμπειρία μου εκεί ήταν ξεχωριστή. Πέρα από τις εκθέσεις και τη δουλειά που γίνεται, αυτό που εκτιμώ ιδιαίτερα είναι οι άνθρωποί του. Η αγάπη και η φροντίδα που έχουν για αυτό που κάνουν είναι εμφανής και, για μένα, είναι τελικά αυτό που δίνει σε έναν χώρο τέχνης τον χαρακτήρα και τη ζωντάνια του.
Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Μια βραδινή βόλτα στα Κάστρα και στις γειτονιές γύρω από το Yedi Kule. Ειδικά το καλοκαίρι, με λίγες μπύρες σε ένα όμορφο σημείο και τη θέα όλης της πόλης μπροστά σου, είναι για μένα από εκείνες τις εμπειρίες που πρέπει να ζήσεις έστω μία φορά. Έχει κάτι πολύ
χαρακτηριστικό της Θεσσαλονίκης αυτή η εικόνα, λίγο αυθόρμητη, λίγο ρομαντική και πολύ δική της.
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν τραγούδι/ταινία/εικαστικό έργο, θα είχε τίτλο...
«Κάτι άλλο». Γιατί η Θεσσαλονίκη δύσκολα χωράει σε μία συγκεκριμένη περιγραφή.
Τέλος καλοκαιριού στη Θεσσαλονίκη... Τι θεωρείς must;
Προανέφερα τη βραδινή βόλτα στο Yedi Kule, αλλά στο τέλος του καλοκαιριού η Θεσσαλονίκη αποκτά μια τελείως διαφορετική όψη. Ο κόσμος αραιώνει, πολλοί λείπουν ακόμη σε διακοπές και η πόλη ησυχάζει. Παράξενα, τότε μοιάζει και μεγαλύτερη. Για μένα, ένα must είναι μια νυχτερινή εξερεύνηση χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα. Το τέλος του καλοκαιριού έχει αυτή τη μικρή παύση πριν όλα ξεκινήσουν ξανά, και νομίζω ότι τότε η Θεσσαλονίκη έχει μια πολύ ιδιαίτερη γοητεία.
Η δική σου Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις...
Νοσταλγική, περίεργη, έντονη.
