Το εξώφυλλο του How To Spend It, του lifestyle περιοδικού των Financial Times, έχει αυτή την εβδομάδα μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια της τέχνης, της επιχειρηματικότητας και της υψηλής κοινωνίας. Πρωταγωνιστής του είναι ο Ronald S. Lauder, κληρονόμος της αυτοκρατορίας Estée Lauder, δισεκατομμυριούχος, συλλέκτης και ένας από τους σημαντικότερους ιδιώτες υποστηρικτές των μουσείων και του πολιτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μαζί με την κόρη του, Aerin Lauder Zinterhofer, βρίσκεται πίσω από μια συμφωνία ιστορικής σημασίας: τη μελλοντική ένταξη της Neue Galerie New York στο Metropolitan Museum of Art, σε μια κίνηση που αναμένεται να αλλάξει τον πολιτιστικό χάρτη της Νέας Υόρκης.
Η συλλογή της Neue Galerie, η αξία της οποίας ξεπερνά τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια, περιλαμβάνει περισσότερα από 600 έργα και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σύνολα αυστριακής και γερμανικής τέχνης των αρχών του 20ού αιώνα εκτός Ευρώπης. Έργα των Gustav Klimt, Egon Schiele, Oskar Kokoschka, Max Beckmann και Ernst Ludwig Kirchner συνθέτουν έναν μοναδικό εικαστικό κόσμο, με κορυφαίο έκθεμα το εμβληματικό Portrait of Adele Bloch-Bauer I του Klimt, γνωστό και ως "Woman in Gold".
Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2026, προβλέπει ότι η Neue Galerie θα ενταχθεί στο Met το 2028, διατηρώντας την ξεχωριστή της ταυτότητα, την ιστορική της έδρα στην 5η Λεωφόρο και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Πρόκειται για μια κίνηση που δεν αφορά απλώς τη μεταφορά μιας σπουδαίας συλλογής σε ένα μεγαλύτερο μουσείο. Είναι η εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας ενός πολιτιστικού οργανισμού και η δυνατότητα να γνωρίσουν την ιστορία του περισσότεροι άνθρωποι, μέσα από τις εκθεσιακές, ερευνητικές και ψηφιακές υποδομές του Met.

Από ένα προσωπικό πάθος σε ένα μουσείο διεθνούς ακτινοβολίας
Η ιστορία της Neue Galerie ξεκινά πολύ πριν από τα εγκαίνιά της, το 2001. Στον πυρήνα της βρίσκεται η φιλία και η κοινή αγάπη για την τέχνη του Ronald Lauder και του Αυστριακού εμπόρου τέχνης Serge Sabarsky. Οι δυο τους μοιράζονταν το όραμα της δημιουργίας ενός μουσείου αφιερωμένου στην αυστριακή και γερμανική τέχνη και το design των αρχών του 20ού αιώνα. Μετά τον θάνατο του Sabarsky, το 1996, ο Lauder αποφάσισε να συνεχίσει το κοινό τους σχέδιο και να το μετατρέψει σε πραγματικότητα.
Το μουσείο στεγάστηκε στο William Starr Miller House, ένα εντυπωσιακό κτίριο Beaux-Arts του 1914, στη συμβολή της 5ης Λεωφόρου με την 86η Οδό, στην καρδιά του Upper East Side. Η ανακαίνισή του πραγματοποιήθηκε υπό την αρχιτεκτονική επίβλεψη της Annabelle Selldorf, ενώ η Neue Galerie άνοιξε τις πόρτες της στο κοινό τον Νοέμβριο του 2001. Από τότε εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ξεχωριστούς πολιτιστικούς προορισμούς της πόλης, όχι μόνο για τα έργα που φιλοξενεί, αλλά και για την ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Το Café Sabarsky, με την αισθητική ενός βιεννέζικου καφέ, το design shop και το βιβλιοπωλείο συμπληρώνουν την εμπειρία, μετατρέποντας την επίσκεψη σε ένα ταξίδι στην Κεντρική Ευρώπη των αρχών του προηγούμενου αιώνα.
