Με αφετηρία δύο φαινομενικά ασύνδετους τόπους, την κινηματογραφική αίθουσα και την έρημο, η Σοφία Ροζάκη δημιουργεί το spatial affects, το έργο που διαμορφώνει την οπτική ταυτότητα της 67ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου. Αντλώντας υλικό από προσωπικές αναμνήσεις και βιώματα ανθρώπων που μοιράστηκαν μαζί της την αγάπη τους για το σινεμά, η εικαστικός διερευνά τη δύναμη του «μαζί», τη συλλογική ευαλωτότητα και τις δυνατότητες συνύπαρξης πέρα από καθιερωμένους κοινωνικούς κώδικες.
Με αφορμή το έργο της, συζητάμε για τη δημιουργία ως πράξη επικοινωνίας, την τέχνη ως χώρο συνάντησης και τη Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί να κουβαλά μέσα της.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το spatial affects; Ποια ήταν η πρώτη εικόνα που είχες στο μυαλό σου;
Μαθαίνοντας τη φετινή θεματική του Φεστιβάλ, την έρημο, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ένας χαλαρός πανικός. Τα έργα μου συνήθως φέρουν συμπυκνωμένη πληροφορία και πολλές λεπτομέρειες. Τώρα έπρεπε να προσεγγίσω κάπως ένα αχανές κενό. Το μυαλό μου ήταν τόσο άδειο όσο και ο καμβάς που με περίμενε. Μετά άρχισα να αναρωτιέμαι: γιατί αντιλαμβανόμαστε
την έρημο ως κενό; Και εκεί η σκέψη μετατοπίστηκε. Το κενό αφήνει χώρο για ανεξάντλητα δημιουργικά ενδεχόμενα.

Τι συμβολίζει για σένα η έρημος και πώς συνδέθηκε με τον κινηματογράφο; Τι ακριβώς βλέπει ο θεατής;
Σκέφτομαι την έρημο ως έναν τόπο έξω από την ισοπεδωτική δυτική ματιά, πλήρως απογυμνωμένο από κοινωνικές κατασκευές και οριοθετήσεις. Από την άλλη, η κινηματογραφική αίθουσα ως ένας ενδιάμεσος τόπος, αφήνει να συμβεί μια αλλόκοτη συνάντηση, όπου άγνωστα μεταξύ τους άτομα μοιράζονται ένα κοινό βίωμα και μια συλλογική οικειότητα, ανεξαρτήτως των διαφορετικών τους διαδρομών. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, υπάρχει μια απομάκρυνση από
τους καθιερωμένους κώδικες με τους οποίους έχουμε μάθει να προσδιορίζουμε, να διαβάζουμε και να βιώνουμε πρόσωπα και καταστάσεις. Αν αφήσουμε, λοιπόν, τους κώδικες αυτούς να καταρρεύσουν, σκέφτομαι ότι μπορούμε να φανταστούμε μέσα στις ρωγμές τόπους συνάντησης με ριζοσπαστικές δυνατότητες.
Για την υλοποίησή του, μίλησες με ανθρώπους για τις προσωπικές τους εμπειρίες από το σινεμά. Τι έμαθες μέσα από αυτές τις συζητήσεις;
Η δημιουργική διαδικασία της ζωγραφικής, σε αντίθεση με αυτή του κινηματογράφου, είναι εν γένει μια αρκετά ατομική/μοναχική διαδικασία. Θέλοντας όμως να προσεγγίσω το πώς θα έμοιαζε ένας τέτοιος τόπος συνάντησης, ένιωσα απαραίτητο η ίδια η διαδικασία να ανοίξει στο συλλογικό. Απηύθυνα, έτσι, μια ερώτηση σε άτομα που έχουν ιδιαίτερη σχέση με το σινεμά,
σχετικά με την αγάπη τους γι' αυτό. Αυτή η συλλογή από διαφορετικές εμπειρίες, αναμνήσεις, σκέψεις και συναισθήματα αποτέλεσε το βασικό υλικό για τη δημιουργία του έργου.


