Βαθιά εκφραστική, με μια σκηνική παρουσία που ισορροπεί ανάμεσα στο εύθραυστο και το εκρηκτικό, έχει ξεχωρίσει σταθερά μέσα στον χρόνο ως μια από τις πιο συνεπείς και ιδιαίτερες φωνές της γενιάς της. Με ρόλους που συχνά απαιτούν έντονη ψυχική έκθεση και εσωτερική διαστρωμάτωση, η Στεφανία Γουλιώτη καταφέρνει να καθηλώνει το κοινό χωρίς υπερβολές, μέσα από μια σπάνια αίσθηση μέτρου και έντασης.
Στο ίδιο καλλιτεχνικό της αποτύπωμα εντάσσονται και οι συνεχείς συνεργασίες της με έργα που αναζητούν την ανθρώπινη ρωγμή πίσω από τον ρόλο, επιμένοντας σε μια προσέγγιση όπου οι χαρακτήρες δεν αντιμετωπίζονται ως σύμβολα αλλά ως ζωντανοί οργανισμοί που αναπνέουν, αντιδρούν και εκτίθενται.
Σε αυτή τη διαδρομή προστίθεται και η επερχόμενη καλλιτεχνική της παρουσία, καθώς το φετινό καλοκαίρι αναμένεται να τη βρει σε μια πολλά υποσχόμενη παράσταση στην Επίδαυρο, η οποία δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον γύρω από τη συνέχεια της πορείας της.
Σε μια εποχή εικόνας και ταχύτητας, η ίδια φαίνεται να επιμένει σε ένα θέατρο που δεν εντυπωσιάζει επιφανειακά, αλλά διαπερνά. Ένα θέατρο που, μέσα από τις επιλογές της, συνεχίζει να αναζητά όχι την επίδειξη, αλλά την αποκάλυψη.
Υπάρχει κάποια περίοδος της ζωής σας που μια παράσταση λειτούργησε περισσότερο σαν καθρέφτης για εσάς την ίδια, παρά ίσως για το κοινό;
Δεν μπορώ να το διαχωρίσω. Θα πω όμως πιο πολύ η παράσταση The Doctor, που ήταν ένα έργο το οποίο ακουμπούσε πολύ κοινωνικά ευαίσθητες φλέβες και για μένα προσωπικά ήταν ένα μεγάλο προχώρημα. Γιατί έπρεπε να παίξω μια γυναίκα που έπρεπε να υπερασπιστεί μια κοινή λογική όπου ο άνθρωπος, η ζωή και η ύπαρξη είναι στο κέντρο και όχι οι ιδεολογίες. Θεωρώ ότι η παράσταση έδινε συνεχόμενα κοινωνικά «χαστούκια».

Σε μια εποχή έντονων προσωπικών και κοινωνικών μεταβολών, πιστεύετε ότι το θέατρο πρέπει να κατηγορεί ή να ταράζει;
Το θέατρο πρέπει, θα έλεγα, πιο πολύ να θυμίζει. Να θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι, ότι τα συμφέροντα δεν είναι πάνω από την ύπαρξη, να θυμίζει την ομορφιά του να ζεις, το μυστήριο της ζωής. Να μην είσαι ατομιστής. Να θυμίζει ότι, αν κοιτάξεις λίγο αλλού, θα βρεις ένα βάθος απροσμέτρητο. Ότι υπάρχουν τόσα πράγματα γύρω μας και θα μπορούσαμε να στραφούμε σε αυτόν τον πλούτο αντί να «σκοτώνουμε» ο ένας τον άλλον. Θα έλεγα βέβαια ότι παράλληλα ταράζει, με την έννοια ότι μπορεί να μετακινεί παγιωμένα πράγματα. Να ταράζει σημαίνει να σου θυμίζει συναισθήματα που δεν ήξερες ότι έχεις. Αλλά τελικά επιστρέφω στο ότι θυμίζει. Στρέφει τον προβολέα προς τα μέσα. Τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τους άλλους ανθρώπους με περισσότερη υγεία. Νομίζω ότι αυτό χρειάζεται να κάνει το θέατρο, με έναν τρόπο.
