Έως τις 15 Φεβρουαρίου 2027, το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή μάς μεταφέρει στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα από την περιοδική έκθεση BELLE ÉPOQUE. Πρόκειται για ένα ταξίδι σε μια περίοδο έντονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, κοινωνικών ανακατατάξεων και τεχνολογικής προόδου, όταν η γαλλική πρωτεύουσα εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης.
Στο επίκεντρο της έκθεσης βρίσκεται η καλλιτεχνική αφίσα, ένα μέσο που άλλαξε ριζικά την εικόνα των πόλεων και τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη επικοινωνούσε με το ευρύ κοινό. Μέσα από περίπου 90 έργα, παρουσιάζεται η εξέλιξη αυτής της ξεχωριστής μορφής δημιουργίας, η οποία από εργαλείο εμπορικής προβολής μετατράπηκε σταδιακά σε αυτοτελές πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης.
Όταν οι δρόμοι του Παρισιού έγιναν μια υπαίθρια γκαλερί

Οι δεκαετίες 1880 και 1890 αποτέλεσαν καθοριστική περίοδο για την ανάπτυξη της αφίσας. Η πρόοδος της έγχρωμης λιθογραφίας έδωσε στους καλλιτέχνες νέες δυνατότητες, επιτρέποντας την παραγωγή εντυπωσιακών εικόνων που σύντομα κατέκλυσαν τις προσόψεις των κτιρίων, τις πλατείες και τις μεγάλες λεωφόρους. Θεατρικές παραστάσεις, καμπαρέ, μουσικές εκδηλώσεις, ποδήλατα και νέα καταναλωτικά προϊόντα αποκτούσαν τη δική τους εικαστική ταυτότητα. Η αφίσα δεν ενημέρωνε απλώς τους περαστικούς, αλλά αποτελούσε πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής εμπειρίας, αποτυπώνοντας τις νέες συνήθειες και τις επιθυμίες μιας κοινωνίας που μεταβαλλόταν με ταχύτατους ρυθμούς.

Το Παρίσι εκείνης της περιόδου ζει μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση. Οι μεγάλες λεωφόροι του Haussmann, ο ηλεκτροφωτισμός, η ανάπτυξη του μετρό, τα πολυκαταστήματα, τα θέατρα και τα καφέ διαμορφώνουν ένα διαφορετικό αστικό τοπίο. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, οι δρόμοι μετατρέπονται σε χώρους καλλιτεχνικής παρέμβασης, με τις αφίσες να αποτελούν μέρος της καθημερινής οπτικής ταυτότητας της πόλης.


Οι δημιουργοί που διαμόρφωσαν μια νέα αισθητική
Η έκθεση συγκεντρώνει έργα 15 σημαντικών καλλιτεχνών, αναδεικνύοντας την πολυμορφία και την τόλμη της εικαστικής παραγωγής της εποχής. Ανάμεσα στις παρουσίες που ξεχωρίζουν βρίσκονται ο Henri de Toulouse-Lautrec, ο Alfons Mucha, ο Théophile-Alexandre Steinlen, ο Pierre Bonnard, ο Maurice Denis, ο Félix Vallotton και ο Henri-Gabriel Ibels.
Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με δημιουργίες των Jules Chéret, René Hermann-Paul, Émile Bernard, Claude-Émile Schuffenecker, George Bottini, Théo van Rysselberghe, Louis Anquetin και Wassily Kandinsky. Παράλληλα με τις αφίσες, παρουσιάζονται σχέδια, ελαιογραφίες και παστέλ, προσφέροντας μια ευρύτερη εικόνα της καλλιτεχνικής αναζήτησης εκείνων των χρόνων.


