Σε μια μέρα που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη των fan του κινηματογράφου σε όλο τον κόσμο, ο Béla Tarr, ο Ούγγρος σκηνοθέτης που επανεφηύρε το κινηματογραφικό βλέμμα με το έργο του, έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από μακρά ασθένεια, όπως ανακοίνωσαν η οικογένειά του και η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου.
Η είδηση του θανάτου του σήμανε ένα συλλογικό αναστεναγμό στον κόσμο της τέχνης και του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, που του χρωστάει όχι μόνο κάποιες από τις πιο αινιγματικές και βαθιά ποιητικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και μια ολόκληρη ενσάρκωση του τρόπου που η κάμερα μπορεί να «αισθανθεί» τον χρόνο και την ύπαρξη.
H διαμόρφωση ενός οράματος

Ο Béla Tarr γεννήθηκε το 1955 στην Πετσ της Ουγγαρίας και από νεαρή ηλικία έδειξε μια ενστικτώδη επιμονή προς τον φακό και την εικόνα. Σε ηλικία μόλις 23 ετών, ολοκλήρωσε την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, Family Nest (1979), μια ριζοσπαστική κοινωνική παρατήρηση που καταπιάνεται με τη ζωή των εργαζομένων και την καθημερινή πάλη στην Ουγγαρία της εποχής. Αυτή η πρώιμη δουλειά δεν ήταν απλώς ένα ντοκουμέντο - ήταν η αρχή ενός κινηματογραφικού λόγου που θα εξελισσόταν επί δεκαετίες με αμείωτη ένταση.
Τα πρώτα του βήματα χαρακτηρίστηκαν από μια ρεαλιστική προσέγγιση, αλλά σύντομα ο Tarr άρχισε να αναζητά μια βαθύτερη, πιο στοχαστική μορφή έκφρασης. Η εγκατάλειψη της συμβατικής κινηματογραφικής αφήγησης και η υιοθέτηση αργών, διαρκών πλάνων έγιναν σιγά-σιγά τα σήματα κατατεθέν του στιλ του. Ένας κινηματογραφικός χρόνος που ρέει όχι με στόχο την εξέλιξη της πλοκής, αλλά την είσοδο στον εσωτερικό χώρο της θεώρησης και της σκέψης.
Τα σημεία-σταθμοί στην καριέρα του

Για πολλούς, το έργο του Tarr κορυφώθηκε το 1994 με το Sátántangó, ένα φιλμ-έπος διάρκειας άνω των επτά ωρών που ξεπερνά κάθε συμβατική έννοια ταινίας. Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του László Krasznahorkai, με τον οποίο είχε μια διαρκή καλλιτεχνική συνεργασία, το Sátántangó θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι μια δοκιμασία, μια βουτιά στον χρόνο και στη σιωπή, καθιστώντας τον θεατή συμμέτοχο σε έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα γνώριμος και απόκοσμος.
Ακολούθησαν ταινίες όπως το Werckmeister Harmonies (2000), όπου η κάμερα μετατρέπεται σε καθρέφτη των συλλογικών φοβιών και μνήμεων, και το The Turin Horse (2011), μια ακραία απλοποιημένη αλλά βαθιά υπαρξιακή κατάδυση σε μια ανθρώπινη καθημερινότητα που μοιάζει να έχει απογυμνωθεί από κάθε σχήμα ελπίδας. Σηματοδότησε και την επίσημη αποχώρησή του από τη δημιουργία κινηματογραφικών έργων. Μάλιστα, το The Turin Horse κέρδισε το Silver Bear Jury Grand Prize στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Η κληρονομιά του Tarr δεν περιορίζεται μόνο στις ταινίες του. Μετά τη λήξη της κινηματογραφικής του δραστηριότητας, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στη διδασκαλία και στη συμβολή στη διαμόρφωση νέων κινηματογραφικών φωνών, μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα και διεθνή σεμινάρια. Έχοντας λάβει πλήθος τιμητικών βραβείων -ανάμεσά τους και τιμητικές διακρίσεις από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου-, καθιερώθηκε όχι μόνο ως δημιουργός αλλά και ως πνευματικός καθοδηγητής για μια ολόκληρη γενιά κινηματογραφιστών.

Ο αργός ρυθμός, το black & white κάδρο, οι μεγάλες, αδιάσπαστες λήψεις, ήταν ο μοναδικός τρόπος του να μας υπενθυμίζει ότι ο χρόνος στην οθόνη είναι μια εμπειρία που ο κάθε θεατής την αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Και σίγουρα ότι η κινηματογραφική τέχνη μπορεί να λειτουργήσει σαν καθρέφτης της ανθρώπινης συνείδησης.
Main photo: European Film Academy
