Από το φως και το σκοτάδι της ζωγραφικής μέχρι τις ανθρώπινες ιστορίες που χρωματίζουν τη Θεσσαλονίκη, ο Αλέξανδρος Καπετάνου αναζητά όσα μας συνδέουν και μας κινητοποιούν. Εικαστικός, εκπαιδευτικός και άνθρωπος με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, μετατρέπει τα προσωπικά βιώματα σε καλλιτεχνική έκφραση, δίνοντας χώρο στη διαφορετικότητα, τη συμπερίληψη και την ορατότητα. Με αφορμή την έκθεση «Σκοτεινό Γυαλί», τις νέες δημιουργικές του αναζητήσεις και την πολύχρονη συμμετοχή του στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης, μιλά για την τέχνη και τις μικρές, καθημερινές στιγμές που κάνουν τη Θεσσαλονίκη τόσο ξεχωριστή στα μάτια του.
Το «Σκοτεινό Γυαλί» ξεκίνησε από τον «Γυάλινο κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς. Τι ήταν αυτό που σε συγκίνησε τόσο, ώστε να μετατρέψεις ένα θεατρικό έργο σε ζωγραφική;
Το φως, αναμφίβολα! Η ομώνυμη παράσταση, που ανέβηκε στο Θέατρο Αριστοτέλειον της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη το 2021, με πρωταγωνίστρια τη Λένα Παπαληγούρα, αποτέλεσε για εμένα την ευκαιρία να δω το κείμενο αυτό σε μια - εξαιρετική- θεατρική παράσταση. Μια παρόρμηση της στιγμής με ώθησε να φωτογραφίσω δυο στιγμιότυπα του έργου, στα οποία οι πρωταγωνιστές ήταν λουσμένοι στο φως, σε έναν κατά τ’ άλλα σκοτεινό σκηνογραφικό περιβάλλοντα χώρο. Μου έδωσαν έτσι το συναισθηματικό και εννοιολογικό έρεισμα του τι σήμαινε για εμένα το φως. Το βίωμα, επομένως, που αντανακλούσε μέσα μου η υπόθεση της παράστασης, επικαλούμενο την μνήμη, η επαναβίωσή του κατά τη στιγμή της θέασης και οι πολλαπλές αναβιώσεις κατά τη ζωγραφική επιτέλεση, ήταν που με οδήγησαν στην ζωγραφική ενασχόληση και την έκθεση «Σκοτεινό Γυαλί» στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού.
Στα έργα σου, το φως μοιάζει να παλεύει με το σκοτάδι. Τι σε ενδιαφέρει περισσότερο ως ζωγράφο: αυτό που αποκαλύπτεται ή αυτό που παραμένει κρυμμένο;
Νομίζω αρχικά έχει ενδιαφέρον η ανισομέρεια στην έκταση μιας τέτοιας «μάχη». Πώς το ελάχιστο, δηλαδή το λευκό, μπορεί να αντιπαλέψει μια ευρείας κλίμακας σχέση, όπως εκφράζεται από το μαύρο. Αλλά και πώς να επανασυνδεθούν αυτά τα δυο στοιχεία και να λειτουργήσουν αρμονικά. Στα ζωγραφικά έργα ενυπάρχουν αμφότερες οι σχέσεις αποκάλυψης και «ενταφιασμού» των επιμέρους αναπαραστατικών στοιχείων. Και αυτή είναι η μαγεία τους, να μη διαχωρίζονται αυτά τα στοιχεία, καθώς η συνύπαρξή τους τους προσδίδει την απόλυτη ελευθερία προσέγγισης, ερμηνείας και έρευνας, του τι υπάρχει και τι νοείται μέσα από αυτά, καθιστώντας τα οικουμενικά.

