fbpixel
Search
Ο Γιώργος Μαζωνάκης όπως δεν τον γνώρισαν οι περισσότεροι
LIFE & CAREER

Ο Γιώργος Μαζωνάκης όπως δεν τον γνώρισαν οι περισσότεροι

Από τη Νίκαια των παιδικών του χρόνων μέχρι τις μεγάλες πίστες, ήταν ένας άνθρωπος που επέλεξε να ζήσει μέσα από τη μουσική


Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε έναν τρόπο να μπαίνει σε έναν χώρο και να γίνεται αμέσως αντιληπτός. Δε χρειαζόταν απαραίτητα να τραγουδήσει. Το στιλ, η κίνηση, η φωνή, ο τρόπος που στεκόταν απέναντι στο κοινό δημιουργούσαν μια παρουσία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Αυτό, όμως, ήταν μόνο η μία πλευρά του.

Πίσω από τον «Μαζώ» που γνώρισε το ευρύ κοινό υπήρχε ένα παιδί μεγαλωμένο στη Νίκαια, με καταγωγή της οικογένειάς του από τη Σητεία της Κρήτης, που από μικρό ένιωθε ότι ο δρόμος του θα ήταν διαφορετικός. Σε συνέντευξή του στη LiFO το 2017 είχε μιλήσει ο ίδιος για τα παιδικά του χρόνια, θυμούμενος μια Νίκαια με ζωντανές γειτονιές και παιδιά στους δρόμους. Και είχε πει κάτι που εξηγεί πολλά για την πορεία του: από μικρός ήθελε να γίνει ηθοποιός ή τραγουδιστής.

Ένα παιδί που δεν ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο των άλλων

469396409-1130235698459326-2700237188283672706-n.jpg

Η εικόνα του Μαζωνάκη ως ανθρώπου που δεν ακολουθούσε εύκολα τις συμβάσεις δε δημιουργήθηκε όταν έγινε διάσημος. Υπήρχε πολύ νωρίτερα. Στις αφηγήσεις για τα παιδικά του χρόνια επανέρχεται συχνά η σχέση του με τη Νίκαια και η απόσταση που αισθανόταν από ορισμένες συνήθειες των συνομηλίκων του. Ο ίδιος είχε περιγράψει με χαρακτηριστικό τρόπο ότι το ποδόσφαιρο, που ήταν κομμάτι της καθημερινότητας των παιδιών της περιοχής, δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Αυτό που τον τραβούσε ήταν αλλού: η σκηνή, η μουσική, η έκφραση.

Η πρώτη του επαφή με το τραγούδι ήρθε στη γειτονιά του. Τραγούδησε για πρώτη φορά στο «Μουσικό Ρετιρέ» της Νίκαιας, πριν αρχίσει σταδιακά να ανοίγει ο δρόμος προς τις μεγαλύτερες πίστες. Είναι μια λεπτομέρεια που αποκτά διαφορετικό βάρος όταν τη βλέπει κανείς εκ των υστέρων. Πριν από τις μεγάλες σκηνές, τα βραβεία, τις πλατινένιες επιτυχίες και τα φώτα, υπήρχε ένας νεαρός από τη Νίκαια που δοκίμαζε τη φωνή του σε ένα μαγαζί της περιοχής του.

Δεν έγινε «Μαζώ» από τη μια μέρα στην άλλη

71209082-2576456272414950-7743106885363957760-n.jpg

Η δισκογραφική του διαδρομή ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και το πρώτο του άλμπουμ, «Μεσάνυχτα και κάτι», κυκλοφόρησε το 1993. Η πρώτη περίοδος δεν είχε ακόμη τη μαζική απήχηση που θα ακολουθούσε. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, το «Με τα μάτια να το λες» έφερε τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες και άρχισε να διαμορφώνει τον καλλιτέχνη που θα γινόταν γνωστός σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τραγούδια μεταξύ των οποίων το «Ανήκω σε εμένα», το «Μη μου ζητάς» και το «Τρεις το πρωί» τον έβαλαν δυναμικά στον χάρτη του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Τότε και για πάντα.

Ακολούθησε το «Μου λείπεις» το 1996 και, έναν χρόνο μετά, το «Παιδί της νύχτας». Ο τίτλος του δίσκου θα μπορούσε σχεδόν να λειτουργήσει ως συμπύκνωση της δημόσιας εικόνας που είχε αρχίσει να αποκτά. Η νύχτα, οι πίστες, οι έρωτες, η υπερβολή και η ένταση έγιναν μέρος του κόσμου του. Αλλά το σημαντικότερο ήταν άλλο: ο Μαζωνάκης άρχισε να αποκτά δικό του αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Η φωνή ήταν μόνο η αρχή.

