Έχει χαράξει ανεξίτηλα την αισθητική πολλών εξώφυλλων και fashion projects, αναδεικνύοντας με κάθε του κλικ τη φωτογραφία σε κορυφαία Τέχνη. Η αναδρομική έκθεσή του με τίτλο “Push Plus One” που παρουσιάζεται τώρα στην K-Gold Temporary Gallery στο νησί της Λέσβου, σε επιμέλεια του Νικόλα Βαμβουκλή, αποκαλύπτει το δημιουργικό του βάθος και μας προσκαλεί να ταξιδέψουμε μέσα από τον φακό του ως αληθινού «μετρ» της εικόνας.
Η έκθεση λειτουργεί ως μια αναδρομή στα 30 χρόνια της καριέρας σας. Κοιτώντας πίσω, ποιες στιγμές θεωρείτε πιο καθοριστικές για την πορεία σας;
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω συγκεκριμένες στιγμές, ωστόσο η εμπειρία της φωτογράφισης για το πρώτο μου εξώφυλλο περιοδικού υπήρξε συγκλονιστική. Επρόκειτο για ένα μικρό έντυπο στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, την περίοδο που ακόμη σπούδαζα φωτογραφία. Από τότε ακολούθησαν πολλές ακόμη σημαντικές στιγμές: η δημιουργία του εξωφύλλου στους Sunday Times του Λονδίνου με τη Devon Aoki, με fashion director την Isabella Blow και styling από τη Sophia Kokosalaki, η καμπάνια του A.P.C. στο Παρίσι το καλοκαίρι του 2002 - την ίδια εβδομάδα που φωτογράφισα και την πρώτη μου ιστορία για το Self Service. Σε κάθε περίπτωση, το να βλέπεις μια νέα δουλειά να κυκλοφορεί για πρώτη φορά παραμένει το πιο συναρπαστικό κομμάτι αυτής της διαδρομής.



Η δουλειά σας διατρέχει την ακμή της κουλτούρας του εντύπου και τη μετάβαση από την αναλογική στη σημερινή ψηφιακή παραγωγή εικόνων. Πώς έχουν επηρεάσει αυτές οι αλλαγές τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεστε τις εικόνες και την αξία τους;
Αυτό που άλλαξε περισσότερο με την ψηφιακή επανάσταση είναι η ανθρώπινη αντίδραση απέναντι στη φωτογραφία. Μια φωτογραφία κάποτε ήταν πολύτιμη, εύθραυστη. Είχε αξία, γιατί απαιτούσε προσπάθεια και χρήματα για να τυπωθεί. Το στοιχείο της έκπληξης δεν υπάρχει πια, αφού βλέπουμε το αποτέλεσμα αμέσως και δεν χρειάζεται να περιμένουμε να έρθει η εκτύπωση από το εργαστήριο. Ένιωσα και πάλι αυτήν τη συγκίνηση ετοιμάζοντας την έκθεση, όταν παρέλαβα τις εκτυπώσεις από τον Γιώργο Μαρίνο, που τυπώνει τη δουλειά μου πάνω από 30 χρόνια. Μέχρι να τυπωθεί μια εικόνα, είναι απλώς «αέρας». Δεν την κατέχεις πραγματικά.
Είστε από τους λίγους Έλληνες φωτογράφους που έχουν διατηρήσει μακροχρόνιες συνεργασίες με μεγάλα διεθνή fashion και art περιοδικά. Τι κρατά ζωντανές αυτές τις σχέσεις; Το να διατηρώ το μυαλό μου καθαρό και να παραμένω ουσιαστικά συνδεδεμένος με την εποχή μου, με κρατά δημιουργικά «φρέσκο». Το να ακούω τους ανθρώπους γύρω μου και να μαθαίνω από αυτούς ήταν -και είναι- από την αρχή ο λόγος που συνεργάστηκα με τόσο δημιουργικούς ανθρώπους. Προσπαθώ πάντα να αντλώ έμπνευση από τα πιο αθέατα, τα λιγότερο προφανή στοιχεία. Αυτό, πιστεύω, είναι που με διαφοροποιεί. Ίσως τελικά πρόκειται για τη συνειδητή προσπάθεια να παραμένω λίγο «εκτός».