Οι δημιουργοί αξιοποιούν έντονα χρώματα, πρωτότυπες συνθέσεις και πρωτοποριακές γραφιστικές τεχνικές, ξεπερνώντας τα όρια της συμβατικής διαφημιστικής εικόνας. Με αυτόν τον τρόπο, η αφίσα αποκτά δική της καλλιτεχνική υπόσταση και γίνεται ένα ιδιαίτερο μέσο καταγραφής της σύγχρονης ζωής.
Η λάμψη της διασκέδασης και η άλλη όψη της εποχής

Ένα σημαντικό κεφάλαιο της έκθεσης είναι αφιερωμένο στη νυχτερινή ζωή και τον κόσμο του θεάματος. Η Μονμάρτρη, το Moulin Rouge, τα Folies-Bergère, τα καφέ-κονσέρ και τα θέατρα αποτελούν σημεία αναφοράς της παρισινής διασκέδασης και συγκεντρώνουν καλλιτέχνες, performers και κοινό από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα.
Χορεύτριες, τραγουδιστές και ηθοποιοί γίνονται πρωταγωνιστές μιας νέας οπτικής κουλτούρας, αποκτώντας αναγνωρισιμότητα μέσα από τις δημιουργίες των σημαντικότερων αφισογράφων. Οι εικόνες αυτές δεν προβάλλουν μόνο τα θεάματα, αλλά καταγράφουν και το πνεύμα μιας πόλης που αναζητά διαρκώς νέες μορφές ψυχαγωγίας.


Πίσω, ωστόσο, από τη λαμπερή εικόνα της Μπελ Επόκ κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα. Οι ανισότητες, οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και οι ιδεολογικές συγκρούσεις συνυπάρχουν με την οικονομική ανάπτυξη και την άνθηση της κατανάλωσης. Η υπόθεση Dreyfus, οι διεκδικήσεις για διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών και οι κοινωνικές μεταβολές αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις μιας εποχής που, παρά την αισιοδοξία και την εξωστρέφειά της, βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές εντάσεις.
Ένα ταξίδι στην ατμόσφαιρα της Πόλης του Φωτός


Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο έχει σχεδιαστεί η παρουσίαση των έργων. Η σκηνογραφική προσέγγιση ανασυνθέτει το αστικό περιβάλλον του Παρισιού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει στις λεωφόρους και στους πολυσύχναστους δρόμους της εποχής. Η σύνδεση της αφίσας με τον δημόσιο χώρο αποτελεί βασικό άξονα της μουσειογραφικής αφήγησης, μετατρέποντας την επίσκεψη σε μια περιπλάνηση στη μητρόπολη των τελών του 19ου αιώνα.
Την εμπειρία εμπλουτίζει ένα σημαντικό σύνολο φωτογραφικών τεκμηρίων, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και το Musée Carnavalet - Histoire de Paris. Οι φωτογραφίες αποκαλύπτουν το πραγματικό σκηνικό μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κυκλοφόρησαν οι αφίσες: τις λεωφόρους, τα κτίρια, τα πλήθη και τις καθημερινές στιγμές μιας πόλης σε συνεχή εξέλιξη.

Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται ακόμη αποσπάσματα κινηματογραφικών ταινιών της περιόδου, καθώς και δύο χαρακτηριστικές πρώιμες κινηματογραφικές δημιουργίες: το Les colleurs d’affiches («Οι αφισοκολλητές») των αδελφών Lumière και το Défense d’afficher («Απαγορεύεται η αφισοκόλληση») του Georges Méliès.
Είκοσι χρόνια που άλλαξαν τη σχέση τέχνης και καθημερινότητας

Αν και η Μπελ Επόκ τοποθετείται ιστορικά στην περίοδο από το 1880 έως το 1914, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου να σηματοδοτεί το τέλος της, η έκθεση επιλέγει να εστιάσει στα είκοσι πρώτα χρόνια της. Πρόκειται για το διάστημα κατά το οποίο η καλλιτεχνική αφίσα γνωρίζει τη μεγαλύτερη άνθησή της και η τυπωμένη εικόνα αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημόσια ζωή.
Μέσα από αυτή την αναδρομή, η έκθεση BELLE ÉPOQUE αναδεικνύει μια καθοριστική στιγμή στην ιστορία της τέχνης και της οπτικής επικοινωνίας. Μια περίοδο κατά την οποία η δημιουργικότητα εγκαταλείπει τα παραδοσιακά εκθεσιακά περιβάλλοντα, συναντά τον δρόμο και γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Την επιμέλεια υπογράφουν η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Υπεύθυνη Συλλογής του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, και η Marina Ferretti Bocquillon, Επίτιμη Επιστημονική Διευθύντρια του Musée des impressionnismes στο Giverny.
Κεντρική φωτογραφία: Χριστόφορος Δουλγέρης
