Η σκέψη της μητρότητας είναι ένα κεφάλαιο που χτυπάει τις πόρτες μας από πολύ νωρίς είτε με σενάρια, είτε με λόγια. Τα σχόλια, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις των φίλων και των συγγενών, αλλά και τα απαραίτητα ιατρικά ραντεβού, κάνουν αυτό το ενδεχόμενο όλο και πιο έντονο και επίμονο στην καθημερινότητά μας, ειδικά με το πέρασμα των χρόνων.
Στα 29 μου πλέον μπορώ να πω πως η συγκεκριμένη συζήτηση έχει κάνει την παρουσία της και στον ευρύτερο κύκλο μου. Μια θεματική που έχει προβληματίσει γενεές και γενεές γυναικών, οι οποίες ήρθαν αντιμέτωπες με ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της γυναικείας φύσης: «Πότε θα γίνω μαμά;».
Βέβαια, στη σύγχρονη εποχή, με τα δεδομένα που υπάρχουν και με τα γεγονότα που πλήττουν την καθημερινότητα, η παραπάνω ερώτηση έχει μετατραπεί ελαφρώς και ζητά περισσότερο να μάθει το αν «Θέλω να γίνω μαμά;». Κοινωνικά, επαγγελματικά και υπαρξιακά προβλήματα είναι μόνο κάποια από αυτά που μας ωθούν όλο και περισσότερο σε αυτήν τη σκέψη, αλλά και στην καθυστέρηση της λήψης οποιασδήποτε απόφασης.
Το ενδεχόμενο του να είμαι υπεύθυνη για μια νέα ζωή, από την πρώτη κιόλας στιγμή της δημιουργίας της είναι άκρως τρομακτικό, ειδικά αν σκεφτώ το πόσο δεν θεωρώ «στρωμένη» τη δική μου καθημερινότητα. Αναγνωρίζω ότι όντως πρόκειται για ένα θαύμα και επιβεβαιώνομαι κάθε φορά που κοιτάω τις ανιψιές μου στα μάτια. Ξέρω ότι με ένα νεύμα τους μπορώ να λιώσω στη στιγμή, ενώ θα έκανα τα πάντα για να τις δω χαρούμενες.

Αλλά αυτή η σκέψη από μόνη της δεν αρκεί. Μπροστά στο ενδεχόμενο μια επιτυχούς εγκυμοσύνης κυριαρχούν το άγχος για το αν θα καταφέρω να ανταπεξέλθω οικονομικά στις ανάγκες του παιδιού μου, το πόσο θα μπορέσω να το προστατέψω από προσωπικά τραύματα και καταστάσεις και φυσικά, πώς θα πορευτούμε μαζί σε μια γενικότερη συνθήκη ανισότητας και ανισορροπίας.
Κάπως έτσι, η έννοια της «σωστής στιγμής» αρχίζει να μετατοπίζεται για όλο και αργότερα. Η επαγγελματική αποκατάσταση, η ανάγκη για προσωπική εξέλιξη και η επιθυμία να νιώσουμε πρώτα εμείς σταθερές στη δική μας ζωή, μοιάζουν να προηγούνται, ή τουλάχιστον να συνυπάρχουν, με την απόφαση για ένα παιδί. Δεν είναι απαραίτητα άρνηση της μητρότητας, αλλά μια προσπάθεια να τη συναντήσουμε υπό όρους που θα μας βρίσκουν πιο έτοιμες και σύμφωνες.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ειδικά τα τελευταία χρόνια, δεν είναι λίγες οι φορές που έχω βρεθεί μπροστά στη συζήτηση για τις επιλογές που μπορούν να μας εξασφαλίσουν επιπλέον χρόνο μέχρι τη λήψη αυτής της απόφασης. Όχι όμως για να αποφύγω κάτι, αλλά για να μην νιώσω ότι «χάνω» στο παιχνίδι που παίζω με τον χρόνο, καθώς τελικά, ίσως το πιο πιεστικό ερώτημα δεν είναι μόνο το «αν» ή το «πότε», αλλά και το «θα μπορώ όταν θα είμαι έτοιμη;».
Πρωταγωνιστής στη συγκεκριμένη συζήτηση τα τελευταία χρόνια είναι η πρακτική της κατάψυξης ωαρίων, μια διαδικασία ευρέως διαδεδομένη στο γυναικείο κοινό. Όπως επιβεβαιώνει και ο γυναικολόγος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, Κωνσταντίνος Ραβανός: «Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια ξεκάθαρη αύξηση στο ενδιαφέρον των γυναικών για την κατάψυξη ωαρίων. Αυτό είναι ιδιαίτερα θετικό, καθώς δείχνει ότι οι γυναίκες ενημερώνονται καλύτερα και παίρνουν πιο ενεργό ρόλο στις αποφάσεις που αφορούν το σώμα και το μέλλον τους. Παράλληλα, η πρόοδος της τεχνολογίας έχει κάνει τη διαδικασία πιο αξιόπιστη και προσιτή. Ο πιο συχνός λόγος που επιλέγεται σήμερα η κατάψυξη ωαρίων είναι η ανάγκη για έλεγχο του χρόνου, σε σχέση με τη μητρότητα. Πολλές θέλουν να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες στη ζωή τους, προσωπικές ή επαγγελματικές, πριν αποκτήσουν παιδί. Από ιατρικής σκοπιάς, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδυναμωτική επιλογή, καθώς δίνει τη δυνατότητα να “διατηρηθεί” η γονιμότητα σε μια πιο νεαρή και ευνοϊκή φάση της ζωής».

