fbpixel
Search
Phillip Reeves: «Η τέχνη είναι ένα καταφύγιο από τον υπαρξιακό αγώνα της επιβίωσης»
#GREEKSDOITBETTER

Phillip Reeves: «Η τέχνη είναι ένα καταφύγιο από τον υπαρξιακό αγώνα της επιβίωσης»

Ο Βρετανός καλλιτέχνης με έδρα το Λονδίνο παρουσιάζει αυτήν την περίοδο στη Θεσσαλονίκη την έκθεση "FLOUNCE"


Τι συμβαίνει όταν ένα ρούχο αποσυνδέεται από το σώμα που το φορά και αποκτά τη δική του εικαστική υπόσταση; Με το "FLOUNCE", ο Βρετανός καλλιτέχνης Philip Reeves εξερευνά τα όρια ανάμεσα στη ζωγραφική, το ένδυμα και το αντικείμενο, δημιουργώντας χάρτινα κοστούμια που ενώνουν την παράδοση και τον σύγχρονο πειραματισμό. Αντλώντας έμπνευση από την ελληνική λαϊκή φορεσιά, την οποία μελέτησε κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής φιλοξενίας, ο Reeves επαναπροσδιορίζει τις γνώριμες φόρμες μέσα από ανατρεπτικά κείμενα, υπερμεγέθεις φιόγκους και απρόσμενες συνθέσεις.

Με αφορμή την ατομική του έκθεση στην gallery Apodec στη Θεσσαλονίκη, σε επιμέλεια της Τένιας Μενεγάκη, συζητάμε μαζί του για τη δημιουργική διαδικασία, την καλλιτεχνική σκηνή της πόλης και όσα συμβαίνουν όταν η τέχνη συναντά το απρόβλεπτο.

Τι παρουσιάζεις αυτήν την περίοδο στη Θεσσαλονίκη; Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια για το "FLOUNCE";

Πρόκειται για μια σειρά έργων που εξελίσσεται εδώ και καιρό: χάρτινα κοστούμια, εμπνευσμένα από τις ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές, τις οποίες μελέτησα στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής φιλοξενίας μου στο art studio bEam την άνοιξη του 2025, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Η νέα αυτή δουλειά αποτελεί συνέχεια εκείνης της περιόδου. Απομακρύνομαι από τα παραδοσιακά χρώματα και τις φόρμες της ενδυμασίας, ενσωματώνοντας μοντερνιστικές γωνίες και γεωμετρικά σχήματα, ενώ στα κοστούμια εμφανίζονται πλέον και επιγραφές με κείμενα που έχουν έναν προκλητικά ανατρεπτικό χαρακτήρα. Παράλληλα με τα έργα σε φυσικό μέγεθος, δημιούργησα και μια μικρότερη σειρά, αξιοποιώντας εν μέρει τα αποκόμματα από την κατασκευή των φορεμάτων και συνθέτοντάς τα με υπερβολικά μεγάλους φιόγκους και φούντες. Τα νέα αυτά έργα παρουσιάζονται αυτή την περίοδο στην Apodec Gallery και στη βιτρίνα του Ypsilon, έως τις 6 Νοεμβρίου.

Τι είναι αυτό που σε έχει εντυπωσιάσει περισσότερο μέχρι στιγμής στη Θεσσαλονίκη και πώς θα περιέγραφες την καλλιτεχνική της σκηνή;

Από την πρώτη φορά που ήρθα στη Θεσσαλονίκη, πέρυσι την άνοιξη, έχω ως σημείο αναφοράς μου την πλατεία Μαβίλη, όπου λειτουργεί το bEam. Μέσα σε αυτό το σχετικά σύντομο διάστημα, έχω δει την περιοχή να αποκτά ολοένα εντονότερη παρουσία στον καλλιτεχνικό χάρτη, με την γκαλερί Elias Tsiofas να ανοίγει τις πόρτες της και αρκετά ανεξάρτητα καλλιτεχνικά στούντιο να ξεφυτρώνουν στην πλατεία και γύρω από αυτήν, φαινομενικά μέσα στην τροχιά του bEam. Σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές πόλεις που έχω επισκεφθεί και οι οποίες έχουν αναπτυχθεί υπέρμετρα, στη Θεσσαλονίκη φαίνεται πως υπάρχει ακόμη ο χώρος και η δυνατότητα να δημιουργήσει κανείς νέες καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες στο κέντρο της πόλης, αλλά και μια έντονη διάθεση να διαμορφωθεί μια νέα πρωτοπορία.