581081815-18543669532061727-5242741492368978537-n.jpg


Υπήρξαν πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές με δυνατές φωνές. Πολύ λιγότεροι κατάφεραν να μετατρέψουν την εμφάνισή τους σε αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας. Ο Μαζωνάκης το έκανε. Σε μια εποχή κατά την οποία η εικόνα των ανδρών τραγουδιστών στην ελληνική νύχτα ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκεκριμένη και προβλέψιμη, εκείνος επέμενε να δοκιμάζει διαφορετικά ρούχα, χτενίσματα, αξεσουάρ και γενικότερα μια αισθητική που δε χωρούσε εύκολα στα στερεότυπα της εποχής. 

Ο Μαζωνάκης δεν τραγουδούσε μόνο ένα τραγούδι, αλλά έστηνε έναν ολόκληρο χαρακτήρα γύρω από αυτό.
626233499-18561498097061727-4162502572327110504-n.jpg


Από την αρχή της πορείας του, ένας από τους πιο στιλάτους και εκκεντρικούς άνδρες. Οι εμφανίσεις του δεν ακολουθούσαν εύκολα τις τάσεις της εποχής - συχνά τις προλάβαιναν ή τις διαμόρφωναν. Έντονα χρώματα, ιδιαίτερα κοστούμια, εφαρμοστά ρούχα, αξεσουάρ και τολμηροί συνδυασμοί ήταν στοιχεία που μπορούσαν να εμφανιστούν στα looks του, ενώ εξίσου χαρακτηριστικές ήταν οι συνεχείς αλλαγές στα μαλλιά του. Δε φοβήθηκε να πειραματιστεί, ακόμη κι όταν μια επιλογή μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική. Και αυτή ακριβώς η τόλμη ήταν που τον έκανε να ξεχωρίζει: η εκκεντρικότητα δεν έμοιαζε πάνω του με προσπάθεια να προκαλέσει, αλλά με φυσική προέκταση της προσωπικότητάς του.

Η σχέση του με τη μόδα και το θέαμα ήταν τόσο έντονη ώστε αργότερα μπορούσε να σταθεί με την ίδια φυσικότητα σε μια μουσική σκηνή, σε ένα τηλεοπτικό πλατό ή σε ένα fashion event. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η συμμετοχή του στο MadWalk, όπου το τραγούδι και η μόδα συναντήθηκαν σε μια σκηνική εμφάνιση που ταίριαζε απόλυτα στην αισθητική του.

Η ικανότητα να αλλάζει χωρίς να χάνει τον εαυτό του

589098625-18545730037061727-890526309367505505-n.jpg

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της διαδρομής του ήταν ότι δεν εγκλωβίστηκε σε μία μόνο εκδοχή του εαυτού του. Στη δεκαετία του ’90 κινήθηκε μέσα στο λαϊκό τραγούδι που κυριαρχούσε στις πίστες. Στη συνέχεια άρχισε να ανοίγει περισσότερο το μουσικό του πεδίο, να συνεργάζεται με διαφορετικούς καλλιτέχνες και να κατευθύνεται σε ήχους που δεν ανήκαν αυστηρά στο λαϊκό πεντάγραμμα.

Το 1999, για παράδειγμα, η συνεργασία του με τους Goin’ Through στο «Θέλω να γυρίσω» αποτέλεσε χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της διάθεσης να συναντήσει διαφορετικά μουσικά ακροατήρια. Τα επόμενα χρόνια θα ακολουθούσαν κι άλλες συνεργασίες, ενώ η δισκογραφία του θα συνέχιζε να μετακινείται ανάμεσα στο λαϊκό, το ποπ και το πιο σύγχρονο mainstream ελληνικό τραγούδι.

Ο άνθρωπος πίσω από την υπερβολή

514740612-24185661667734432-3672126776175863990-n.jpg

Εδώ, ίσως, να βρίσκεται και η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον Γιώργο Μαζωνάκη που έβλεπε το κοινό και στον άνθρωπο που υπήρχε πίσω από τη δημόσια εικόνα. Σε συνεντεύξεις του δεν έδινε πάντα την εικόνα του ανθρώπου που είχε ανάγκη να αποκαλύψει τα πάντα. Αντίθετα, υπήρχε συχνά μια επιθυμία να κρατά ένα κομμάτι του εαυτού του μακριά από τη δημοσιότητα.

Περισσότερο από τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του δισκογραφική περίοδο, η διαδρομή του Γιώργου Μαζωνάκη μπορεί να διαβαστεί και ως ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής νύχτας. Από τα μαγαζιά της Νίκαιας στις μεγάλες πίστες. Από τις κασέτες και τα CD της δεκαετίας του ’90 στα ψηφιακά τραγούδια και τα social media. Από την αυστηρά λαϊκή αισθητική σε μια εποχή όπου τραγούδι, εικόνα, μόδα και θέαμα έγιναν όλο και πιο στενά δεμένα.

Κι όμως, πίσω από όλες αυτές τις αλλαγές παρέμενε κάτι σταθερό: η ανάγκη του να ξεχωρίζει. Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν χρειάστηκε να επινοήσει έναν διαφορετικό εαυτό για να γίνει αναγνωρίσιμος. Αντίθετα, έκανε την ιδιαιτερότητά του μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του.

Φωτογραφίες: Giorgos Mazonakis/Facebook