Υπήρξε κάποια ιστορία που άκουσες και τελικά μπήκε, με κάποιον τρόπο, στο έργο;
Όλα τα πράγματα, ανεξαιρέτως, που επέλεξαν τα άτομα αυτά να μοιραστούν μαζί μου βρήκαν τη θέση τους στο έργο. Αυτή ήταν και η πρόθεση, και ταυτόχρονα πρόκληση, εξαρχής.
Και πώς νιώθεις βλέποντας ένα δικό σου έργο να γίνεται η εικόνα ενός τόσο μεγάλου θεσμού;
Δε νομίζω ότι έχω προλάβει να το συνειδητοποιήσω ακόμα. Είναι πολύ έντονο και συγκινητικό. Τις περισσότερες μέρες ακροβατώ μεταξύ αποσύνδεσης και πανικού!
Το έργο μιλά για ευαλωτότητα και συνύπαρξη. Είναι κάτι που σε απασχολεί και στη δική σου δουλειά γενικότερα;
Στη δουλειά και στη ζωή μου επίσης. Αν όχι έτσι, πραγματικά δεν ξέρω πώς αλλιώς.

Αλήθεια, πώς θα περιέγραφες τη σχεδιαστική φιλοσοφία σου και τι μπορεί να λειτουργήσει ως έμπνευση για σένα;
Δεν το ανάγω σε φιλοσοφία σε καμία περίπτωση. Όπως το βλέπω είναι μια συνεχής λούπα παρατήρησης - σύνθεσης - αναπαραγωγής, μια άλλη μορφή επικοινωνίας δηλαδή, που απλώς χρησιμοποιεί την εικόνα ως βασικό εργαλείο. Αφετηρία και αφορμή μπορεί να είναι κυριολεκτικά το οτιδήποτε, όπως σε μια συζήτηση, και, όπως σε κάθε συζήτηση, θέλω να πιστεύω ότι δεν την κάνω μόνη μου.
Αν σου ζητούσα να δώσεις τον δικό σου ορισμό στην τέχνη, ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούσες;
Θα πρότεινα να αντισταθούμε σε ορισμούς εξ' ολοκλήρου. Βρίσκω ότι περισσότερο εγκλωβίζουν και αποκλείουν, παρά είναι χρήσιμοι τελικά.
Ας περάσουμε στη Θεσσαλονίκη, όπoυ έχεις ζήσει αρκετά χρόνια. Ποια γειτονιά έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;
Φιλίππου-Ροτόντα. Τα περισσότερα και πιο ιδιαίτερα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής συγκεντρώνονται σε αυτό το αγαπημένο οικοδομικό τετράγωνο.

Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Μπορεί να προκαλέσει έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις. Απολαύστε υπεύθυνα!
Ένας δρόμος όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Δεν ξέρω αν νιώθω κάπου τον χρόνο να σταματά. Υπάρχει όμως για μένα πάντα μια άλλη, προηγούμενη Θεσσαλονίκη που κουβαλάω παγωμένη στον δικό μου χρόνο. Και κάθε φορά που επιστρέφω στην πόλη, όσο αλλαγμένη κι αν τη βρίσκω, παίζει ταυτόχρονα από πίσω αυτή η άλλη γνώριμη εκδοχή της.
Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σου αρέσει να περπατάς;
Κάπου χωρίς τη συνεχή απειλή επίθεσης ή παρενόχλησης θα ήταν ωραία. Ο δημόσιος χώρος δυστυχώς δεν είναι εξίσου φιλόξενος για όλ@. Μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια κρατάω τα κλειδιά στο χέρι μου.
Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Αν ψάχνουμε για γαστρονομικές περιπέτειες, είμαι δυστυχώς το πλέον ακατάλληλο άτομο για προτάσεις. Έχει όμως, νομίζω, έναν ιδιαίτερο ρυθμό η ζωή αυτής της πόλης που αξίζει να αφουγκραστείς και να αφήσεις να σε παρασύρει, ίσως μέσα από μια βόλτα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.

Αν αυτή η πόλη ήταν έργο τέχνης, θα είχε τίτλο...
Νεκρή φύση με φόμο και λίγο επικείμενο υπαρξιακό τρόμο.
Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη... Τι θεωρείς must;
Δεν μπορώ παρά να πω Φεστιβάλ Κινηματογράφου!
Τρεις ακόμη λέξεις για τη δική σου Θεσσαλονίκη...
Όλο κάπως ξανάρχομαι.
Πορτρέτα Σοφίας Ροζάκη: Μαρία Μαυροπούλου
