Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Θεάτρου Προσκήνιο με τον «Ρομπέρτο Τσούκκο» του Bernard-Marie Koltès, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά, η Άννα Καλαϊτζίδου βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης και τις αντιφάσεις που κρύβονται πίσω από κάθε ιστορία. Με μια πορεία που έχει διαμορφωθεί μέσα από σημαντικές συνεργασίες και ρόλους, η ίδια παραμένει πιστή στο θέατρο - εκεί όπου νιώθει πραγματικά ελεύθερη. Στη συζήτησή μας, μιλά για τις παραστάσεις που αφήνουν το αποτύπωμά τους στον θεατή, για τη σκληρή πραγματικότητα των γυναικοκτονιών, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη των παιδικών της χρόνων: τον Άγιο Παύλο, τις διαδρομές στην Άνω Πόλη και τις γεύσεις που αναζητά κάθε φορά που επιστρέφει.
Μια ανάσα πριν από την πρεμιέρα του «Ρομπέρτο Τσούκκο» του Δημήτρη Καρατζά στο Θέατρο Προσκήνιο... Θα μας πεις δυο λόγια γι' αυτό το έργο;
Πρόκειται για ένα έργο που είχε γράψει ο Bernard-Marie Koltès το '89, λίγο πριν πεθάνει. Τι να πρωτοπώ γι' αυτό το έργο! Είναι ένα ποίημα για μένα. Μια σκοτεινή ιστορία, εμπνευσμένη από έναν serial killer, ο οποίος σκότωσε τον πατέρα του κι έπειτα τη μητέρα του. Ο Koltès «τοποθέτησε» αυτόν τον σχιζοφρενή άνθρωπο σε μια υπαρξιακή αναζήτηση ώσπου να απαλλαχθεί απ' όλους του τους ρόλους, μέχρι να καταφέρει να γίνει «φως». Εγώ υποδύομαι όλους τους ρόλους του έργο στους οποίους ο συγγραφέας έχει προσδώσει μητρικά χαρακτηριστικά - κατά βάση είμαι η μητέρα του ήρωα.
Και ποιος είναι ο δικός σου ρόλος στην παράσταση;
Εγώ υποδύομαι όλους τους ρόλους του έργο στους οποίους ο συγγραφέας έχει προσδώσει μητρικά χαρακτηριστικά - κατά βάση είμαι η μητέρα του ήρωα. φύσα μητέρα, σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να πω πως μπορώ να ταυτιστώ με αυτήν την ιστορία σε προσωπικό επίπεδο. Υπάρχουν πράγματα, ωστόσο, που με ιντριγκάρουν σε επίπεδο ανθρώπινης κατανόησης και αποδοχής κάποιων πραγμάτων.

Τον Νοέμβρη έρχεσαι ξανά στη Θεσσαλονίκη, στο Αριστοτέλειον, με την παράσταση «Ο Φονιάς, Έγκλημα και Αθώωση», σε σκηνοθεσία Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη. Μια εξίσου τραγική ιστορία που διαδραματίζεται πάνω στο σανίδι. Μίλησέ μας και γι' αυτό το έργο...
Είναι γραμμένο από τον Βασίλη Κατσικονούρη και ρίχνει φως σε μια πραγματική γυναικοκτονία που έγινε το '60 στον Πόθο Ηλείας. Το βασικό και το πιο εντυπωσιακό σε αυτήν την υπόθεση αποτελεί το γεγονός πως ο συγκεκριμένος φονιάς αθωώθηκε πανηγυρικά από τον κοινωνικό του περίγυρο, καθώς και από το δικαστήριο. Η δίκη μετατράπηκε σε μια προσπάθεια πιστοποίησης πως εκείνη η γυναίκα απίστησε κι έτσι, δικαίως, είχε αυτή την κατάληξη η ιστορία. Αυτό το έργο έχει μια δομή οριακά τραγωδιακή, με απίστευτες σκηνές, ποιητικές και με βάθος. Για μένα, αυτή η γυναίκα είναι μια πραγματική ηρωίδα.
Τι μένει στο κοινό μετά από μια τόσο δυνατή παράσταση;
Ο κόσμος φεύγει ταραγμένος, ιδίως στη Θεσσαλονίκη για κάποιον λόγο. Σίγουρα έχει να κάνει και με το ότι στις μέρες μας η μία γυναικοκτονία διαδέχεται την επόμενη, δυστυχώς. Δεν ξέρεις ποτέ τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες και πώς η καθεμία ιστορία θα κάνει trigger σε κάποιον.

