Σταθερά στο δημιουργικό τιμόνι του οίκου που ίδρυσε ο πατέρας της, διατηρεί τη διαχρονική, minimal ελληνική αισθητική Parthenis που έγινε διεθνές success story από τη δεκαετία του ’80. Η εξαγωγική δραστηριότητα του οίκου ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη και τη διεθνή έκθεση Textilia, που τη δεκαετία του ’70 λειτούργησε ως βασικός πυλώνας εξωστρέφειας για τους Έλληνες σχεδιαστές. Πολλές από τις πρώτες εξαγωγές του Δημήτρη Παρθένη -όπως και του Γιάννη Τσεκλένη- προς την Αμερική ξεκίνησαν από εκεί. «Έχω περάσει τα παιδικά μου χρόνια στην Textilia. Γινόταν σοβαρή δουλειά ‒ ήταν μια διεθνής έκθεση κλωστοϋφαντουργίας και έτοιμου ενδύματος. Μακάρι να υπήρχε σήμερα κάτι αντίστοιχο που να προωθεί το design και όχι μόνο το ύφασμα».
Εκεί, ένας buyer που επισκέφθηκε τη ΔΕΘ και στη συνέχεια τη Μύκονο ενεργοποίησε μια σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα για τον οίκο Parthenis, φέρνοντάς τον σε όλα τα Neiman Marcus της Αμερικής, στο Bloomingdale’s και στο B. Altman’s & Company. Η διεθνής πορεία κορυφώθηκε με τα καταστήματα στις Βρυξέλλες και το Λος Άντζελες.
«Το Βέλγιο προέκυψε το 1989, πηγαίνοντας για σπουδές στην Αμερική. Έχασα το αεροπλάνο για Βοστόνη στις Βρυξέλλες», μου λέει. «Έμεινα σε φίλους της οικογένειας, τον αρχιτέκτονα του πατρικού μου σπιτιού που τότε δούλευε στην Κομισιόν, και τη γυναίκα του, που ήταν παλιά μας πωλήτρια. Από αυτήν την επανασύνδεση προέκυψε το κατάστημα στην Grand-Place το 1990».
Λίγο αργότερα, ακολουθεί το flagship στο Λος Άντζελες, στη Melrose Avenue, στην εποχή του “Melrose Place”, με την ίδια να ζει από κοντά τη δημιουργία του. Αναλαμβάνει το δημιουργικό και επιχειρηματικό κομμάτι το 1996, σε πολύ νεαρή ηλικία και ύστερα από σπουδές στην Ιστορία της Τέχνης και του Ενδύματος. Σήμερα, με έξι αυτόνομα καταστήματα στην Ελλάδα -πάντα με ναυαρχίδες την Αθήνα και τη Μύκονο- ο οίκος Parthenis συνεχίζει την πορεία του με συνέπεια. Παράλληλα, εδώ και τέσσερα χρόνια η Ορσαλία έχει αναλάβει την προεδρία της Ένωσης Ελλήνων Σχεδιαστών, ενός φορέα που στηρίζει ενεργά τη σκηνή της μόδας και ενισχύει τη διεθνή παρουσία της. «Υπήρχε και στο παρελθόν Ένωση, αλλά διαλύθηκε και ο κλάδος ποτέ δεν υποστηρίχθηκε στον βαθμό που θα έπρεπε ως δημιουργική βιομηχανία, όπως συμβαίνει με τον τουρισμό. Εν μέσω Covid, με τα μαγαζιά κλειστά, ήταν η στιγμή να συσπειρωθούμε».

Προηγήθηκε η περίοδος της οικονομικής κρίσης, τότε που πολλές boutiques στην Ελλάδα στράφηκαν στους Έλληνες designers, γιατί δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν εισαγωγές. «Αυτή η συνθήκη λειτούργησε δημιουργικά. Οι σχεδιαστές ανέβασαν επίπεδο, ανταποκρίθηκαν σε χρόνους και απαιτήσεις χονδρικής και προσέφεραν ένα ολοκληρωμένο προϊόν. Σήμερα υπάρχουν brands που στέκονται ισάξια σε διεθνή περιβάλλοντα». Σύμφωνα με την ίδια, αυτό που προέχει στη δημιουργία και εξέλιξη ενός brand «είναι η αρτιότητα. Η τεχνική, το craftsmanship, η συνοχή». Ωστόσο, όπως σημειώνει, «δεν βρίσκεις εύκολα τεχνίτες, μοδίστρες, εξειδικευμένα χέρια. Υπάρχουν Έλληνες σχεδιαστές που διατηρούν τεχνικές όπως το κέντημα, αλλά αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα και κάτι που πρέπει να συνδεθεί με την εκπαίδευση. Να πειστούν φορείς να επενδύσουν ξανά σε αυτές τις ειδικότητες. Υπάρχει μια πρώτη διάθεση, αλλά δεν έχει προχωρήσει όσο θα έπρεπε».
Στα πλεονεκτήματα της ελληνικής παραγωγής εντοπίζει το «γρήγορο lead time και την ευελιξία. Μπορείς να ξεκινήσεις με μια πρώτη παρτίδα και να προσαρμόζεις την παραγωγή στην πορεία. Αν κάτι δεν λειτουργήσει, μπορείς να το διορθώσεις άμεσα. Αυτό όμως προϋποθέτει έλεγχο της παραγωγής». Όπως σημειώνει, πρόκειται κυρίως για θέμα know-how ‒ «εγώ το έχω κληρονομήσει και έχω χτίσει τη βιοτεχνία μου πάνω σε αυτό».
Σε μια εποχή που το resale και το thrift culture είναι πιο έντονα από ποτέ, θυμάται ότι μεγάλωσε με αυτό. «Εμένα μου αρέσει. Η μαμά μου παιδί με έντυνε από την Αμερικάνικη αγορά. Εκεί βρίσκεις κομμάτια που μπορούν να λειτουργήσουν ως έμπνευση, όχι μόνο για τα υφάσματα ή τις γραμμές, αλλά και για τις ραφές, για τεχνικές που σήμερα έχουν χαθεί. Υπήρχε μια φροντίδα στην κατασκευή που δεν τη βλέπεις εύκολα πια. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα ρούχα αποκτούν αξία. Όταν έχεις δημιουργήσει κάτι, το έχεις αγαπήσει, ξέρεις την ιστορία του, δεν είναι για πέταμα».
Σύντομα ολοκληρώνει την τετραετή θητεία της ως επικεφαλής της Ένωσης Ελλήνων Σχεδιαστών Μόδας, κατά την οποία, αν μη τι άλλο, κινήθηκε με συνέπεια και ζήλο γύρω από ζητήματα και πρωτοβουλίες, αφήνοντας μια ουσιαστική παρακαταθήκη. «Κάποιες φορές δεν είναι εύκολο να εκφράσεις αυτό που μένει. Αυτό που σίγουρα έχει δημιουργηθεί είναι ένα οικοσύστημα», όπως δηλώνει. «Από την αρχή πίεζα να λειτουργήσει η Ένωση με επιτροπές, με κατανομή ρόλων, με ενεργή συμμετοχή. Δεν είχαν όλοι τον χρόνο ή τη διάθεση να εμπλακούν το ίδιο, αλλά μπήκε μια βάση. Και αυτό έχει σημασία. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, αν θέλεις να προχωρήσει κάτι, δεν μπορείς να μείνεις αμέτοχος, πρέπει να εμπλακείς».
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ GLOW ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026