Για τον Lauder, η συλλογή δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια επένδυση ή μια επίδειξη οικονομικής ισχύος. Αποτελεί μια βαθιά προσωπική υπόθεση, μια διαρκή προσπάθεια να διασώσει, να αναδείξει και να μοιραστεί ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής πολιτιστικής ιστορίας. Η σχέση του με την αυστριακή τέχνη διαμορφώθηκε ήδη από τα νεανικά του χρόνια, ενώ καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Sabarsky, ο οποίος λειτούργησε ως μέντορας και συνοδοιπόρος του.
Το περίφημο έργο "Woman in Gold" και η δύναμη της τέχνης

Ανάμεσα στα έργα που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της Neue Galerie ξεχωρίζει το "Portrait of Adele Bloch-Bauer I" του Gustav Klimt, φιλοτεχνημένο το 1907. Το έργο, με τον χαρακτηριστικό χρυσό διάκοσμο, έχει αποκτήσει σχεδόν μυθική διάσταση στην ιστορία της τέχνης, αλλά και μια ιδιαίτερα φορτισμένη ιστορική διαδρομή.
Η Adele Bloch-Bauer ήταν μέλος της εβραϊκής ανώτερης κοινωνίας της Βιέννης και μούσα του Klimt. Το έργο κατασχέθηκε από τους Ναζί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, έπειτα από μια μακρά νομική διαμάχη για την επιστροφή του στους νόμιμους κληρονόμους, επανήλθε στην κατοχή της οικογένειας Bloch-Bauer. Το 2006 αποκτήθηκε από τον Ronald Lauder και έκτοτε αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο έργο της Neue Galerie.
Η ιστορία του πίνακα συνδέεται και με μια ευρύτερη πτυχή της δράσης του Lauder: τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και τη διεκδίκηση έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί. Το 1997 ίδρυσε την Commission for Art Recovery, με στόχο την επιστροφή έργων στους νόμιμους ιδιοκτήτες και στους απογόνους τους.
Μια νέα εποχή για το Met
Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας το 2028, η Neue Galerie θα αποτελέσει τον νέο ξεχωριστό εκθεσιακό χώρο του Metropolitan Museum of Art, με την ονομασία "The Met Ronald S. Lauder Neue Galerie". Η συλλογή της θα συνεχίσει να παρουσιάζεται στο ιστορικό της κτίριο, ενώ η συνεργασία θα ενισχύσει τις δυνατότητες έρευνας, συντήρησης, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και διεθνούς προβολής.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, ο Ronald Lauder και η κόρη του θα προσφέρουν επιπλέον 13 σημαντικούς πίνακες από τις προσωπικές τους συλλογές. Ανάμεσά τους βρίσκονται έργα των Gustav Klimt, Ernst Ludwig Kirchner και Max Beckmann, ενώ στη λίστα των μελλοντικών δωρεών περιλαμβάνεται και το The Black Feather Hat του Klimt, μαζί με δημιουργίες των Otto Dix, George Grosz και Franz Marc.
Παράλληλα, η οικογένεια δεσμεύεται να διαθέσει σημαντική οικονομική υποστήριξη για τη μακροχρόνια φροντίδα και διατήρηση της Neue Galerie, καθώς και για τις ανάγκες της ενοποίησης των δύο οργανισμών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα των Financial Times, προβλέπεται επιπλέον οικογενειακή χρηματοδότηση ύψους 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Σημαντική είναι και η συνεισφορά των μελών του διοικητικού συμβουλίου του Met, που έχουν ήδη δεσμευτεί για τη δημιουργία ενός ισχυρού οικονομικού αποθέματος, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.
Η Aerin Lauder και η συνέχεια μιας οικογενειακής κληρονομιάς

Στο πλευρό του Ronald Lauder βρίσκεται η κόρη του, Aerin Lauder Zinterhofer, η οποία συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση αυτού του νέου κεφαλαίου. Επιχειρηματίας, ιδρύτρια του lifestyle brand AERIN και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Met, έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η αισθητική, η τέχνη και η πολιτιστική δημιουργία αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας.