Κι αν έπρεπε να ορίσεις την τέχνη, ποιος θα ήταν ο ορισμός σου;

Ίσως να μην είναι δυνατόν να ορίσει κανείς την τέχνη - τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ. Θα μπορούσα, με κάθε επιφύλαξη, να πω πως είναι ένα καταφύγιο από τον υπαρξιακό αγώνα της επιβίωσης, ένας φορέας συναισθημάτων, ένα μέσο μέσα από το οποίο διοχετεύονται απόψεις ή, ίσως, μια ανθρώπινη ματαιοπονία. Ίσως ο απώτερος σκοπός της τέχνης να είναι να μας οδηγήσει σε μια μεγαλύτερη διανοητική πολυπλοκότητα. Ή, αντίθετα, να αποτελεί απλώς μια στοιχειώδη μορφή έκφρασης και επικοινωνίας. Πιθανότατα να είναι όλα αυτά μαζί - ή και τίποτα από όλα αυτά. Δε θεωρώ πως είναι δική μου δουλειά να ορίσω τι είναι η τέχνη.

Ποιος έχει ασκήσει τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω σου;

Η μητέρα μου, όταν μου αγόραζε χρωματιστά μολύβια, όταν μου έδωσε τον χάρακα της ραπτικής της -τον οποίο φυλάω σαν θησαυρό, αν και εξακολουθώ να στενοχωριέμαι τρομερά που υπέστη ζημιά όταν τον πήρα μαζί μου στο εξωτερικό- και όταν μου επέτρεπε να χρησιμοποιώ τα δικά της χρώματα. Ήταν επίσης εκείνη που με πήγαινε σε μουσειακές εκθέσεις και γκαλερί όταν ήμουν μικρός. Νομίζω πως ήταν πολύ σημαντικό πρόσωπο για μένα.

Ποια «αποτυχία» αποδείχθηκε τελικά δώρο;

Πήρα ένα πολύτιμο μάθημα για την αποτυχία. Όταν κάνεις ένα λάθος, αντί να προσπαθείς να το κρύψεις ή να το συγκαλύψεις με έναν τρόπο που δεν πείθει, μπορείς να το αξιοποιήσεις και να το εντάξεις στο ίδιο το έργο. Να το ενσωματώσεις στην αισθητική του και να το φέρεις στο προσκήνιο, αντί να το θάψεις.

Ποιο κομμάτι της διαδικασίας της δουλειάς σου είναι το πιο αγαπημένο σου;

Μου αρέσει πολύ το στάδιο του σχεδιασμού και της προετοιμασίας. Φτιάχνω χάρτινες μακέτες των επιμέρους στοιχείων της σύνθεσης και στη συνέχεια τις κόβω με το χέρι. Μπορεί, για παράδειγμα, να είναι μια κορδέλα ή ένας φιόγκος. Σε αυτό το στάδιο, τα κομμάτια είναι πάντα πρόχειρα και κάπως ακατέργαστα. Έπειτα τα τοποθετώ, τα μετακινώ, αλλάζω τις θέσεις τους και εξετάζω τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους χώρους γύρω τους. Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει σταδιακά να διαμορφώνεται η σύνθεση. Είναι μια διαδικασία γρήγορη και παιχνιδιάρικη, που μου επιτρέπει παράλληλα να δουλεύω χωρίς υπολογιστές ή προτζέκτορες, εργαλεία που, ομολογώ, απεχθάνομαι.

Ποιο έργο έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;

Πριν από περίπου δώδεκα χρόνια έφτιαξα μια λίστα με τίτλο "Things That Are Good" («Πράγματα που είναι καλά»). Κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί το προσωπικό μου μανιφέστο. Έχω παραμείνει πιστός σε αυτήν και όλα αυτά τα χρόνια έχω προσθέσει μόλις δύο ή τρία πράγματα. Η λίστα περιλαμβάνει μόνο 21 πράγματα και εξακολουθώ να προχωρώ σταδιακά, εκπληρώνοντάς τα χωρίς κάποια συγκεκριμένη σειρά. Είναι κάτι αρκετά προσωπικό και, με έναν τρόπο, τη θεωρώ το έργο της ζωής μου.

