Με μια φωνή που έχει διατηρήσει τη λάμψη, τη ζεστασιά και τη σταθερότητά της μέσα σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, ο Piotr Beczała έχει διανύσει μια από τις σημαντικές διεθνείς διαδρομές της σύγχρονης λυρικής σκηνής. Ο Πολωνός τενόρος έχει εμφανιστεί σε κορυφαίες αίθουσες και λυρικές σκηνές του κόσμου, έχει συνεργαστεί με σπουδαίους μαέστρους και καλλιτέχνες και έχει χτίσει ένα ρεπερτόριο που κινείται από τον Mozart και τον Verdi μέχρι τον Puccini και τον Wagner. Υποψήφιος για Grammy και νικητής του ECHO Klassik, έχει καταφέρει κάτι που ίσως είναι ακόμη πιο δύσκολο από μια μεγάλη καριέρα: να εξελίσσει τη φωνή και την ερμηνεία του χωρίς να χάνει την προσωπική του ταυτότητα.
Τώρα, στα 59 του, κοιτάζει μπροστά, προετοιμάζοντας νέους ρόλους, αλλά και πίσω, με την ελευθερία ενός καλλιτέχνη που μπορεί να επιστρέφει στο ρεπερτόριο που αγάπησε και να το βλέπει κάθε φορά με «νέα μάτια». Και ίσως αυτή ακριβώς η σχέση με τον χρόνο να κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την αποψινή του μουσική συνάντηση στην πόλη μας με τη Μαρία Κάλλας: μια καλλιτέχνιδα που, όπως ο ίδιος λέει, παραμένει σημείο αναφοράς όχι μόνο για τη φωνή της, αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο καταλάβαινε και υπηρετούσε τη μουσική.
Λίγο πριν ανέβει για πρώτη φορά στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, ο Piotr Beczała μίλησε μαζί μας για την Κάλλας, τη φωνή, τις επιλογές που καθορίζουν μια καριέρα και την ανάγκη ενός ερμηνευτή να μην σταματά ποτέ να αναζητά.

Η συναυλία στη Θεσσαλονίκη είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Μαρίας Κάλλας. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς η Κάλλας ως καλλιτέχνιδα και τι πιστεύετε ότι κάνει την κληρονομιά της τόσο διαχρονική;
Για μένα, η Μαρία Κάλλας είναι η σπουδαιότερη σοπράνο του περασμένου αιώνα. Δεν τραγούδησε για πολλά χρόνια, όμως τραγουδούσε πάντα με τόσο μεγάλη μουσικότητα και ένταση. Οι παλιές ηχογραφήσεις της αποτελούν για μένα σημείο αναφοράς, παρότι είμαι τενόρος. Αυτό που με συναρπάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη μουσική, ο τρόπος με τον οποίο δούλευε τις φράσεις και τα ηχοχρώματα. Για συγκεκριμένα είδη μουσικής, η προσέγγισή της ήταν ιδιαίτερη, προσωπική και, θα έλεγα, τέλεια.
Είναι, βέβαια, πολύ υποκειμενικό. Πολλοί άνθρωποι αγαπούν περισσότερο ή λιγότερο μια φωνή. Όμως ο τρόπος με τον οποίο τραγουδούσε η Κάλλας ήταν απολύτως μοναδικός και κανείς μετά από εκείνη δεν μπόρεσε να δημιουργήσει την ίδια εντύπωση στο κοινό και στους ίδιους τους ερμηνευτές. Όταν μιλάω με καλλιτέχνες και συνεργάτες, πάντα τους προτείνω να ακούν πώς τραγουδούσε, όχι απλώς πώς ακουγόταν. Δεν είναι μόνο να παράγεις φωνή. Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Το τι κάνεις με τη φωνή σου είναι ένα άλλο επίπεδο. Και η Μαρία Κάλλας αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα αυτού.