Η έκθεσή σου φιλοξενήθηκε στην Τήνο, έναν τόπο με ιδιαίτερη σχέση με το φως και την πνευματικότητα. Πόσο επηρέασε ο ίδιος ο τόπος τη δουλειά σου;
Ο τόπος, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί στο νησί της Τήνου ήταν μια ολότελα διαφορετική κατάσταση από τους συνήθεις αστικούς χώρους έκθεσης. Όντως η πνευματικότητα και η καλλιτεχνική φλέβα του νησιού ξεχωρίζει έντονα και ποικιλοτρόπως, από ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Χαλεπάς μέχρι τους πιο σύγχρονους μαρμαροτεχνίτες και νέους καλλιτέχνες που μένουν και επισκέπτονται το νησί. Όλα μαζί λειτούργησαν ως φάρος κοινότητας που εμπνέεται, δουλεύει, παράγει και αναζωογονεί την οπτική πάνω στα έργα της έκθεσης. Πιστεύω ότι γράφει ανεξίτηλα αυτός ο δωρικός, μεστός και συνάμα ασκητικός χαρακτήρας του νησιού και εύχομαι να αποτυπωθεί με έναν τρόπο στα νεότερα έργα μου, όπως συνλειτούργησε και στην έκθεση.
Έχεις σπουδάσει τόσο Νομική όσο και Καλές Τέχνες. Πώς συνυπάρχουν αυτές οι δύο διαφορετικές πλευρές στην προσωπική σου αναζήτηση;
Είναι ένα ωραίο ερώτημα και για εμένα. Δε μπορώ προς το παρόν να δώσω μια ασφαλή απάντηση σε αυτό. Νομίζω κοινή συνισταμένη και στα δυο αυτά πεδία είναι η προσωπικότητα και η διαρκής διάθεση για αμφισβήτηση και για αποκαθήλωση των πάντων μέσα μου και γύρω μου. Των τοτέμ, των «ιερών τεράτων», των συστημάτων που λειτουργούν, των λέξεων και των επιτηδεύσεων που εκφράζουν και φέρουν, με τα στεγανά και τις παρωπίδες που κουβαλούν ακόμα και σήμερα σε πολύ μεγάλο βαθμό οι δυο χώροι. Ίσως οι προσωπικές αναζητήσεις, που δεν εξαντλούνται μόνο στα δυο αυτά πεδία, αλλά και σε άλλες περισσότερο ανθρωπιστικές, ακτιβιστικές και πηγαία ανθρώπινες αναφορές να αποτελούν την κοινή συνισταμένη προβληματισμών και τοποθετήσεων, που συνδέουν αυτά τα δυο πεδία μέσα μου, πριν και κατά την διάρκεια της καλλιτεχνικής πρακτικής.
Ως εικαστικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, φέρνεις τα παιδιά σε επαφή με την τέχνη. Τι πιστεύεις ότι μπορούν να μας διδάξουν για τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο;
Η μέχρι τώρα εμπειρία μου με τα παιδιά, ιδιαίτερα στο κομμάτι της εκπαίδευσης Ειδικής Αγωγής, με δίδαξε το πόσο πολύ μοιάζουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας, πόσες κοινές αναφορές φτιάχνουμε και πόσο σημαντικό είναι να διαφυλάσσουμε τη διαφορετικότητα καθενός μας, από μικρή κιόλας ηλικία, χωρίς να επιχειρούμε να την ομογενοποιήσουμε και αυτήν. Η αποδοχή, η συνεργασία, η αγάπη, το ενδιαφέρον και ο αυθορμητισμός τους είναι στοιχεία που εκλείπουν αναιτιολόγητα πολύ στους ενήλικες και νομίζω ότι πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα αυτός ο αποχρωματισμός. Πότε και γιατί επέρχεται, αλλά και ποια η αντίσταση που πρέπει να φέρουμε για να σώσουμε τα αθώα και αγνά βιώματα μέσα μας;
Μου είπες πως ετοιμάζεις μια έκθεση με έργα μαθητών ειδικών σχολείων, με επίκεντρο τη συμπερίληψη και την προσβασιμότητα. Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θέλεις να περάσεις μέσα από αυτήν;