Πώς νιώθεις όταν η δουλειά σου αναγνωρίζεται από μεγάλα ονόματα, όπως η Vogue Italia;

Τελικά ήταν πιο εύκολο να ταξιδέψω στο εξωτερικό και να καταφέρω να δώσω υπόσταση σε όσα οραματιζόμουν. Το Λονδίνο, η γενέτειρά μου, για κάποιον λόγο μοιάζει να άργησε να αναγνωρίσει ή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα χάρτινα κοστούμια που δημιουργώ εδώ και δέκα χρόνια. Αντίθετα, βρήκα πιο εύκολα πρόσφορο έδαφος στη Γαλλία, την Ελλάδα και την Ιταλία. Η συνεργασία μου με το ιταλικό fashion label Labo.Art και η συμμετοχή των έργων μου στην καμπάνια του για τη Vogue Italia ήταν ένα όμορφο γεγονός στην πορεία μου. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να βλέπω τη δουλειά μου περισσότερο στο πλαίσιο των εικαστικών τεχνών παρά στον κόσμο της μόδας.

Ποιο ρίσκο πήρες και δε μετάνιωσες ποτέ;

Το ότι έμενα σε κατειλημμένους χώρους στο Λονδίνο όταν ήμουν στα είκοσί μου. Η σκηνή εκείνης της εποχής, οι τεράστιοι χώροι των αποθηκών όπου μπορούσες να δημιουργήσεις, οι άνθρωποι που γνώρισα και, φυσικά, τα πάρτι. Μπορεί να χάσεις τα πάντα, όλα σου τα υπάρχοντα εκτός από το πουκάμισο που φοράς. Κερδίζεις, όμως, πολύ περισσότερα.

Πώς βλέπεις σήμερα τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την τέχνη;

Η τεχνολογία και η τέχνη ήταν ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένες. Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα: η χρήση της camera obscura κατά την Αναγέννηση, η ανάπτυξη του φορητού κιβωτίου ζωγραφικής για τη ζωγραφική στην ύπαιθρο από τους μεταϊμπρεσιονιστές, η αντίδραση των κυβιστών απέναντι στην «απειλή» της φωτογραφίας… Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Με την τεχνητή νοημοσύνη βρισκόμαστε πλέον μπροστά στην έλευση ενός παράξενου νέου κόσμου. Προσωπικά, τον βρίσκω αινιγματικό, κάπως αποπροσανατολιστικό και, τελικά, μάλλον κωμικά ανούσιο. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Προς το παρόν, πάντως, θεωρώ πως η δουλειά μου είναι ασφαλής.

Όταν κλείνει η πόρτα του στούντιο, τι απομένει;

Μερικά από τα καλύτερα έργα μου γεννιούνται όταν βρίσκομαι μακριά από το στούντιο. Στήνω τις συνθήκες έτσι ώστε οι χρωστικές των λαδοχρωμάτων να μπορούν να διαχωριστούν και να εισχωρήσουν στα σύνθετα υλικά που χρησιμοποιώ, όπως, για παράδειγμα, στις ίνες του χαρτιού. Μέσω της τριχοειδούς δράσης, οι χρωστικές μετακινούνται, απορροφώνται και κατακάθονται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όταν επιστρέφω την επόμενη μέρα, δε γνωρίζω εκ των προτέρων τι αποτέλεσμα θα έχει προκύψει. Μερικές φορές το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό· άλλες φορές, το έργο καταλήγει στα σκουπίδια. Μου αρέσει να φαντάζομαι πως, μέσα στη νύχτα, έχουν περάσει από το στούντιο υπερφυσικές νεράιδες και έχουν μεταμορφώσει τα έργα μου. Ανάλογα με το αν οι παρεμβάσεις τους έχουν πετύχει ή αποτύχει, τις επαινώ ή τις καταριέμαι.

Αγαπημένη έκθεση, μια don't miss ταινία που θα έλεγες και το βιβλίο που βρίσκεται αυτή την περίοδο στο κομοδίνο σου;

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μια αγαπημένη έκθεση, αλλά μου έρχεται στον νου η "The Cult of Beauty", που παρουσιάστηκε στο Musée d’Orsay στο Παρίσι το 2011. Η «Λαίδη και ο Αλήτης» της Disney είναι, για μένα, ένα αξεπέραστο κινηματογραφικό αριστούργημα. Όσο για το βιβλίο, αυτήν την περίοδο ξεφυλλίζω χωρίς καμία ντροπή ένα αισθηματικό μυθιστόρημα με τίτλο "Lily", της Patricia Gaffney. Το αγόρασα πρόσφατα στον σταθμό λεωφορείων της Βόρειας Μακεδονίας, για να μου κρατήσει συντροφιά σε ένα μεγάλο ταξίδι με το λεωφορείο.