Ο Γιάννης Καραμφίλης ανήκει στους ηθοποιούς που «πλάστηκαν» μέσα από το θέατρο. Με σταθερή παρουσία στη σκηνή και βαθιά πίστη στη δύναμη του συνόλου, υπηρετεί την υποκριτική με συνέπεια, παραμένοντας στην πόλη απ' όπου ξεκίνησαν όλα, τη Θεσσαλονίκη. Στην παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, βυθίζεται στον κόσμο της νύχτας και των ανθρώπων της - ενός κόσμου σκληρού, ελεύθερου και γεμάτου αντιφάσεις, που ο ίδιος γνωρίζει όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και βιωματικά.
Παρακάτω, ο ίδιος μιλά για τον ρόλο του, τη σχέση του με το κοινό και την πόλη και όσα εξακολουθούν να τον συγκινούν μετά από χρόνια στο σανίδι.
Το «Αυτή η νύχτα μένει» μιλά για ανθρώπους της νύχτας, των ονείρων και των αντοχών τους. Τι ήταν αυτό που σε άγγιξε περισσότερο όταν διάβασες το έργο για πρώτη φορά;
Η προσομοίωση εικόνων και καταστάσεων που έχω περάσει και εγώ στο παρελθόν σε μαγαζιά εκείνης της εποχής. Το ότι «ρουφούσαν» αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά τη ζωή, χωρίς πρέπει και ενδοιασμούς, εν αντιθέσει με το τι συμβαίνει σήμερα.

Ο ρόλος σου ποια πλευρά του κόσμου της νύχτας εκπροσωπεί; Και πόσο κοντά ή μακριά νιώθεις ότι είναι από εσένα προσωπικά;
Στην παράσταση, ανήκω στην μάχιμη πλευρά των βιοπαλαιστών της νύχτας, με βαρέα ένσημα - γαλόνια ως μουσικός μαέστρος-μπουζουξής, και φυσικά, λόγω της προσωπικής μου ενασχόλησης με το όργανο, νιώθω οικεία.
Πώς είναι η συνεργασία σας με το υπόλοιπο καστ; Έχετε βρεθεί ξανά μαζί στο σανίδι;
Πιστεύω πως το ανσάμπλ του Κρατικού είναι κορυφαίο. Με αρκετούς από τους συναδέλφους μου έχω συνυπάρξει στο παρελθόν και σε άλλες παραγωγές του κρατικής σκηνής. Γενικά υπάρχει υψηλό επίπεδο συναδελφικότητας.
Τι πιστεύεις ότι παίρνει ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο μετά από αυτή την ιστορία;
Πέραν του αυθόρμητου χειροκροτήματος, ένα ψυχολογικό ξελάφρωμα από τη βαριά καθημερινότητα και μία γλυκιά νοσταλγία για τους oldtimers, αυτό που βλέπω στο βλέμμα τους είναι το ελιξίριο για την τέχνη μου και προτροπή για τα επόμενα καλλιτεχνικά σχέδια.
Μετά από τόσες θεατρικές δουλειές, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σε συγκινεί πιο πολύ επί σκηνής;
Το σκάψιμο του ρόλου που συνεχίζεται στις παραστάσεις.


Αλήθεια, γιατί επέλεξες να γίνεις ηθοποιός και ποια ήταν τα ερεθίσματά σου ως παιδί;
Μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης, έχω φτάσει να πιστεύω πως αυτό με διάλεξε και όχι εγώ. Ο χώρος είναι αδυσώπητος επαγγελματικά, θέλει γερό στομάχι, συνέπεια, πειθαρχία και μπόλικη τύχη, πέραν του ταλέντου. Στο δημοτικό πάντως, μάλλον ξεχώριζα στην ανάγνωση του επόμενου μαθήματος. Μου το χρέωναν στα θετικά οι δάσκαλοί μου - την άρθρωση και τον χρωματισμό μου στην εκφορά του λόγου.
Τι πρέπει να περιμένουμε από εσένα μετά από αυτό το έργο;
Ακολουθεί ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη στη Μονή Λαζαριστών, και υπάρχουν και κάποια άλλα σχέδια για το μέλλον, αλλά μη ανακοινώσιμα προς το παρόν.
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;
Το Ντεπώ. Θες λόγω των μαθητικών μου χρόνων, θες λόγω της χλωρίδας με τα υπέροχα πλατάνια - ήταν είναι και θα είναι αγαπημένη γειτονιά.
Tι είναι αυτό που λίγοι γνωρίζουν γι' αυτήν;
Ένα κρυφό ρεματάκι παράλληλα με την παλιά αστυνομία στο Ντεπώ, όπου κάνουμε βόλτα ανέμελα με τη σκυλίτσα μου τα πρωινά.
Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Το συγκλονιστικό ηλιοβασίλεμά της, που πράγματι μοιάζει διαφορετικό από οπουδήποτε αλλού.


Ένας δρόμος/μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Η συνοικία του Ουζιέλ στο Ντεπώ.
Ένας χώρος τέχνης που ξεχωρίζετε εδώ;
Το Κρατικό Ωδείο στη Φράγκων.
Πού θα ξεναγούσες έναν γνωστό σου από άλλη πόλη;
Δύσκολη ερώτηση... Εξαρτάται τον καλεσμένο. Πάντως στο μενού συγκαταλέγεται από βόλτα στον Χορτιάτη μέχρι καφέ και ό,τι άλλο προκύψει στην παλιά παραλία και τα Λαδάδικα, και από εκδρομή στο Δέλτα του Αξιού μέχρι τσίπουρα στις ψαροταβέρνες της Περαίας.
Το αγαπημένο σας κτίριο εδώ;
Η Villa Bianca στη Βασιλίσσης Όλγας.



Ένας άνθρωπος που με τον τρόπο του έχει αλλάξει τα δεδομένα στην πόλη;
Ο Γιάννης Μπουτάρης.
Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Γλυκό από το Sugar Angel.
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα τραγούδι, θα είχε τίτλο...
«Μελαγχολία».
Η δική σας Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις…
Θέα στον Όλυμπο.