Το πρόγραμμα συνδυάζει συνθέτες από τον Verdi και τον Puccini μέχρι τον Moniuszko, τον Giordano και τον Ponchielli. Πώς προσεγγίσατε την επιλογή του συγκεκριμένου ρεπερτορίου και υπάρχει κάποιο έργο που έχει ιδιαίτερη σημασία για εσάς;
Ό,τι τραγουδάω ανήκει, στην πραγματικότητα, στο ρεπερτόριό μου. Στο πρώτο μέρος ξεκινάμε με Verdi, με μια πιο «καθαρή» μουσική προσέγγιση, ενώ στο δεύτερο μέρος τα πράγματα γίνονται πιο αισθαντικά, με διαφορετική ένταση στη φωνή και διαφορετική προσέγγιση στην ερμηνεία. Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή ήμουν λίγο έκπληκτος που με επέλεξαν για ένα τέτοιο concept, αφού είμαι τενόρος. Όμως, ειδικά στο δεύτερο μέρος, τραγουδάμε δύο άριες από την Tosca και αυτό είναι ένας φόρος τιμής στη Μαρία Κάλλας.
Ξεκινάμε πιο delicately και στη συνέχεια ανεβάζουμε την ένταση και ενισχύουμε την ερμηνεία. Και, φυσικά, έχω συμπεριλάβει και μια πολωνική άρια. Όποτε μου δίνεται η δυνατότητα να παρουσιάσω πολωνική όπερα, το κάνω. Θέλω να δείχνω στο κοινό αυτή την πλευρά της μουσικής μου παράδοσης και χαίρομαι ιδιαίτερα που και η ορχήστρα είναι πρόθυμη και χαρούμενη να την παίξει. Όλο αυτό κάνει τη συναυλία κάτι ξεχωριστό για μένα.

Έχετε περιγραφεί ως κάτοχος μιας «αιώνιας φωνής», χάρη στην ομορφιά, τη ζεστασιά, τη λάμψη και την αξιοσημείωτη σταθερότητά της. Πώς έχει εξελιχθεί η σχέση σας με τη φωνή σας μέσα στα χρόνια και τι έχετε μάθει για το πώς διατηρείται;
Τραγουδάω εδώ και 34 χρόνια. Ξεκίνησα ακολουθώντας έναν δρόμο που ήταν περισσότερο συνδεδεμένος με τον Mozart και για περίπου 15 χρόνια κινήθηκα σε αυτό το ρεπερτόριο. Στη συνέχεια άρχισα να αναπτύσσω περισσότερο τη δραματική πλευρά της ερμηνείας μου. Τα τελευταία χρόνια αυτό εκφράζεται μέσα από ρόλους όπως ο Cavaradossi, με τον οποίο ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή πριν από περίπου δέκα χρόνια, αλλά και ο Lohengrin, τον οποίο ξεκίνησα επίσης πριν από περίπου δέκα χρόνια.
Πιστεύω ότι πρέπει να έχεις ένα πλάνο για την καριέρα σου. Να κοιτάς μπροστά και να σκέφτεσαι τι θέλεις να ερμηνεύσεις, τι σου επιτρέπει η φωνή σου να ερμηνεύσεις και τι ταιριάζει στο ταμπεραμέντο και την προσωπικότητά σου. Είναι πάντα μια όμορφη περιπέτεια να φέρνεις νέους ρόλους στο ρεπερτόριό σου, αρκεί να υπάρχει ένας τρόπος να συνδέονται μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη τραγωδία για έναν τενόρο είναι να έχει δραματικό χαρακτήρα αλλά λυρική φωνή. Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί και αντίστροφα. Γι' αυτό μαθαίνουμε πώς να χρησιμοποιούμε τις φωνές μας. Και, πάνω απ' όλα, είναι σημαντικό να αγαπάς με όλη σου την καρδιά και την ψυχή αυτό που κάνεις.
Αυτή θα είναι η πρώτη σας εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη. Τι προσδοκάτε από τη συνάντησή σας με το ελληνικό κοινό και από την πρώτη σας εμφάνιση στην πόλη;
Μόλις έφτασα και θα μείνουμε ακόμη μία ημέρα, ώστε να πάρουμε μια μεγαλύτερη γεύση από την πόλη. Αγαπώ την Ελλάδα και η γυναίκα μου επίσης. Γι' αυτό έρχεται πάντα μαζί μου και έχουμε περάσει πολλές διακοπές εδώ, στα ελληνικά νησιά. Έχω, άλλωστε, μια σχέση με την Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια. Περίπου είκοσι χρόνια πριν, όταν άνοιξε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, συμμετείχα στην παραγωγή της Traviata.
