Σε μια εποχή όπου οι εικόνες πολλαπλασιάζονται με καταιγιστικούς ρυθμούς και η τεχνητή νοημοσύνη επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με τη φωτογραφία, η Όλγα Δείκου αναζητά ξανά την έκπληξη μέσα από τον φακό της. Με σταθερό σημείο αναφοράς τη Θεσσαλονίκη, αλλά χωρίς να επαναπαύεται στις γνώριμες εικόνες της, παρατηρεί τις λεπτομέρειες, τις αντιθέσεις και τις μικρές στιγμές που συχνά προσπερνάμε. Από τα παλιά στενά του Ντεπώ μέχρι τη νοσταλγική ατμόσφαιρα του Μπιτ Παζάρ, η φωτογραφική της ματιά αναζητά πάντα την αυθεντικότητα. Σε αυτήν τη συζήτηση, μιλά για τη δημιουργική αναζήτηση, την προσωπική έκφραση και την ανάγκη να μάθουμε να κοιτάζουμε ξανά όσα νομίζουμε πως γνωρίζουμε.
Όλγα, πού σε πετυχαίνουμε αυτήν την περίοδο;
Βρίσκομαι σε μια φάση δημιουργικής αναζήτησης. Παρότι η επαγγελματική μου δραστηριότητα παραμένει έντονη, αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω σε μια πιο προσωπική φωτογραφική έκφραση. Ζούμε σε μια εποχή υπερπληθώρας εικόνων και ομολογώ πως πολλές φορές αισθάνομαι έναν αισθητικό κορεσμό. Βλέπω αρκετή επανάληψη, τόσο στη θεματολογία όσο και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε την εικόνα. Θα ήθελα, λοιπόν, να πειραματιστώ περισσότερο, να επιλέξω διαφορετικά πρόσωπα και θέματα, να κινηθώ έξω από τις γνώριμες φόρμες και να αναζητήσω κάτι που θα με εκπλήξει πρώτα απ’ όλα εμένα την ίδια. Δεν ξέρω ακόμη τι μορφή θα πάρει αυτή η αναζήτηση, αλλά ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της.
Τι αναζητάς κάθε φορά που φωτογραφίζεις; Πότε μια στιγμή γίνεται εικόνα;
Αναζητώ πάντα εκείνο το στοιχείο που θα με κάνει να σταθώ λίγο περισσότερο σε κάτι. Μπορεί να είναι το φως, μια σύνθεση, μια έκφραση ή μια λεπτομέρεια που αρχικά μοιάζει ασήμαντη. Με ενδιαφέρει να ανακαλύπτω το ιδιαίτερο μέσα στο συνηθισμένο και να αποτυπώνω την πραγματικότητα μέσα από τη δική μου οπτική. Νομίζω πως μια στιγμή γίνεται εικόνα όταν τα στοιχεία της συνυπάρχουν με έναν τρόπο που μου δημιουργεί την ανάγκη να την κρατήσω. Είναι μια διαδικασία περισσότερο ενστικτώδης παρά συνειδητή.


Αλήθεια, πότε κατάλαβες πως η φωτογραφία είναι η μεγάλη σου ανάγκη;
Δε νομίζω ότι υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που το συνειδητοποίησα. Ήταν κάτι που προέκυψε σταδιακά, μέσα από την ανάγκη μου να παρατηρώ τον κόσμο και να τον αποτυπώνω με τον δικό μου τρόπο. Με τα χρόνια η φωτογραφία έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου, ένας τρόπος να εκφράζομαι, να εξερευνώ και να αντιλαμβάνομαι όσα συμβαίνουν γύρω μου. Πιστεύω πως όταν κάτι αρχίζει να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, καταλαβαίνεις ότι έχει γίνει κάτι περισσότερο από μια απλή ενασχόληση.
Πώς έχει αλλάξει η σχέση σου με τη Θεσσαλονίκη μέσα από τη φωτογραφία;
Η φωτογραφία με έχει κάνει να γνωρίσω τη Θεσσαλονίκη με έναν διαφορετικό τρόπο, να παρατηρώ λεπτομέρειες, αντιθέσεις και πλευρές της που ίσως διαφορετικά να προσπερνούσα. Έχοντας φωτογραφίσει την πόλη για αρκετά χρόνια, αισθάνομαι ότι πλέον υπάρχει και ένας βαθμός εξοικείωσης, ίσως ακόμη και κορεσμού. Δεν είναι πάντα εύκολο να ανακαλύπτεις κάτι που θα σε εκπλήξει σε ένα τόσο γνώριμο περιβάλλον. Αυτό όμως έχει και το δικό του ενδιαφέρον, γιατί με ωθεί να αναζητώ διαφορετικές οπτικές και να αμφισβητώ τον τρόπο με τον οποίο έχω συνηθίσει να βλέπω και να φωτογραφίζω την πόλη.
Τι αποκαλύπτουν οι φωτογραφίες σου για εσένα την ίδια;
Οι φωτογραφίες μου αποκαλύπτουν κυρίως τον τρόπο με τον οποίο παρατηρώ τον κόσμο. Τι επιλέγω να προσέξω, τι με ελκύει αισθητικά, τι αποφασίζω να συμπεριλάβω σε ένα κάδρο και τι να αφήσω έξω από αυτό. Πιστεύω πως η προσωπική μας κατάσταση και οι εμπειρίες μας επηρεάζουν, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα, τον τρόπο που φωτογραφίζουμε. Ακόμη κι όταν η αφετηρία είναι καθαρά αισθητική, κάτι από εμάς περνά αναπόφευκτα στην εικόνα. Ίσως τελικά οι φωτογραφίες μας να αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα εμείς οι ίδιοι αντιλαμβανόμαστε.




