Πώς γίνεται το να είσαι αριστερόχειρας να καταφέρει να σε στιγματίσει και να σε γεμίσει με ενοχές; Να σε ορίσει και πάνω απ' όλα να είσαι «το παιδί που γράφει με το αριστερό». Φαίνεται πως ξεχνάμε ώρες ώρες πως βρισκόμαστε αισίως στο 2026 που όλα είναι -ή θα έπρεπε να είναι- επιτρεπτά. Είναι άξιο απορίας το γεγονός πως οι πεποιθήσεις ορισμένων λαών διαφέρουν τόσο μα τόσο πολύ από την πρόοδο που σημειώνεται αλλού.
Αυτές οι σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό μου όσο κατηφόριζα προς την αίθουσα Τζον Κασσαβέτης του Λιμανιού, σε μια παγωμένη Θεσσαλονίκη, τρέχοντας να προλάβω το «Αριστερό μου Χέρι» στην προβολή των 21:15. Τρία πράγματα με οδήγησαν εκεί: Αρχικά, το concept του γιατί να είναι κακό να γράφεις με το αριστερό χέρι και κατά πόσο αυτό σε καθορίζει ως άνθρωπο. Δεύτερον, το ότι πρόκειται για την πρώτη solo ταινία της σκηνοθέτιδας Shih-Ching Tsou, σε παραγωγή, σεναριογραφία και μοντάζ του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη του "Anora", Sean Baker και, τρίτον, το ότι είναι γυρισμένη αποκλειστικά με ένα iPhone.
Μάχη για επιβίωση

Από την πρώτη στιγμή, η ταινία πετυχαίνει κάτι σπάνιο, χωρίς καμία δόση υπερβολής στο πώς είναι γραμμένη: Ακροβατεί ανάμεσα στην ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση και το δράμα, βάζοντας στο μικροσκόπιο την καθημερινότητα μιας ταϊβανέζικης οικογένειας, υπό το άγρυπνο βλέμμα των κοινωνικών εντάσεων, του φύλου, της παράδοσης και της επιβίωσης.
Όλα γυρίζουν γύρω από την ιστορία της μικρής πρωταγωνίστριας που γράφει με το αριστερό της χέρι. Σε έναν κόσμο που επιμένει να ευθυγραμμίζει τα πάντα με το δεξί, το να είσαι αριστερόχειρας γίνεται σύμβολο μιας ανεπιθύμητης ιδιαιτερότητας, χωρίς κανέναν απολύτως λόγος. Κι όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα υπόθεση εκφοβισμού στο σχολικό περιβάλλον -που ομολογουμένως είναι σημαντικό να προβάλλονται τέτοιου είδους films-, αλλά με την ίδια την οικογένεια. Συγκεκριμένα, όπως μας δείχνει η Tsou, ο συγγενικός κύκλος μαθαίνει στα παιδιά του να «μικραίνουν» τον εαυτό τους για να «χωρέσουν» σε αυτό που ονομάζουμε κοινωνία, να «κουμπώσουν» δηλαδή με τους υπόλοιπους. Προφανώς γιατί δεν έχουν καταφέρει όλοι να συμφιλιωθούν με την ιδέα του να είσαι διαφορετικός, και αυτό είναι εξωπραγματικά δυσάρεστο για την εποχή μας.

Η κάμερα κινείται μέσα στις πολυσύχναστες αγορές και στα στενά διαμερίσματα της Ταϊπέι, με μια υπόγεια ενέργεια και ανάμεσα στους ανθρώπους που παλεύουν για λίγη αξιοπρέπεια. Σε επίπεδο χαρακτήρων, η ταινία αποφεύγει τη σύγκριση θύτη-θύματος. Οι ενήλικες είναι εγκλωβισμένοι σε οικονομικές πιέσεις, παραδόσεις που δε λένε να σπάσουν και φόβους για την επόμενη μέρα. Οι γυναίκες της ιστορίας μοιάζει σαν να μην έχουν καμία επικοινωνία μεταξύ τους παρόλο που, τελικά, τους ενώνει ένα κοινό μυστικό. Η ανάγκη για επιβεβαίωση και η επιμονή στα να σταθούν μόνες στα πόδια τους πηγάζουν από προσωπικά τους βιώματα και το μόνο σίγουρο είναι πως για όλα υπάρχει μια εξήγηση.
Ταξική ανισότητα και μετανάστευση

Το film κάνει λόγο, επίσης, για την ταξική ανισότητα και τη μετανάστευση, χωρίς όμως να υψώνει πανό. Οι στόχοι και τα όνειρα θυσιάζονται στον βωμό της επιβίωσης. Ευτυχώς, όμως, που η πεντάχρονη πρωταγωνίστρια είναι εκεί για να δώσει λίγη ζωή στην όλη μαυρίλα, παρόλο που βρέθηκε κάποιος να της πει πως το αριστερό της χέρι είναι το «χέρι του διαβόλου». Σκληρό για ένα παιδί μόλις πέντε ετών και πώς να του πάρει αυτήν τη σκέψη από το μυαλό; Η διαφορετικότητα συνδέεται έτσι με κάθε μορφή κοινωνικής περιθωριοποίησης. Είσαι φτωχός, γυναίκα, παιδί, μετανάστης, γράφεις με το αριστερό, άρα πρέπει να μάθεις να προσαρμόζεσαι.
Περισσότερο ως soft drama θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, ακριβώς επειδή περνάει όλα αυτά τα μηνύματα με πολύ ρεαλιστικό και απλό τρόπο. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη αυτής της ταινίας, καλώντας μας να αναρωτηθούμε: σε πόσες εκδοχές του εαυτού μας έχουμε πει «όχι» για να ταιριάξουμε κάπου; Και τι θα συνέβαινε αν, έστω για λίγο, τολμούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το αριστερό μας χέρι, έχοντας μάθει να λειτουργούμε με το δεξί; Ακατόρθωτο το να καταφέρει να πας κόντρα στη φύση σου!