Η σχέση της με τη Neue Galerie είναι πολύ πιο προσωπική από έναν θεσμικό ρόλο. Σε συνέντευξή της στη αμερικανική Vogue, θυμάται τις επισκέψεις στην γκαλερί του Serge Sabarsky μαζί με τον πατέρα της, όταν ήταν ακόμη παιδί. Εκείνος της έλεγε ότι θα πήγαιναν στο πάρκο, αλλά τελικά περνούσαν ώρες συζητώντας για έργα τέχνης και για το μουσείο που ονειρεύονταν να δημιουργήσουν. Έτσι, η Neue Galerie δεν αποτελεί απλώς ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά projects της οικογένειας, αλλά ένα κομμάτι της κοινής τους ιστορίας.
Η συμμετοχή της Aerin αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συμφωνία δεν αφορά μόνο τη διαχείριση μιας μεγάλης συλλογής, αλλά τη συνέχεια ενός οράματος από τη μία γενιά στην επόμενη. Πατέρας και κόρη επιθυμούν να διασφαλίσουν ότι το μουσείο θα εξακολουθήσει να υπάρχει, να εξελίσσεται και να προσφέρει πρόσβαση σε ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το όνομα Lauder πίσω από την ομορφιά, την τέχνη και τη φιλανθρωπία
Για να κατανοήσει κανείς τη φιλοσοφία του Ronald Lauder, χρειάζεται να επιστρέψει στην οικογένεια μέσα στην οποία μεγάλωσε. Είναι ο νεότερος γιος της Estée και του Joseph Lauder, του ζευγαριού που δημιούργησε έναν από τους ισχυρότερους ομίλους ομορφιάς παγκοσμίως. Η Estée Lauder δεν υπήρξε απλώς μια επιτυχημένη επιχειρηματίας. Ήταν μια γυναίκα με έντονη αισθητική αντίληψη, ενδιαφέρον για την τέχνη και ισχυρή παρουσία στη δημόσια και πολιτιστική ζωή της Νέας Υόρκης.
Ο Ronald εντάχθηκε στην οικογενειακή επιχείρηση το 1964, ακολουθώντας στη συνέχεια μια διαδρομή που τον οδήγησε από τον επιχειρηματικό κόσμο στη διπλωματία, τη δημόσια ζωή και την πολιτιστική φιλανθρωπία. Το 1986 διορίστηκε πρέσβης των ΗΠΑ στην Αυστρία από τον Ronald Reagan, μια εμπειρία που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη σύνδεσή του με την αυστριακή κουλτούρα και την ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης.
Η σχέση του με τα μεγάλα μουσεία δεν περιορίζεται στη Neue Galerie. Έχει διατελέσει πρόεδρος του Museum of Modern Art (MoMA), ενώ το 2020 δεσμεύτηκε να δωρίσει στο Met 91 έργα ευρωπαϊκής οπλοτεχνίας και πανοπλίας, μία από τις σημαντικότερες προσφορές που έχει δεχθεί το μουσείο στον συγκεκριμένο τομέα τις τελευταίες δεκαετίες. Το όνομά του βρίσκεται ήδη στις αίθουσες της συλλογής, στις Ronald S. Lauder Galleries of Arms and Armor.
Η φιλοσοφία του συλλέκτη φαίνεται να συνοψίζεται σε κάτι πολύ ουσιαστικό: η αξία ενός έργου δεν εξαντλείται στην τιμή του, αλλά βρίσκεται στην ιστορία, στην εποχή και στην πολιτιστική μνήμη που κουβαλά.
Στα 82 του χρόνια, ο Ronald Lauder εξακολουθεί να θέλει να βρίσκεται κοντά στο μουσείο που δημιούργησε. Όπως αναφέρει το How To Spend It, παραμένει ενεργά συνδεδεμένος με το μέλλον του, ενώ η πρόθεσή του είναι να συνεχίσει να υποδέχεται τους επισκέπτες και να παρακολουθεί την πορεία του. Μια λεπτομέρεια που αποκαλύπτει πολλά για τη σχέση του με τη Neue Galerie: για εκείνον, δεν είναι ένα ακόμη περιουσιακό στοιχείο, αλλά ένα έργο ζωής.
Με πληροφορίες και φωτογραφίες από το HTSI, ft.com
Κεντρική φωτογραφία: Ronald and Aerin Lauder Zinterhofer beside Portrait of Adele Bloch-Bauer I, 1907, by Gustav Klimt at Neue Galerie © Jeff Henrikson