Η διαδικασία της κατάψυξης των ωαρίων δεν αποτελεί μια απλή «τάση». Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν μια εκρηκτική αύξηση, καθώς για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο οι κύκλοι κατάψυξης ωαρίων σχεδόν τριπλασιάστηκαν μέσα σε λίγα χρόνια. Συγκεκριμένα, το 2019 σημειώθηκαν 2.567 κύκλοι, ενώ το 2023 αυξήθηκαν στους 6.932. Στις ΗΠΑ, η εικόνα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή, καθώς οι κύκλοι σχεδόν τετραπλασιάστηκαν μεταξύ του 2014 και του 2021, ενώ σε σύγκριση με παλαιότερα στοιχεία φανερώνεται μια αύξηση έως και 460% μέσα σε μία εξαετία. Η τεχνολογία της ταχείας κατάψυξης (vitrification), η οποία καθιερώθηκε τη δεκαετία του 2010, έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την διάδοση, ενώ το 2012 η μέθοδος έπαψε να θεωρείται «πειραματική» από την American Society for Reproductive Medicine.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις έρευνες αλλάζει και το προφίλ των γυναικών που επιλέγουν τη συγκεκριμένη διαδικασία. Η μέση ηλικία είναι τα 35 έτη, με τη μεγαλύτερη αύξηση να καταγράφεται στις ηλικίες 30–37, γεγονός καθόλου τυχαίο. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια ελαφριά «μετατόπιση προς τα κάτω», με τη μέση ηλικία που διαφεύγει στη κατάψυξη ωαρίων να μειώνεται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε και ο κ. Ραβανός: «Στην πράξη, αρκετές γυναίκες αποφασίζουν να προχωρήσουν στην κατάψυξη ωαρίων γύρω στα 35–38 έτη, όταν αρχίζουν να σκέφτονται πιο συνειδητά το θέμα της γονιμότητας. Ωστόσο, η ιδανική ηλικία από ιατρικής άποψης είναι συνήθως μεταξύ 30 και 35 ετών, όταν η ποιότητα των ωαρίων είναι υψηλότερη. Το σημαντικό μήνυμα είναι ότι υπάρχει πλέον η δυνατότητα επιλογής και προγραμματισμού, κάτι που δεν υπήρχε στο παρελθόν».

Φυσικά, όσο διαδεδομένη και να είναι μια πρακτική δεν σημαίνει πως δεν κρύβει από πίσω της και ανησυχίες, οι οποίες πολλές φορές έχουν κοινούς παρονομαστές τους ενδεχόμενους κινδύνους, αλλά και τα ρίσκα. Σύμφωνα με τον κ. Ραβανό: «Ο πιο συχνός φόβος των γυναικών σχετίζεται με το μέλλον, αν δηλαδή θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τα ωάριά τους όταν το θελήσουν. Αυτό που είναι σημαντικό να γνωρίζουν είναι ότι η κατάψυξη αυξάνει ουσιαστικά τις πιθανότητες και λειτουργεί σαν μια “ασφάλεια χρόνου”. Για πολλές, αυτή η επιλογή φέρνει τελικά ανακούφιση και ηρεμία, καθώς μειώνει την πίεση του χρόνου. Παράλληλα, πρόκειται για μια καλά μελετημένη και ασφαλή διαδικασία, ειδικά όταν πραγματοποιείται σε εξειδικευμένα κέντρα. Οι περισσότερες γυναίκες την περνούν χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία και επιστρέφουν γρήγορα στην καθημερινότητά τους. Χάρη στα σύγχρονα πρωτόκολλα η εμπειρία είναι ελεγχόμενη και προσαρμοσμένη σε κάθε οργανισμό, με στόχο τη μέγιστη ασφάλεια, άνεση και φροντίδα».
Τέλος, με το πέρασμα των χρόνων η επιστήμη όλο και εξελίσσεται. Ο κ. Ραβανός συμπληρώνει πως: «Ήδη έχει αλλάξει η ζωή χιλιάδων γυναικών. Σήμερα ήδη κινούμαστε σε ακόμη πιο εξατομικευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες, με τη βοήθεια νέων τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η προηγμένη εμβρυολογία. Το πιο αισιόδοξο μήνυμα είναι ότι οι επιλογές συνεχώς διευρύνονται, δίνοντας όλο και περισσότερες δυνατότητες σε γυναίκες να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους για μητρότητα, όταν εκείνες το αποφασίσουν».
Ευχαριστούμε πολύ τον κύριο Κωνσταντίνο Ραβανό, MD, MSc.
Γυναικολόγος Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής της Embryolab Fertility Clinic.