Είναι πιστεύω πρώτα απ’ όλα μια διαδικασία ενδυνάμωσης και ορατότητας των μαθητών Ειδικής Αγωγής. Μέσα από τις καλλιτεχνικές πρακτικές και «τα χειρονομιακά θαυματάκια» των μικρών μαθητών, σκοπός είναι να μιλήσουν τόσο τα έργα τους, όσο και οι ίδιοι για όσα σκέφτονται και βιώνουν. Η υποστήριξη της δημόσιας και φυσικής παρουσίας των μαθητών στον αστικό χώρο, είναι μια πρώτη -για πολλά από αυτά τα παιδιά- ευκαιρία να φανούν, να ακουστούν και να παρουσιάσουν τα έργα τους στο κοινό της πόλης τους, όπως κάθε καλλιτέχνης δικαιούται να επιλέξει εφόσον το επιθυμεί. Εξάλλου, υπάρχει έντονη καλλιτεχνική παραγωγή από τα παιδιά και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος αυτή να μη καθίσταται ορατή. Και επιπλέον, πόσοι ενήλικες μπορούν να παρατηρήσουν και να μάθουν καλύτερα τις νεότερες γενιές και τις σύγχρονες και συνάμα διαχρονικές ανάγκες των παιδιών αν δεν τους απευθυνθούν;
Η συμμετοχή σου στην έκθεση «Η ΔΕΗ συναντά την Τέχνη vol.2», ανάμεσα σε 55 καλλιτέχνες που επιλέχθηκαν από περισσότερες από 1.000 αιτήσεις, τι σημαίνει για σένα;
Είναι ιδιαίτερη η χαρά μου για τη συμμετοχή στην ομαδική αυτή έκθεση, σε επιμέλεια του ξεχωριστού Ιστορικού τέχνης και επιμελητή Χριστόφορου Μαρίνου. Η έκθεση ξεκίνησε μόλις στις 23 Οκτωβρίου και θα τρέξει μέχρι τις 10 Ιανουαρίου στις Ιστορικές Εγκαταστάσεις της Δ.Ε.Η. στο Νέο Φάληρο στην Αθήνα. Πάντα ξεχώριζα τη συμβολή των ομαδικών εκθέσεων και δράσεων για το πόσο κόσμο μπορούν να ενεργοποιήσουν και να κινητοποιήσουν, οπότε όταν κάτι τέτοιο μεγάλο συμβαίνει πάντα αναζωπυρώνονται μέσα μου τα συλλογικά ενδιαφέροντα και οι κοινωνικοί προβληματισμοί, που αφήνουν οι ομάδες ως αποτύπωμα στο πεδίο. Το είχαμε ζήσει και με τις μεγάλες ομαδικές εκθέσεις ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητας «Visualbility vol1 και vol2», στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Θεσσαλονίκης το 2023 και το 2024, με πάνω από 80 καλλιτέχνες, στο πλαίσιο του Thessaloniki EuroPride 2024, που ενεργοποίησαν την πόλη πολλαπλώς.
Το «Σκοτεινό Γυαλί» ετοιμάζεται να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη. Τι να περιμένουμε από τη νέα παρουσίαση και ποιο είναι το επόμενο καλλιτεχνικό σου βήμα;
Ναι, το «Σκοτεινό Γυαλί» ετοιμάζεται αυτό το διάστημα, μετά και την επιτυχημένη πορεία του στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, να επιστρέψει στην πόλη απ’ όπου ξεκίνησε η δημιουργία του, στην Θεσσαλονίκη. Σύντομα θα μπορούμε να πούμε και πολλά περισσότερα σε σχέση με τη διοργάνωση και τις ημερομηνίες της νέας έκθεσης. Όμως το βίωμα στην Τήνο έχει ήδη εμπνεύσει και το επόμενο καλλιτεχνικό βήμα, το οποίο ξεκίνησε από εκεί και συνεχίζεται τώρα με τη ζωγραφική επιτέλεσή του, για μια ακόμα φορά. Μέσα από τη ζωγραφική γλώσσα και στη νέα σειρά έργων θα επιχειρήσω να αναδείξω με ασκητικές και αέναες κινήσεις χειροναξίας τις έννοιες που με προβληματίζουν εικαστικά, όπως το φως, το σκοτάδι, την περιοδικότητα και τις υφές.