Οι ρόλοι που έχετε επιλέξει συχνά έχουν μια έντονη εσωτερικότητα. Πόσο συνειδητή είναι η επιλογή σας να βουτάτε σε πιο σκοτεινές ή σύνθετες ψυχικές περιοχές;
Για μένα είναι φύση. Θα μπορούσα να πω ότι το αυτονόητο για μένα είναι να φέρνω προς τα έξω όσα φωνάζουν από μέσα μου. Βέβαια, για να τα φέρεις προς τα έξω, πρέπει πρώτα να τα ακούς. Στη δική μου περίπτωση, νομίζω ότι αυτά τα πράγματα φωνάζουν έντονα, ίσως και πιο έντονα από το «κανονικό». Οπότε έχω βρει αυτή τη δίοδο: να μετακινώ και να μεταμορφώνω αυτό που φωνάζει μέσα μου σε κάτι που μπορεί να επικοινωνηθεί προς τα έξω και να έχει νόημα, ίσως και για άλλους ανθρώπους, μέσα από τα έργα. Νιώθω λοιπόν ότι κάπως το τραβάω κιόλας. Δεν επιλέγω πάντα εγώ τους ρόλους, συχνά οι ρόλοι με «φωνάζουν». Αλλά πιστεύω ότι και εγώ το προκαλώ, το μαγνητίζω, ώστε να έρθει σε μένα ένας ρόλος με ψυχικό βάθος. Και αυτό είναι μια ευκαιρία που μου αρέσει πάρα πολύ: να ακούω και να δουλεύω μέσα σε αυτό το βάθος.
Ποιος χαρακτήρας που έχετε ενσαρκώσει σας άλλαξε ως άνθρωπο και όχι μόνο ως ηθοποιό; Τι κρατήσατε από αυτόν τον χαρακτήρα;
Θα μείνω ξανά στο The Doctor και στη Ρουφ. Ταυτίστηκα πάρα μα πάρα πολύ! Αν μου άλλαξε κάτι, θα πω ότι είναι η ψυχραιμία με την οποία αντιμετώπιζε όλες τις συνθήκες γύρω της. Αντί να φωνάζει, είχε μια ήρεμη, ψύχραιμη στάση απέναντι σε αυτά που ζούσε. Βέβαια, αυτή η ψυχραιμία της κόστισε, γιατί στο τέλος, με έναν τρόπο, αυτοκτονεί κι εκείνη. Και θα μιλήσω και για την Ηλέκτρα, που ενσάρκωσα πριν πολλά χρόνια. Με βοήθησε να ακούσω το κορίτσι μέσα μου. Δεν την αντιμετώπισα με το «βαρύ» μέγεθος που έχουμε συνηθίσει να αποδίδουμε στους χαρακτήρες αυτούς από το σχολείο που τους ταυτίζομαι με την Επίδαυρο και όλα αυτά. Έτσι, μπόρεσα να πάω και εγώ λίγο πίσω σε μένα, στο έφηβο και ταραγμένο -πάλι- κορίτσι...
Έχετε νιώσει ποτέ ότι το κοινό σάς έχει «παρεξηγήσει», μέσα από έναν ρόλο; Και πώς διαχειρίζεστε την απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που έχουν για εσάς και στην πραγματικότητα;
Όχι μέσα από έναν ρόλο. Νομίζω ότι γενικά έχω παρεξηγηθεί ως πάρα πολύ σοβαρή, δύσκολη ή πολύ προσεκτική. Έχω δώσει αυτή την εντύπωση, αλλά δεν είμαι έτσι. Έχω και μια πλευρά πολύ γελοία. Δηλαδή κινούμαι κάπως ανάμεσα στη γελοιότητα και στο σκοτάδι. Νομίζω ότι γενικά χρειάζεται να παίρνουμε τον εαυτό μας λιγότερο σοβαρά. Υπάρχει μια τάση, ειδικά στον χώρο μας, να παίρνουμε πολύ σοβαρά τη δουλειά μας, το ποιοι είμαστε, το πώς «πρέπει» να γίνονται τα πράγματα. Όμως πιστεύω ότι ό,τι κι αν κάνεις, θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο, χρειάζεται να περνάει μέσα από μια ελαφράδα. Γιατί οι τέχνες ακουμπούν μια χορδή που είναι ευαίσθητη, αλλά δεν χρειάζεται να βαραίνεις τον εαυτό σου για να τη φτάσεις. Αυτό που έχουμε να πούμε δεν είναι κάτι «βαρύ» με την έννοια της υπερβολικής σοβαρότητας. Είναι κάτι πιο λεπτό, πιο ανάλαφρο, πιο άμεσο. Οι καλλιτέχνες, νομίζω, δεν κοιτάμε ούτε πιο βαθιά ούτε πιο βαριά. Κοιτάμε «ανάμεσα».

