Δεν είναι πάντα «τεμπελιά», αδιαφορία ή έλλειψη προσπάθειας. «Είναι έξυπνο παιδί, αλλά δεν προσπαθεί», «στο σπίτι τα ξέρει, στο σχολείο δεν γράφει», «δεν συγκεντρώνεται με τίποτα», «όλο λέει ότι βαριέται να διαβάσει». Φράσεις που ακούμε συχνά και που εύκολα οδηγούν σε συμπεράσματα. Όμως, πίσω από μια συμπεριφορά που μοιάζει με αδιαφορία ή έλλειψη προσπάθειας, μπορεί να κρύβεται μια πραγματική δυσκολία, την οποία το παιδί δεν μπορεί πάντα να εξηγήσει, αλλά εμείς χρειάζεται να μάθουμε να αναγνωρίζουμε.
Όταν το διάβασμα γίνεται καθημερινή μάχη
Για κάποια παιδιά, το διάβασμα στο σπίτι μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Χρειάζονται διαρκείς υπενθυμίσεις, καθοδήγηση σχεδόν σε κάθε βήμα και πολλές επαναλήψεις για να ολοκληρώσουν μια εργασία. Άλλα δυσκολεύονται να καθίσουν στο γραφείο, αναβάλλουν, αποφεύγουν ή αντιδρούν έντονα μόλις έρθει η ώρα της μελέτης. Και κάπου εκεί, οι ερμηνείες των ενηλίκων έρχονται σχεδόν αυτόματα: «Δεν θέλει», «δεν προσπαθεί», «είναι τεμπέλικο».
Όμως, μήπως πίσω από αυτή τη συμπεριφορά υπάρχει κάτι περισσότερο;

Τι γίνεται αν το παιδί θέλει, αλλά δυσκολεύεται;
Ένα παιδί που δυσκολεύεται στην ανάγνωση, στην ορθογραφία, στα μαθηματικά, στη συγκέντρωση ή στην οργάνωση μπορεί σταδιακά να αρχίσει να αποφεύγει ό,τι του προκαλεί δυσκολία. Η αποφυγή αυτή μπορεί να μοιάζει με τεμπελιά, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί έναν τρόπο να προστατευτεί από την αποτυχία και την απογοήτευση. Δεν χρειάζεται ένα παιδί να έχει χαμηλούς βαθμούς για να υπάρχει δυσκολία, αλλά σε αυτή την περίπτωση ποια είναι τα σημάδια που θα έπρεπε να μας προβληματίσουν;
Αξίζει να προσέξουμε όταν ένα παιδί:
● χρειάζεται υπερβολικά πολύ χρόνο για τις σχολικές του εργασίες
● ξεχνάει συχνά οδηγίες, βιβλία ή εργασίες
● δυσκολεύεται στην ανάγνωση ή στην κατανόηση όσων διαβάζει
● κάνει συχνά λάθη στην ορθογραφία ή στην αντιγραφή
● δυσκολεύεται στα μαθηματικά παρά την εξάσκηση
● χάνει εύκολα τη συγκέντρωσή του
● δυσκολεύεται να οργανώσει τον χρόνο και τις υποχρεώσεις του
αποφεύγει συστηματικά το διάβασμα
● αγχώνεται υπερβολικά πριν από διαγωνίσματα
● απογοητεύεται εύκολα και έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση για τις σχολικές του ικανότητες
Ένα μεμονωμένο σημάδι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποια μαθησιακή δυσκολία. Όταν όμως αυτές επιμένουν, επαναλαμβάνονται ή εμφανίζονται σε περισσότερους από έναν τομείς, αξίζει να διερευνηθεί τι πραγματικά συμβαίνει.
«Πριν πούμε ότι ένα παιδί δεν προσπαθεί, αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις, αλλά χρειάζεται ένα διαφορετικό τρόπο».
Όταν το «δεν θέλω» μπορεί να σημαίνει «δυσκολεύομαι»

Κάποιες φορές τα παιδιά δεν έχουν τα λόγια για να μας πουν «δυσκολεύομαι», «αγχώνομαι» ή «φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω». Το δείχνουν μέσα από τη συμπεριφορά τους. Το παιδί που πετάει το μολύβι μπορεί να έχει κουραστεί να κάνει λάθη. Εκείνο που αρνείται να διαβάσει μπορεί να φοβάται ακόμη μία απογοήτευση. Το παιδί που μοιάζει να μην προσέχει μπορεί, στην πραγματικότητα, να προσπαθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται για να παραμείνει συγκεντρωμένο. Και εκείνο που λέει «είμαι χαζό» μπορεί να έχει αρχίσει να πιστεύει πως οι δυσκολίες του στο σχολείο λένε κάτι για την αξία του.
Κι εδώ χρειάζεται η δική μας ματιά να γίνει λίγο πιο προσεκτική και λίγο πιο τρυφερή. Πίσω από ένα «δεν θέλω» μπορεί να κρύβεται ένα «δεν μπορώ μόνος/η μου». Πίσω από ένα θυμό μπορεί να υπάρχει απογοήτευση. Και πίσω από την αποφυγή μπορεί να υπάρχει φόβος.
Γι’ αυτό, πριν βιαστούμε να διορθώσουμε τη συμπεριφορά, αξίζει πρώτα να προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε. Να ακούσουμε αυτό που το παιδί ίσως δεν μπορεί ακόμη να μας πει με λόγια και να του δείξουμε ότι δεν χρειάζεται να τα καταφέρνει πάντα μόνο του. Γιατί πολλές φορές το πρώτο βήμα για να βοηθήσουμε ένα παιδί να προχωρήσει δεν είναι να του ζητήσουμε να προσπαθήσει περισσότερο, αλλά να του δείξουμε ότι το βλέπουμε, το ακούμε και είμαστε εκεί για να το βοηθήσουμε.
Και αν το παιδί έχει καλούς βαθμούς;