Θα μας πεις δυο λόγια για τη συμμετοχή σου στο επερχόμενο Open House Thessaloniki;
Πιστεύω ότι δεν υπάρχουν κάτοικοι ή επισκέπτες της Θεσσαλονίκης που κυκλοφορούν στην πόλη τα τελευταία 15 χρόνια και δεν έχουν συμμετάσχει, παρακολουθήσει ή έστω παρατηρήσει τις δράσεις του Open House Thessaloniki. Είναι εξάλλου ένα δώρο για την πόλη αυτός ο θεσμός, που δημόσια και ιδιωτικά κτήρια ανοίγουν τις πύλες τους στο κοινό για δωρεάν ιστορικές και αρχιτεκτονικές ξεναγήσεις, φέτος το Σαββατοκύριακο 21 και 22 Νοέμβρη. Από την πλευρά μου συμμετέχω ως εθελοντής δέκα χρόνια στον θεσμό και τα τελευταία πέντε ως υπεύθυνος περιοχής. Συντονίζω τους εθελοντές ξεναγούς των κτηρίων, τις πρόβες, οργανώνω το υλικό κάθε κτηρίου και επιμελούμαι την ξενάγηση στο προπαρασκευαστικό στάδιο, πριν φτάσει να γίνει κτήμα των ίδιων των εθελοντών και να την ζήσουν από κοινού με τους επισκέπτες εκείνες τις ημέρες. 77 κτήρια θα ανοίξουν το προτελευταίο Σαββατοκύριακο του Νοέμβρη για ξενάγηση στη Θεσσαλονίκη, αλλά και το προηγούμενο Σαββατοκύριακο θα υπάρξουν επισκέψεις σε χώρους και εργαστήρια, με το Made in Thessaloniki και τα Open Tours. Το διαφορετικό με το Open House είναι ότι στα τόσα χρόνια έχουμε φτιάξει την ετήσια παρέα μας, σαν μια άλλη ακόμα οικογένεια. Και αυτό είναι μοναδικό!
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;
Δύο είναι οι αγαπημένες μου γειτονιές στην πόλη και αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες με το συναίσθημα και το αποτύπωμα που αφήνουν οι προσωπικές και ανθρώπινες σχέσεις στην καρδιά. Η πρώτη είναι η γειτονιά του Φαλήρου, που ξεκινάει για εμένα από την αερογέφυρα του Μακεδονία Παλλάς με τα φώτα, τα αυτοκίνητα και τις καταθέσεις ψυχής που έχουν γίνει εκεί πάνω, εξαπλώνεται στη γειτονιά του Ναταλί, φτάνει στη Λεωφόρο Στρατού και την οδό Μπιζανίου, για να καταλήξει πίσω στη Σαρανταπόρου και στο Θερινό Απόλλων, αυτό που αποκαλώ «καρδιά της πόλης». Που κρατά την πόλη ζωντανή με παλμό από τις αρχές της άνοιξης, μέχρι τις γιορτές των Χριστουγέννων. Όταν και θα κλείσει ο ετήσιος κύκλος του με την χαρακτηριστικά γλυκιά ταινία “It’s a Wonderful Life”, του Φρανκ Κάπρα. Με κουβέρτες, σκούφους, gluhwein, ζεστά γιουβαρλάκια και όλη την παρέα εκεί. Η δεύτερη γειτονιά είναι για εμένα πιο ασαφής, αλλά εξίσου δυνατή και μελαγχολικά όμορφη. Είναι αυτή της Ανάληψης, επί των οδών Μπότσαρη, Δελφών και Μακεδονίας. Χρωματίστηκε, αποχρωματίστηκε και ξαναχρωματίστηκε από ανθρώπους που έγραψαν μέσα μου σημαντικά και δεν υπάρχουν εκεί πια.

Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Θα έλεγα «συναίσθημα», αλλά θα αδικούσα την Κομοτηνή, που αγαπώ επίσης πολύ. Οπότε θα πω «ορίζοντα». Θυμάμαι και μια συζήτηση με τον Κώστα Βαρώτσο που κάναμε τηλεφωνικά, στα χρόνια των σπουδών μου στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μου μιλούσε για το έργο του «Ορίζοντας», το οποίο δεν υπάρχει πια, δυστυχώς, στην πόλη μας. Η σχέση της πόλης αυτής με τον φυσικό ορίζοντα της θάλασσας, το βουνό του Ολύμπου, το Σέιχ Σου, τα Κάστρα και τα βυζαντινά μνημεία που εντοπίζονται πολλά και διάσπαρτα στο αστικό περιβάλλον συνθέτουν κάτι το μοναδικό. Νομίζω είναι μια πόλη που σε ωθεί να νιώσεις και να σκεφτείς. Να βρεις την έρημη γωνιά σου, το αστικό ησυχαστήριό σου και να διαλογιστείς. Με έναν κίνδυνο αδιόρατης μελαγχολίας, που μάλλον πηγάζει από μια στατικότητα. Αν είναι σταθερότητα ή στασιμότητα είναι στο χέρι καθένα να το προσδιορίσει μέσα του.
Ένας δρόμος όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Θα επανέλθω στην οδό Μακεδονίας. Ήταν, είναι και πιστεύω θα είναι, τουλάχιστον για πολύ ακόμα, ένας δρόμος που προσωπικά σταματά και δεν αλλάζει στα χρόνια. Είναι όμως και τα βιώματα... Πάντως το ότι έζησα σ’ αυτήν την πόλη την ενήλικη ζωή μου και ότι πολλές πρώτες εμπειρίες τις έζησα εδώ, ακόμα και τις δύσκολες, θα το έβαζα στα θετικά της πόλης. Είναι πιστεύω σημαντικό να έχει ο καθένας μας βιώματα στους δρόμους της πόλης που ζει, που να την καθιστούν ζωντανή, έστω και αν κάποιες φορές είναι δύσκολο. Και μόνο που αναζωπυρώνει τα συναισθήματα είναι στα συν της. Τα άνευρα με φοβίζουν περισσότερο. Οι «μη τόποι» με ακινητοποιούν πνευματικά πολλές φορές.
Και ποια θεωρείς πως είναι η πιο καλλιτεχνική γειτονιά αυτήν τη στιγμή;
Αν και η πόλη αποκτά νέους χώρους τέχνης σε διαφορετικά σημεία, από την Γυάλινη Πινακοθήκη στον Κήπο της Άμμου, μέχρι το ιστορικό Αλκαζάρ που θα λειτουργήσει ως εκθεσιακός χώρος, όπως προγραμματίζεται, θεωρώ ότι η πιο εικαστική γειτονιά της Θεσσαλονίκης αυτό το διάστημα μάλλον τείνει να γίνει η ανερχόμενη Πλατεία Μαβίλης και οι περιοχές στα πέριξ. Εκεί παρατηρώ νέες δημιουργίες, όχι από φορείς, αλλά από πρωτοβουλία των ίδιων των καλλιτεχνών, με πιο πολλά και προσβάσιμα εικαστικά εργαστήρια και γκαλερί να ξεκινούν και ελπίζω να ευδοκιμήσουν. Άκρως και διαχρονικά κινηματογραφικά στέκια παραμένουν στο λιμάνι και το Ολύμπιον, ενώ θεατρικά πάλι τα περισσότερα θέατρα εντοπίζονται σε σύντομες αποστάσεις, γύρω απ’ την περιοχή της Αγίας Τριάδας.