Μέσα στα τόσα χρόνια της πορείας σου έχει συνεργαστεί με σημαντικούς δημιουργούς. Μπορείς να ξεχωρίσεις κάποια στιγμή που σε διαμόρφωσε τόσο ως ηθοποιό όσο κι ως άνθρωπο;
Η πιο καθοριστική συνεργασία μου ήταν με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Ούσα σε πολύ νεαρή ηλικία, με διαμόρφωσε ως ηθοποιό. Το «κέντρο» μου είναι η παράσταση «Μίστερο Μπούφο», ένα κείμενο γραμμένο από τον Dario Fo και σκηνοθετημένο από τον Μοσχόπουλο τη σεζόν 2012-2013. Είναι ένα έργο που λατρεύω και αντικατοπτρίζει απόλυτα τον τρόπο με τον οποίο βλέπω κι εγώ η ίδια το θέατρο, αλλά και τον κόσμο γενικότερα.
Άννα, σου λείπει η τηλεόραση;
Δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει. Μου αρέσει να συμμετέχω πού και πού σε τηλεοπτικά project, αλλά μέχρι εκεί. Το θέατρο είναι αυτό που θα μου έλειπε. Με αυτό έχω μεγαλώσει, αυτό έχω μάθει να κάνω και νιώθω ελεύθερη μέσα σε αυτό.
Πώς διαχειρίζεσαι την έκθεση σε προσωπικό επίπεδο; Φαντάζομαι επιλέγεις συνειδητά να διατηρείς ένα πιο low profile...
Δεν μπήκα πότε στη διαδικασία να κάνω Facebook ή Instagram - δεν είχα αυτήν την ανάγκη. Πιστεύω πως η δουλειά μας, πάνω απ' όλα, είναι να είμαστε ηθοποιοί, χωρίς απαραίτητα αυτό να συνδέεται με τη δημοσιότητα. Από εκεί και πέρα, αν θα τύχει μια δουλειά να πάρει επιπλέον δημοσιότητα, αυτό είναι μια ευτυχής συγκυρία που απλώς προκύπτει.
Νιώθεις πλήρης καλλιτεχνικά;
Παρόλο που έχω αυτήν την αίσθηση της πληρότητας, πιστεύω πως ένας ηθοποιός δε σταματά ποτέ να εξελίσσεται καλλιτεχνικά και να μαθαίνει νέα πράγματα. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το μουσικό κομμάτι της δουλειάς μου -όχι το μιούζικαλ-, καθώς αγαπώ πολύ τη μουσική και κατανοώ πολλά πράγματα καλύτερα μέσω αυτής. Είμαι πάντα ανοιχτή, λοιπόν, σε νέες προκλήσεις.

Κεφάλαιο Θεσσαλονίκη. Θα σε γυρίσω χρόνια πριν για να μου περιγράψεις πώς ήταν η μετάβαση από την πόλη σου στην πρωτεύουσα.
Πέρασα στο Κρατικό Θέατρο κι εκεί γνώρισα τον τότε καθηγητή μου, τον Θωμά Μοσχόπουλο, ο οποίος έναν χρόνο αργότερα με κατέβασε στην Αθήνα για δουλειά. Με κέρδισε από την πρώτη στιγμή η πρωτεύουσα, προσαρμόστηκα γρήγορα. Η καλλιτεχνική της σκηνή είναι πολύ πιο ενεργή κι έτσι οι άνθρωποί της είναι πιο δημιουργικοί.
Πού μεγάλωσες στη Θεσσαλονίκη;
Στον Άγιο Παύλο, δίπλα στο Σέιχ Σου. Από το μπαλκόνι του σπιτιού μας έβλεπα την κατεβασιά της Θεσσαλονίκης και τις περατζάδες των πλοίων στο λιμάνι. Πήγαινα στο πέτρινο σχολείο, λίγο πριν το Θέατρο Δάσους, και οι εκδρομές μας ήταν πάντα μέσα στο πράσινο. Την έχω ακόμα στην καρδιά μου αυτήν τη γειτονιά.
Τι κάνεις κάθε φορά που επιστρέφεις στην πόλη;
Η γαστρονομία της Θεσσαλονίκης είναι ένα απίθανο πεδίο, που μου αρέσει να εξερευνώ. Οπότε το φαγητό είναι πρώτο στην ατζέντα μου όταν ανεβαίνω στην πόλη. Από στέκια, αγαπώ και το Residents, στο οποίο έβγαινα από μικρή.


Ποια γωνιά της πόλης είναι η πιο κινηματογραφική στα μάτια σου;
Η Άνω Πόλη, τα σημεία της οποίας άρχισα να ανακαλύπτω στην εφηβεία μου. Μπορώ να περπατάω ατελείωτα στους δρόμους της και η σύνδεση που έχω μαζί τους έχει, φυσικά, να κάνει και με το γεγονός ότι ζούσα στον Άγιο Παύλο. Έχω μεγαλώσει με ένα μάτι να χάνεται στον ορίζοντα.
Ας υποθέσουμε πως κάποιο τυχαίνει να επισκέπτεται πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη... Τι πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσει;
Βόλτα στην Άνω Πόλη και πολύ φαγητό! Must είναι, εννοείται, τα σουτζουκάκια της Διαγωνίου.