Εδώ, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, είμαι πραγματικά εντυπωσιασμένος. Είναι φανταστικό! Έχω ένα καμαρίνι ακριβώς δίπλα στη θάλασσα, σχεδόν ξεχνάς ότι πρέπει να πας στη σκηνή! (γέλια) Οι Έλληνες έχουν μια πολύ σοβαρή σχέση με τη μουσική. Έχω πολλούς φίλους, ερμηνευτές και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και ανυπομονώ πραγματικά για τη συναυλία.
Έχετε εμφανιστεί σε πολλές από τις σημαντικότερες σκηνές όπερας του κόσμου και έχετε συνεργαστεί με κορυφαίους μαέστρους και καλλιτέχνες της εποχής μας. Τι εξακολουθεί να σας συναρπάζει και να σας προκαλεί ύστερα από μια τόσο μακρά διεθνή καριέρα;
Είναι σημαντικό να διαμορφώνεις τη δική σου φιλοσοφία και, πάνω απ' όλα, να αγαπάς αυτό που κάνεις. Κάθε συναυλία είναι μια διαφορετική συνθήκη και μια διαφορετική εμπειρία. Έτσι διατηρείς μια φρεσκάδα σε όλο αυτό. Κάθε φορά σε αλλάζει. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα χαρακτηριστικό της κβαντικής φυσικής: μετά από κάθε παράσταση κάνεις ένα "reset" για την επόμενη και τη βλέπεις με νέα μάτια και μια νέα προσέγγιση.
Αυτό είναι συναρπαστικό. Δεν βαριέσαι ποτέ, ακόμη κι όταν βρίσκεσαι στον ίδιο τόπο, με τους ίδιους ανθρώπους και τους ίδιους συνεργάτες. Γιατί εσύ αλλάζεις και βλέπεις τον κόσμο διαφορετικά. Αυτό θα το πρότεινα σε κάθε νέο καλλιτέχνη. Αν ρωτήσεις τον Leo Nucci πόσα Rigoletto έχει τραγουδήσει, θα σου πει περίπου 500. Η σπουδαία Αμερικανίδα σοπράνο Anna Moffo τραγούδησε περίπου 800 Traviata. Αυτό είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία. Φυσικά, υπάρχουν δύσκολες και απαιτητικές στιγμές. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, επανέλαβα τέσσερις φορές μια ηχογράφηση. Όμως, όταν υπάρχει πραγματικό κοινό και μια πραγματική παράσταση, δεν είναι ποτέ βαρετό. Βέβαια, πρέπει και να ξεκουράζομαι. Είμαι 59 ετών και πρέπει να διαχειρίζομαι τη φωνή μου και τον ήχο μου. Και, ειδικά όταν είμαι υγιής, αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας.

Κοιτάζοντας μπροστά, ποιοι είναι οι ρόλοι, το ρεπερτόριο ή τα καλλιτεχνικά σχέδια που ανυπομονείτε περισσότερο να εξερευνήσετε;
Αυτή την περίοδο προετοιμάζω Parsifal. Τραγουδάω Lohengrin τα τελευταία δέκα χρόνια και πιστεύω ότι τώρα είναι η ώρα για το επόμενο βήμα. Ο κόσμος μού ζητά νέους ρόλους του Wagner, αλλά εγώ δεν είμαι ένας «τύπος Wagner». Τραγουδάω Wagner με τη δική μου μουσικότητα και τη δική μου κατανόηση. Όσο οι μεγάλοι μουσικοί οργανισμοί συνεχίζουν να με εμπιστεύονται σε αυτό το ρεπερτόριο, συνεχίζω κι εγώ με χαρά. Παράλληλα, περιμένω με χαρά τον Turiddu από την Cavalleria rusticana και πολύ πιθανόν και τους Pagliacci την επόμενη χρονιά.
Και, φυσικά, κρατάω σταθερό το ρεπερτόριό μου και περνάω υπέροχα με αυτό. Είναι υπέροχο το γεγονός ότι, σε αυτό το σημείο της καριέρας σου, μπορείς να επιλέγεις ξανά από το ρεπερτόριο που έχεις τραγουδήσει στο παρελθόν. Πριν από περίπου έναν μήνα είχα μια συναυλία με τη σοπράνο Kathryn Lewek. Τραγούδησα πράγματα που είχα τραγουδήσει παλιότερα και ήταν μια υπέροχη στιγμή. Απόλαυσα κάθε λεπτό!
Info: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, 25ης Μαρτίου και παραλία. Απόψε στις 20:30.
Φωτογραφίες: Bertie Watson