Μια προσωπική σου ιστορία στην πόλη που ποτέ δεν έχεις μοιραστεί;
Θυμάμαι πίσω στα δεκαεννέα και τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια τη γειτονιά της Πλατείας Ιπποδρομίου, που έμενε μια ξεχωριστή Γαλλίδα φίλη μου, σε ένα ωραίο και μεγάλο παλιό διαμέρισμα. Είχαμε μπόλικη τρέλα από τότε και εγώ και αυτή και ο
δίδυμος αδερφός μου. Σε βαθμό τέτοιο που θέλαμε τρεις η ώρα τη νύχτα να δούμε πως είναι να υπνοβατείς στην πόλη. Έτσι σηκωθήκαμε από τον καναπέ και αποφασίσαμε να το τολμήσουμε. Ήταν μια από τις πολλές τρέλες που έχουμε ζήσει στην πόλη και θα τη θυμάμαι γλυκά για πάντα.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Στις αερογέφυρες αυτής της πόλης. Τόσο στο Μακεδονία Παλλάς, όσο και σε αυτήν της Βούλγαρη. Είναι δυο σημεία που περνάω πολύ συχνά μες τη χρονιά, είτε με πανσέληνο, είτε μεσάνυχτα. Είναι μικρές οάσεις που σου επιτρέπουν να βγεις έξω από τη ρουτίνα και την καθημερινότητά σου και να αναστοχαστείς, κοιτώντας τα φώτα, την πόλη, τους ανθρώπους, όταν υπάρχουν και τα αστέρια. Στα μέρη αυτά έρχεσαι με έναν περίεργο τρόπο πιο κοντά στη φύση και τον ουρανό και αυτό σε απελευθερώνει και σου δίνει ανάσες να συνεχίζεις.
Ένας χώρος τέχνης που ξεχωρίζεις εδώ;
Η αλήθεια είναι ότι πάντα ελπίζεις και θέλεις ακόμα περισσότερους χώρους τέχνης στην πόλη. Περισσότερους εκθεσιακούς εικαστικούς χώρους, περισσότερη μουσική, περισσότερα μουσεία, περισσότερες θεατρικές παραστάσεις. Ευτυχώς από κινηματογράφο πάμε καλά. Νομίζω θα ξεχώριζα τους παλιούς κινηματογράφους της πόλης, τα τέσσερα θερινά που προανέφερα κιόλας και τις κλειστές αίθουσες του Βακούρα, τη μικρή και τη μεγάλη, το Μακεδονικόν, το Κολοσσαίον. Πιο πολύ προσωπικά με έχει αγγίξει ο χώρος του Πειραματικού Κέντρου Τεχνών του MOMUS στο λιμάνι, από μια καταπληκτική ομαδική έκθεση project που είχαμε κάνει το 2021 στο πλαίσιο του εγκλεισμού. Είναι τόσο ελεύθερος ο χώρος, τόσες οι δυνατότητες που μπορεί να υποστηρίξει και τόσο καλοί οι άνθρωποι του μουσείου, που όπως τους λέω κάθε φορά που τους επισκέπτομαι πλέον, «ήρθα στο εξοχικό». Το έχω ταυτίσει με αναλυτικές συζητήσεις, δημιουργικές διαδικασίες και δίπλα στην θάλασσα, έτοιμο να επιβιβαστείς και να αποδράσεις!

Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Το φαγητό της, τα γλυκά της, τους περιπάτους στην Νέα Παραλία και την Ολύμπου, να ζήσει τον Νοέμβριο στην πόλη, την περίοδο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου και του Open House, τον παραδοσιακό φούρνο του Σαμ και τη γνωστή Πίτσα Σάκης στη Λεωφόρο Στρατού. Πιο πολύ όμως πρέπει να δοκιμάσει τις χαλαρές, ανέμελες και ηλιόλουστες βόλτες στο ιστορικό κέντρο της πόλης, κοιτώντας τα βιβλιοπωλεία της Αλεξάνδρου Σβώλου και παίζοντας με την «ρόδα της τύχης» του καταστήματος με τους λίθους, πάνω στον ίδιο δρόμο, πίσω από την Αγία Σοφία.
Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη... Τι θεωρείς must;
Το καταφύγιο στον Χορτιάτη. Εκεί θα μας βρει και φέτος, μιας που το ανακαλύψαμε και πρόσφατα. Φθινοπωρινή διάθεση, cozy αίσθηση και βελουτέ καστανόσουπες έξω απ’ τον αστικό ιστό, με καλή παρέα και ζεστό κρασί στο ξύλινο σαλέ. Μεταφορά σε χρόνο και τόπο, με τα ελάχιστα που φαντάζουν όμως τα περισσότερα...
Τρεις ακόμη λέξεις για τη δική σου Θεσσαλονίκη...
Ομιχλώδης, ρομαντική, ανατρεπτική.