Σε αντίθεση με την ταχύτητα της σύγχρονης παραγωγής εικόνων, η δουλειά σας περιγράφεται συχνά ως πιο στοχαστική και μετρημένη. Πώς προστατεύετε αυτόν τον πιο αργό ρυθμό μέσα στη σημερινή βιομηχανία;
Προσπαθώ να σκέφτομαι περισσότερο την εικόνα που ετοιμάζω, αντί να «πυροβολώ» ασταμάτητα. Όταν δούλευα με φιλμ, πάντα ξεκινούσα με μια Polaroid της σκηνής και του μοντέλου. Και πολύ συχνά, εκείνη η πρώτη Polaroid αποδεικνυόταν το καλύτερο κλικ της σειράς. Ήταν λιγότερο στημένη, πιο τυχαία. Αυτήν τη λογική ακολουθώ πάντα. Στη σημερινή εποχή των γρήγορων ρυθμών και της αφθονίας, με ευνοεί το να είμαι πιο ακριβής, γιατί πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση είναι κάτι που οι πελάτες μου αναγνωρίζουν και εκτιμούν.
Η παρατήρηση, η απλότητα, η ουσία αποτελούν κεντρικά στοιχεία της δημιουργικής σας γλώσσας. Πώς εμφανίζονται αυτά στην πράξη, κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης;
Συχνά ξεκινώ να φωτογραφίζω πριν το μοντέλο το αντιληφθεί. Μπορεί να έχουν περάσει δέκα λεπτά χωρίς να το καταλάβει κανείς. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγω τη φρικτή επισημότητα του «ΟΚ, ξεκινάμε». Αυτή η φράση συχνά «παγώνει» το μοντέλο και μετά χρειάζεται μισή ώρα για να χαλαρώσει και να ξεχάσει την παρουσία της κάμερας. Υπάρχουν φορές που αυτό δεν συμβαίνει ποτέ και τότε μια ολόκληρη φωτογράφιση μπορεί να καταστραφεί.

Η έκθεση περιλαμβάνει αδημοσίευτο αρχειακό υλικό. Τι ρόλο παίζει το αρχείο στην κατανόηση τόσο της παλιότερης δουλειάς σας όσο και της τωρινής σας θέσης ως δημιουργού εικόνων;
Το αρχείο μου λειτουργεί περισσότερο ως υπενθύμιση να συνεχίσω να δουλεύω όπως πάντα. Συχνά διαπιστώνω ότι οι αγαπημένες μου εικόνες από το παρελθόν μοιάζουν πολύ με εκείνες που ξεχωρίζω σήμερα. Από τη στιγμή που ανακάλυψα τον εαυτό μου, σταμάτησα να αναρωτιέμαι «ποιος είναι ο τρόπος μου». Αυτό ήρθε φυσικά.
Στην “Push Plus One” παρουσιάζετε μια συμμετοχική εγκατάσταση που αποκαλύπτει πτυχές της δημιουργικής διαδικασίας σας. Γιατί ήταν σημαντικό για εσάς να εκθέσετε αυτό το backstage κομμάτι;
Συνειδητοποίησα ότι πολλοί άνθρωποι, ανεξαρτήτως γενιάς, δεν έχουν πραγματικά βιώσει το παρασκήνιο της δουλειάς ενός fashion φωτογράφου. Στην εποχή του φιλμ υπήρχε μια φυσική μάζα υλικού: αμέτρητα contact prints που έπρεπε να ταξινομηθούν, να σταλούν στο περιοδικό για έγκριση, κατόπιν στον εκτυπωτή και στη συνέχεια για retouch. Ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία, που όμως σου έδινε τον χρόνο να απορροφήσεις τις εικόνες και να σκεφτείς τη σωστή τους σειρά μέσα στο editorial. Η αναλογική διαδικασία προσέφερε περισσότερο χρόνο και ευελιξία. Σήμερα, όλα έχουν συμπιεστεί σε μια μικρή κάρτα μνήμης και ο χρόνος έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Η ψηφιακή εποχή μοιάζει συχνά με μια δικαιολογία για να επιταχύνονται τα πάντα, επειδή οι άνθρωποι έχουν χάσει την υπομονή τους να περιμένουν. Είναι σαν να ξυπνάς την τελευταία στιγμή για να τρέξεις στο σχολείο, αντί να σηκωθείς νωρίς και να προετοιμαστείς σωστά.


Τι θα θέλατε να πάρει ο επισκέπτης μέσα από την εμπειρία της έκθεσης στη Λέσβο;
Πρώτα απ’ όλα, αγαπώ το γεγονός ότι η Λέσβος αποτελεί έναν τόσο απρόσμενο τόπο για μια έκθεση μόδας. Αν η ίδια έκθεση παρουσιαζόταν στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, ο θεατής θα την προσέγγιζε μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, ακόμη κι αν επρόκειτο για το ίδιο κοινό. Το νησί «μηδενίζει» τον θεατή και τον αναγκάζει να δει το έργο με νέο φως. Η μόδα και η φωτογραφία υπάρχουν σε κάθε γωνιά του κόσμου - δεν ανήκουν αποκλειστικά στους κατοίκους των μεγάλων πόλεων. Όλοι θέλουν να αγαπούν τη μόδα, όμως πολλές φορές μπορεί να σε κάνει να νιώθεις outsider. Ελπίζω ότι, μπαίνοντας έστω και για λίγο στον κόσμο μου, το κοινό θα γίνει πιο ανοιχτό στη δημιουργική φύση της fashion φωτογραφίας, και ίσως να τη δεχτεί και ως μια αυθεντική μορφή Τέχνης.
Info: K-Gold Temporary Gallery, Αγία Παρασκευή Λέσβου
Διάρκεια έκθεσης: έως 15/03.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ GLOW ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026
