Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου διαμορφώθηκαν τα πρώτα καλλιτεχνικά του βιώματα, με αφορμή τη μουσικοθεατρική παράσταση «Τα Ημερολόγια του Φρεντερίκ Σοπέν». Με τη ζωντανή μουσική της Τατιάνας Παπαγεωργίου και όχημα τις προσωπικές καταγραφές του μεγάλου συνθέτη, η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει λιγότερο γνωστές πτυχές της ζωής και της προσωπικότητάς του, αναζητώντας τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Σε αυτήν τη συνάντηση λόγου και μουσικής, ο ηθοποιός καλείται να δώσει φωνή στις σκέψεις, τις αγωνίες, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα ενός δημιουργού που έζησε μακριά από την πατρίδα του, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη μουσική παρακαταθήκη.
Στη συζήτησή μας, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου μιλά για την ιδιαίτερη σκηνική συνθήκη της παράστασης, τη σχέση του με την υποκριτική και τη δημιουργική διαδικασία, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της προσωπικής και καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Ανατρέχει, μάλιστα, στην underground μουσική σκηνή της δεκαετίας του ’90 και σε μια παράσταση που έμεινε αξέχαστη στο κοινό της πόλης, δώδεκα χρόνια πριν.
Πώς προσεγγίζετε έναν άνθρωπο που έχει αφήσει πίσω του έναν τόσο ισχυρό μύθο, όπως ο Φρεντερίκ Σοπέν, χωρίς να εγκλωβιστείτε στην εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει γι’ αυτόν;
Δε γνωρίζω ποια εικόνα έχει σχηματίσει ο κόσμος για τον Σοπέν. Η δική μου δουλειά είναι αποτέλεσμα της φαντασίας μου και στηρίζεται σε κάποιες ιστορικές αλήθειες και γεγονότα, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες και τα βιώματα του μουσικού, όπως αυτά καταγράφηκαν στα ημερολόγιά του. Μέλημά μου είναι να βρεθεί εκείνος ο τρόπος με τον οποίο η αφήγηση θα κατορθώσει να ζωντανέψει στο παρόν και να δημιουργήσει τον χώρο μέσα στον οποίο θα συναντηθεί με τη μουσική επί σκηνής.

Στην παράσταση, ο λόγος σας συναντά τη ζωντανή μουσική της Τατιάνας Παπαγεωργίου. Πώς αλλάζει η υποκριτική σας όταν η μουσική γίνεται ένας ισότιμος συνομιλητής επί σκηνής;
Δεν ξέρω πώς αλλάζει και αν αλλάζει καθόλου η υποκριτική μου, γιατί δεν μπορώ να συγκρίνω το εν λόγω εγχείρημα με κάτι που έχω κάνει στο παρελθόν. Αυτό που καταλαβαίνω και αισθάνομαι είναι πως η τεχνική μου οφείλει διαρκώς να ανοίγει έναν χώρο. Η άρθρωση, η αναπνοή και τα ίδια τα λόγια να δημιουργούν έναν πυρετό, που βρίσκει τη λύτρωσή του κάθε φορά στις πρώτες νότες του πιάνου και των εγχόρδων. Η συνομιλία των δύο τεχνών θα πρέπει να καλεί τους θεατές σε ένα ταξίδι όχι μόνο του νοήματος, αλλά και του ρυθμού, της δίνης και του συναισθηματικού κόσμου της γραφής του μουσικού, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ημερολόγια και στις παρτιτούρες του.

Πόσο χώρο αφήνετε στο ένστικτο και πόσο στην τεχνική όταν προσεγγίζετε έναν ρόλο;
Νομίζω πως και τα δύο διεκδικούν κάτι από μένα σε μεγάλο βαθμό. Δεν ξέρω ποια είναι η ποσόστωση για να σας απαντήσω ευθέως στην ερώτηση, αλλά μπορώ να πω πως το ένστικτο προηγείται της τεχνικής. Έχω την αίσθηση πως η εις βάθος μελέτη συγκροτεί έναν πυρήνα, ο οποίος σμιλεύεται μέσα στον χρόνο και στην πρόβα, μέχρι να βρει, μέσα από την τεχνική, τον δρόμο του προς το κοινό, απευθυνόμενος τόσο στη νόηση όσο και στο συναίσθημα.

Επιστρέφετε στην πόλη σας για τις ανάγκες της παράστασης… Με ποια γειτονιά είστε περισσότερο δεμένος;
Ως παιδί, έφηβος και νέος, όσο ζούσα στη Θεσσαλονίκη, νομίζω πως περισσότερο από όλες τις γειτονιές με γοήτευε η ευρύτερη περιοχή της πλατείας Ναυαρίνου. Έχω πολλές αναμνήσεις από τις εποχές της πλατείας, η οποία συγκέντρωνε ένα ετερόκλητο κοινό: περιθωριακούς, αναρχικούς, μουσικούς, σκεϊτάδες, πανκς, μεταλάδες, χιπ χόπερς, B-boys και γενικά κόσμο που ανήκε και διαμόρφωνε την -κυρίως μουσική- underground κουλτούρα και σκηνή της εποχής.
«Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πρωτοπόρα σε σχέση με τα μουσικά σχήματα και το κοινό που τα πλαισίωνε. Υπήρχε η αίσθηση ότι η πόλη άνθιζε διαρκώς από πολιτιστικά δρώμενα. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που έζησα τη Θεσσαλονίκη, ειδικά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, σε μια εποχή που η πόλη έμοιαζε να βρίσκεται σε μια διαρκή πολιτιστική και δημιουργική άνθηση».

Θας σας γυρίσω χρόνια πριν, όταν η υπόθεση της παράστασης «θΘ - Εργασία Βάκχες», στην οποία πρωταγωνιστούσατε, είχε κάνει όλη τη Θεσσαλονίκη να μιλά γι’ αυτό το έργο… Τι κοινό έχει ο Ανδρέας Κωνσταντίνου του τότε με τον Ανδρέα Κωνσταντίνου του σήμερα;
Το θΘ και η παράσταση «Εργασία Βάκχες» για εμένα ήταν ένα προσωπικό πείραμα και στοίχημα. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει στη Θεσσαλονίκη. Τα πρώτα βιώματα και ερεθίσματά μου ήταν στη Θεσσαλονίκη, η πρώτη μου ενασχόληση με το θέατρο ήταν στη Θεσσαλονίκη, η πρώτη μου επαφή με τη μουσική και τον κόσμο της ήταν στη Θεσσαλονίκη. Μου φαινόταν, λοιπόν, το μόνο σωστό να δημιουργηθεί εκεί η παράσταση, με έναν πυρήνα που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από παλιούς μου φίλους Θεσσαλονικείς.

Η εμπειρία αυτή μού έμαθε πολλά πράγματα και μου έδειξε έναν δρόμο. Ενίσχυσε την πίστη μου για κάτι που είχα έτσι κι αλλιώς μέσα μου και που το φέρω ακόμη, καλύτερα δουλεμένο, πιο ώριμο, πιο πλούσιο και πιο γενναιόδωρο, κατά τη γνώμη μου. Χαίρομαι όταν συνειδητοποιώ πως ο δρόμος που ακολουθώ σε σχέση με την τέχνη μου, αλλά και με τα πράγματα γενικότερα, δεν έχει αλλάξει. Έχει απλώς αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος. Αυτό μπορώ να πω σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά.
Info: «Τα Ημερολόγια του Φρέντερικ Σοπέν», 14 Νοεμβρίου στις 18:00 και στις 20:30, στο Κινηματοθέατρο Κολοσσαίον.