Αυτό είναι ένα σημείο που συχνά έχει ως αποτέλεσμα να απομακρύνει τον ενήλικα από τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού. Υπάρχουν παιδιά που ανταποκρίνονται στις σχολικές απαιτήσεις, αλλά το πετυχαίνουν με πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από αυτή που χρειάζεται ένας συνομήλικός τους. Ώρες διαβάσματος, συνεχής βοήθεια από τους γονείς, έντονο άγχος και εξάντληση μπορεί να μην αποτυπώνονται στον βαθμό. Γι' αυτό δεν εξετάζουμε μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και το κόστος με το οποίο επιτυγχάνεται.
Η αξιολόγηση δεν είναι «ταμπέλα»
Όταν μια δυσκολία επιμένει, η αξιολόγηση μπορεί να γίνει ένα πολύτιμο εργαλείο για να καταλάβουμε καλύτερα το παιδί και τον δικό του, μοναδικό τρόπο να μαθαίνει. Να δούμε όχι μόνο πού δυσκολεύεται, αλλά και πού τα καταφέρνει, ποια είναι τα δυνατά του σημεία και τι χρειάζεται για να μπορέσει να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.
Για έναν γονιό, η σκέψη της αξιολόγησης μπορεί να προκαλεί αγωνία. Όμως ο στόχος της δεν είναι να χαρακτηρίσει ή να περιορίσει ένα παιδί. Δεν είναι να του βάλουμε μια «ταμπέλα», αλλά να του δώσουμε μια εξήγηση και, κυρίως, έναν δρόμο. Να καταλάβουμε τι το δυσκολεύει, να απομακρύνουμε την ενοχή και την απογοήτευση και να βρούμε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να υποστηριχθεί ουσιαστικά.
Γιατί όταν ένα παιδί καταλάβει ότι «δε φταίει που δυσκολεύεται» και ότι υπάρχει τρόπος να βοηθηθεί, μπορεί να αρχίσει ξανά να πιστεύει στον εαυτό του.
Και από τη μεριά του γονιού, όταν καταφέρουμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που το δυσκολεύει, μπορούμε να βρούμε και τον τρόπο να το στηρίξουμε πραγματικά. Να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες του, να αξιοποιήσουμε τις ικανότητές του και να του δώσουμε τα κατάλληλα εφόδια για να προχωρήσει με περισσότερη σιγουριά.

Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που χρειάζεται να θυμόμαστε ως γονείς:
Η σχολική επίδοση δεν καθορίζει ούτε την εξυπνάδα, ούτε την αξία, ούτε τις δυνατότητες ενός παιδιού.
Κάθε παιδί έχει τον δικό του τρόπο να μαθαίνει, το δικό του ρυθμό και τη δική του διαδρομή να διασχίσει. Δεν χρειάζεται περισσότερη πίεση για να τα καταφέρει· χρειάζεται να νιώσει ότι το καταλαβαίνουμε και ότι πιστεύουμε στις δυνατότητές του. Κάποιες φορές αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η κατανόηση, η ενθάρρυνση και ένας διαφορετικός τρόπος προσέγγισης, προσαρμοσμένος στις δικές του ανάγκες.
Ίσως, λοιπόν, αντί να ρωτήσουμε: «Γιατί δεν προσπαθεί περισσότερο;» να δοκιμάσουμε να ρωτήσουμε: «Τι είναι αυτό που το δυσκολεύει και πώς μπορώ να το βοηθήσω».
Γιατί μια διαφορετική ερώτηση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε εμείς οι ίδιοι το παιδί. Και πολλές φορές, όταν αλλάζει ο τρόπος που το κοιτάμε, αλλάζει και ο τρόπος που εκείνο βλέπει τον εαυτό του. Και αυτό μπορεί να είναι το πρώτο, πολύ σημαντικό βήμα για να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση, τη χαρά της μάθησης και την πίστη στις δυνατότητές του.

Η Ροζελίνα Φιλιππίδου είναι Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια με πολυετή εμπειρία στην ψυχοθεραπεία, τη συμβουλευτική και την υποστήριξη παιδιών, εφήβων και ενηλίκων και επιστημονικά υπεύθυνη των Κέντρων Θεραπειών ΕΠΙΝΕΙΟ.