Σε μια εποχή υπερπληθώρας εικόνων, ιδίως μέσω AI, τι κάνει μια φωτογραφία να ξεχωρίζει πραγματικά;
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι αναμφισβήτητα ένα ενδιαφέρον εργαλείο, που ήδη αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε και καταναλώνουμε εικόνες. Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο, ωστόσο, είναι ότι η εικόνα έχει αρχίσει να χάνει μέρος της αξίας της εξαιτίας της ευκολίας με την οποία παράγεται και καταναλώνεται. Βλέπουμε καθημερινά εκατοντάδες εικόνες, αλλά ελάχιστες είναι εκείνες στις οποίες πραγματικά στεκόμαστε. Πιστεύω πως αυτό που εξακολουθεί να κάνει μια φωτογραφία να ξεχωρίζει είναι η προσωπική ματιά, η αυθεντικότητα και η ικανότητά της να δημιουργεί μια ουσιαστική σύνδεση με τον θεατή. Μια εικόνα που δεν εξαντλείται στον πρώτο εντυπωσιασμό, αλλά σου αφήνει κάτι ακόμη κι όταν έχεις πάψει να την κοιτάζεις.
Αν φωτογράφιζες σήμερα τη Θεσσαλονίκη σαν να την ανακαλύπτατε για πρώτη φορά, τι θα επέλεγες να αποτυπώσεις;
Έχοντας φωτογραφίσει τη Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια, τόσο την αναγνωρίσιμη όσο και τη λιγότερο προβεβλημένη πλευρά της, μου είναι δύσκολο να φανταστώ πώς θα την έβλεπα με τη ματιά κάποιου που την ανακαλύπτει για πρώτη φορά. Ίσως όμως αυτό που θα αναζητούσα να μην ήταν κάποιο συγκεκριμένο σημείο, αλλά η αίσθηση της πρώτης επαφής με έναν τόπο. Να περιπλανηθώ χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χωρίς να αναζητώ απαραίτητα μια φωτογραφία, και να αφήσω την ίδια την πόλη να μου τραβήξει την προσοχή. Ίσως τελικά το ζητούμενο να μην είναι να ανακαλύψω κάτι καινούργιο στη Θεσσαλονίκη, αλλά να καταφέρω να την κοιτάξω ξανά χωρίς την εξοικείωση τόσων χρόνων.
Ποια γειτονιά αγαπάς περισσότερο;
Πάντα είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία στην περιοχή του Ντεπώ. Μου αρέσει ο χαρακτήρας της, η παλιά αρχιτεκτονική της, οι δρόμοι με τα δέντρα και η εγγύτητά της στη θάλασσα. Έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια ηρεμία που δεν συναντά κανείς εύκολα μέσα στην πόλη. Μου αρέσει επίσης ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουν στοιχεία της παλιάς και της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Είναι μια γειτονιά που με κάνει να αισθάνομαι όμορφα, χωρίς να χρειάζεται να έχει κάτι εντυπωσιακό.




Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Νομίζω πως αυτό που κάνει τη Θεσσαλονίκη ξεχωριστή είναι ο τρόπος που η θάλασσα αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς της. Δεν είναι απλώς ένα όμορφο τοπίο, αλλά κάτι που επηρεάζει την ατμόσφαιρα και τον ρυθμό της πόλης. Μου αρέσει αυτή η αίσθηση ότι, ακόμη και μέσα στην ένταση της καθημερινότητας, μπορείς να βρεθείς μπροστά σε έναν ανοιχτό ορίζοντα και να αλλάξει για λίγο η οπτική σου.
Ένας δρόμος όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Θα επέλεγα την οδό Τοσίτσα, στην περιοχή του Μπιτ Παζάρ. Τα παλαιοπωλεία, τα αντικείμενα άλλων εποχών και η ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της δημιουργούν την αίσθηση ότι ο χρόνος κινείται με διαφορετικό ρυθμό. Μου αρέσει αυτή η συνύπαρξη του παλιού με το σύγχρονο, οι μικρές λεπτομέρειες και οι ιστορίες που μοιάζουν να κρύβονται πίσω από κάθε βιτρίνα. Είναι ένας δρόμος που έχει διατηρήσει έναν δικό του χαρακτήρα μέσα σε μια πόλη που αλλάζει συνεχώς.
Και ποια θεωρείς πως είναι η πιο φωτογενής γειτονιά αυτήν τη στιγμή;
Δεν θα επέλεγα απαραίτητα μια συγκεκριμένη γειτονιά, αλλά περισσότερο τις λιγότερο προβεβλημένες ακτές του Θερμαϊκού, τόσο δυτικά, πέρα από το λιμάνι, όσο και ανατολικά, πέρα από την Καλαμαριά. Με ενδιαφέρουν αυτές οι πλευρές της πόλης, όπου το βιομηχανικό τοπίο εναλλάσσεται με πιο ήσυχες, σχεδόν ανεπιτήδευτες παραθαλάσσιες εικόνες. Είναι μέρη που δεν συνδέονται απαραίτητα με την κλασική, αναγνωρίσιμη εικόνα της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι πάντα όμορφα με τη συμβατική έννοια, αλλά έχουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και μια αυθεντικότητα που προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα φωτογραφικά.

Μια προσωπική σας ιστορία στην πόλη που ποτέ δεν έχετε μοιραστεί;
Δεν είναι τόσο μια συγκεκριμένη ιστορία, όσο μια αίσθηση που έχει μείνει ζωντανή μέσα μου από τα νεανικά μου χρόνια. Θυμάμαι, επιστρέφοντας από τα ξενύχτια, πόσο μου άρεσε να παρατηρώ τη Θεσσαλονίκη να ξυπνά. Τα πρώτα απορριμματοφόρα στους δρόμους, τους ανθρώπους που ξεκινούσαν τη δουλειά τους, εκείνη την ιδιαίτερη ησυχία λίγο πριν αρχίσει η καθημερινή κίνηση. Πάντα με γοήτευε αυτή η μετάβαση, η στιγμή που η νύχτα παραχωρεί τη θέση της στη μέρα και η πόλη αποκτά σταδιακά ξανά τον ρυθμό της. Είναι μια ανάμνηση που εξακολουθώ να έχω πολύ ζωντανή.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Θα επέλεγα τους άδειους δρόμους του κέντρου, κυρίως την Εγνατία, στο ύψος των πανεπιστημίων, ή την Τσιμισκή. Μου αρέσει η ιδέα να περπατώ σε δρόμους που κατά τη διάρκεια της ημέρας σφύζουν από ζωή και κίνηση, αλλά τη νύχτα αποκτούν μια εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα. Τα κτίρια, ο φωτισμός και η απουσία του κόσμου δημιουργούν ένα σχεδόν κινηματογραφικό σκηνικό. Νομίζω πως η πόλη αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά της όταν αδειάζει, και αυτή η αντίθεση με γοητεύει ιδιαίτερα.
Ένας χώρος τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;
Θα ξεχώριζα το MOMus, όχι μόνο για τις εκθέσεις και τις διαφορετικές μορφές τέχνης που φιλοξενεί, αλλά και για τη συμβολή του στη σύγχρονη πολιτιστική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης. Θεωρώ σημαντικό να υπάρχουν χώροι που δίνουν τη δυνατότητα στο κοινό να έρθει σε επαφή με διαφορετικές καλλιτεχνικές προσεγγίσεις, να ανακαλύψει νέους δημιουργούς και να διευρύνει την οπτική του.

Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει…
Πέρα από τα κλασικά κουλούρια και τις μπουγάτσες, θα πρότεινα οπωσδήποτε τα παλιά μαγειρεία της Θεσσαλονίκης, που είναι εξαιρετικά και αποτελούν κομμάτι της γαστρονομικής της ταυτότητας. Νομίζω πως αυτός ο συνδυασμός παράδοσης και σύγχρονης γαστρονομίας είναι που την κάνει τόσο ξεχωριστή.
Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη… Τι θεωρείς must;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο. Είναι μια περίοδος που η πόλη αποκτά έναν διαφορετικό παλμό. Οι προβολές, οι άνθρωποι του κινηματογράφου και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται γύρω από το φεστιβάλ κάνουν τη Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εκείνες τις ημέρες. Είναι μια εμπειρία που θεωρώ ότι αξίζει να ζήσει κανείς.
Φωτογραφίες: Όλγα Δέικου