Το θέατρο απαιτεί έκθεση αλλά και έλεγχο. Πού βρίσκεται για εσάς η ισορροπία ανάμεσα στην ευαλωτότητα και την τεχνική;
Δεν την βρίσκω πάντα! (Γέλιο). Ζω μέσα σε αυτή την ισορροπία και έχω αναπτύξει απλώς έναν μηχανισμό, ο οποίος έχει καλλιεργηθεί μέσα από προπόνηση. Προσπαθώ μάλιστα να το περνάω και στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Είναι μια διαρκής εξάσκηση: τη στιγμή που νιώθω ότι η τεχνική με καταπίνει, την «πετάω» στην άκρη σε κλάσμα δευτερολέπτου, σαν να λέω «έλα, φύγε». Και αντίστοιχα, όταν νιώθω ότι η ευαλωτότητα αρχίζει να γέρνει προς κάτι υπερβολικά προσωπικό, που δεν αφορά πια κανέναν, τότε επιστρέφω στην τεχνική.
Νομίζω ότι αυτό είναι μια κατάκτηση που έρχεται μόνο μέσα από σοβαρή προπόνηση. Βέβαια, αυτό χρειάζεται και τα σωστά projects για να συμβεί. Πρέπει να βρίσκεις τους κατάλληλους χώρους και συνεργασίες που το ευνοούν, αλλιώς κινδυνεύεις να είσαι είτε μόνο μέσα στην τεχνική είτε μόνο μέσα στην ευαλωτότητα, σε μια υπερ-εμπειρική κατάσταση που για μένα δεν ισχύει.
Αν μπορούσατε να φτιάξετε το προσωπικό σας μανιφέστο για το θέατρο σήμερα, ποια θα ήταν η βασική του φράση;
«Θέλω μαγεία!».
Βιώνουμε μια καθημερινότητα που η ταχύτητα και η εικόνα κυριαρχούν. Τι πιστεύετε ότι κάνει το θέατρο να εξακολουθεί να ξεχωρίζει;
Η ίδια η ζωή. Υπάρχουν μηχανές γύρω μας, αλλά το θέατρο είναι ίσως η μόνη «έξοδος» από όλη αυτή την κατάσταση, γιατί έχει να κάνει με ανθρώπους. Όσο κι αν προσπαθείς να αντικαταστήσεις τον άνθρωπο με το ρομπότ ή τη μηχανή, το πώς χτυπά η καρδούλα ενός ανθρώπου δίπλα σε έναν άλλον, το πώς το νευρικό σύστημα ανταποκρίνεται στην παρουσία μιας άλλης ανθρώπινης ύπαρξης, δεν πιστεύω ότι μπορεί να αντικατασταθεί ποτέ.
Τα ρομπότ, άλλωστε, είναι μια μίμηση του ανθρώπινου. Και νομίζω ότι το ένστικτό μας πάντα αναγνωρίζει την απομίμηση. Θα σας πω ένα ωραίο παράδειγμα. Μια φίλη μου όταν είχε χωρίσει ήθελε συνεχώς να μιλάει για αυτό το θέμα, να αναλύσει, να εξηγήσει όπως όλοι μας το κάνουμε αυτό. Θέλουμε να μιλάμε όλη μέρα στους δικούς μας για αυτό το θέμα. Ώσπου άρχισε να εκτονώσει ό,τι είχε μέσα της μέσα από τη συνομιλία της με το Chat Gpt. Κάποια στιγμή όταν την πήρα τηλέφωνο και τη ρώτησα πώς νιώθει συνειδητοποίησε ότι αυτή η μορφή επικοινωνίας δεν είναι ζωντανή. Μου είπε "Ευτυχώς είσαι διαφορετική από αυτό!". Η φυσική επαφή είναι κάτι που δε αντικαθίσταται.
Και για να επιστρέψω στο αρχικό ερώτημα: το θέατρο, στην εποχή μας, θυμίζει στον άνθρωπο τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό είναι, νομίζω, το βασικό του νόημα.

Αν ξεκινούσατε σήμερα από την αρχή, σε ένα διαφορετικό πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο, θα κάνατε τις ίδιες καλλιτεχνικές επιλογές;
Ναι! Πιστεύω ότι έχει πάει πολύ σωστά όλο αυτό. Ξεκίνησα με πράγματα που μου έμαθαν πολλά. Έμεινα ίσως λίγο πίσω στα πιο «εμπορικά» κομμάτια, αλλά δεν πειράζει, ήρθαν και αυτά αργότερα. Νομίζω ότι το σημαντικό είναι πως έχω χτίσει μια γερή βάση, πάνω στην οποία μπορώ πλέον να δοκιμάζω άλλα πράγματα.
Κεντρική φωτογραφία: Aπό τη φωτογράφισή της στο GLOW MAGAZINE - Τεύχος Ιουνίου 2024 | Από αριστερά: Αμάνικο σακάκι και παντελόνι Hugo, notos | Xρυσά σκουλαρίκια της συλλογής Infinite της Lito, Link Jewellery - Αμάνικο σακάκι Hugo, notos | Xρυσά σκουλαρίκια της συλλογής Infinite της Lito, Link Jewellery
