fbpixel

Search icon
Search
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο GLOW, μιλά για τη δύναμη της Tέχνης και την αφύπνιση της κοινωνίας
MAGAZINE

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο GLOW, μιλά για τη δύναμη της Tέχνης και την αφύπνιση της κοινωνίας

O ηθοποιός, σκηνοθέτης και μουσικός από τη Θεσσαλονίκη ανοίγει τα χαρτιά του


Στις σκηνές όπου επιστρέφει και μετακινείται διαρκώς, ο Γιώργος Παπαγεωργίου δεν χωρά σε μία μόνο ιδιότητα. Ηθοποιός, δημιουργός και μουσικός, κουβαλά την πόλη της καταγωγής του ως σημείο αναφοράς και συνομιλεί με το σήμερα μέσα από διαφορετικές καλλιτεχνικές φόρμες. Με αφορμή την παράσταση-εμπειρία «1984», που πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί, και πού παρουσιάζεται από τη Θεσσαλονίκη πλέον στην Αθήνα και στο θέατρο Δίπυλον, το επιτυχημένο Hotel Amour στο θέατρο Ακροπόλεως, στο οποίο κατέχει εξίσου τον Α' ρόλο, αλλά και τη μουσική διαδρομή της δυναμικής μπάντας του Polkar, μοιράζεται μαζί μας την αναγωγή της τέχνη ως ανάγκης, αλλά και την εικόνα μιας κοινωνίας που μοιάζει να κοιμάται επικίνδυνα βαθιά.

Ποια ήταν η ανταπόκριση του κοινού της Θεσσαλονίκης στην παράσταση; 

Αυτό που ζω στη Θεσσαλονίκη είναι σαν όνειρό μου. Αμέσως δεν λύθηκε μόνο η αγωνία που είχα όταν έφτιαχνα την παράσταση -το άγχος αν μια πειραματική, ευρηματική πρόταση με ρίσκο στην απόδοση θα πετύχει-, αλλά και η αγωνία αν η πόλη μου θα στηρίξει ένα εγχείρημα που πάει κόντρα στα συνηθισμένα. Δεν πρόκειται για οικογενειακή κωμωδία, αλλά για ένα βαρύ έργο, τόσο τρομαχτικά επίκαιρο, με μια δυνατή διασκευή της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου. Οι άνθρωποι του «Αυλαία» ήταν αισιόδοξοι για την επιτυχία της, όμως εγώ, όπως πάντα, ήθελα να είναι όλα οργανωμένα. Δεν νιώθω καθόλου άνετα αν δεν έχω υπό τον έλεγχό μου όλες τις καταστάσεις, ακόμα κι αν αυτό με εξαντλεί. Θέλω να έχω προβλέψει τα πάντα, εκτός από τον ασταθή παράγοντα του απροσδόκητου. Όμως, σε μια παράσταση με τέτοια τεχνική συνθετότητα, έπρεπε να κάνω διπλή δουλειά στον σχεδιασμό, για να προκύψει το επίπεδο που ήθελα. Το ζητούμενό μου είναι, είτε την παρακολουθούν 2, 5 ή 200 άνθρωποι, να είναι όλοι αγκιστρωμένοι σε μια κοινή ρωγμή, σε ένα σκοτεινό ταξίδι, που καταλήγει σε μια εμπειρία που δεν φοβάσαι. Είχα το άγχος αν ο θεατής θα αγκαλιάσει αυτήν την προσέγγιση, αλλά πήρα την επιβεβαίωση από την πρώτη κιόλας παράσταση. 

Το «1984» μιλά για έναν κόσμο όπου η εξουσία δεν ελέγχει μόνο τις πράξεις αλλά και τη σκέψη. Κατά τη διάρκεια των προβών, υπήρξε κάποια στιγμή που ένιωσες ότι αυτό το σύμπαν άρχισε να σε αφορά προσωπικά; 

Ναι, ειδικά στο πώς ελέγχονται όχι μόνο οι σκέψεις του πολιτικού που βρίσκεται στην εξουσία, αλλά και του ανθρώπου που τοποθετείται σ’ ένα κοινωνικό μέσο. Το γεγονός ότι πλέον, μέσω των social media, μια τοποθέτησή σου μπορεί να επιφέρει ποινές, κυρώσεις. Έχουμε περιπτώσεις δικαστηρίων και καταδίκες για ένα tweet. Έχουμε και ανθρώπους που μπαίνουν σε blacklist, όχι απαραίτητα από πολιτικούς φορείς, αλλά και εμπορικούς, και αυτό το κάνει ακόμη πιο δυστοπικό. Αν παρατηρήσεις, οι περισσότεροι influencers, ειδικά στο Instagram, όταν συμβαίνει κάτι με κοινωνική- πολιτική διάσταση και υπάρχει αναβρασμός, κάνουν «τουμπεκί ψιλοκομμένο». Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν τους συμφέρει να τοποθετούνται σε ζητήματα -από τη γενοκτονία στη Γάζα μέχρι τα Τέμπη- ακόμα κι όταν το νιώθουν! Γιατί οι πελάτες τους ξενερώνουν. Εκεί, ξεκινά ο Όργουελ και αυτό που αναφέρει συγκεκριμένα ως η «αστυνομία της σκέψης». Θα υπάρχουν καταδίκες για κάτι που οι άνθρωποι σκέφτονται, πριν τελέσουν το έγκλημα. Όποιος έχει τα μάτια και τα αυτιά του ανοιχτά οφείλει να το καταλάβει αυτό!

Λέγεται ότι το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν και προπομπός του γνωστού “Big Brother”... 

Είναι μια ελαφριά εκδοχή αυτή για το ριάλιτι και δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτό. Κάποιοι στηρίχθηκαν απλώς εμπορικά στην προφητεία του Όργουελ, και αυτό δεν με αφορά. Αυτό που με αφορά σχετικά με τον «Μεγάλο Αδελφό» είναι το κομμάτι της παρακολούθησης. Σήμερα, αντί για «Μεγάλο Αδελφό», έχουμε αλγόριθμο που μας ξέρει καλύτερα από εμάς. Ακόμη και συστήματα εκτός Ελλάδας, όπως στην Αμερική και την Κίνα, δείχνουν ότι δεν μιλάμε απλώς για ένα σύστημα παρακολούθησης που ελέγχει, συμμορφώνει και τιμωρεί, αλλά για μια όλο και πιο επιθετική διείσδυση σε ό,τι μέχρι τώρα θεωρούσαμε δεδομένο και κεκτημένο ελευθερίας. Δεν ξέρεις πώς παραβιάζεται η ελευθερία σου, ειδικά με το AI, και τι χιονοστιβάδα αντιδράσεων μπορεί να προκληθεί. Ξαφνικά πια μπορεί να δεις ένα βίντεο με ένα σκηνικό επίθεσης που να είναι ψεύτικο, και αυτό να ταρακουνήσει ολόκληρο τον κόσμο!

Πώς προσεγγίζεις έναν ρόλο που ζει διαρκώς υπό επιτήρηση; 

Τι αλλάζει στην εσωτερική κίνηση ενός ηθοποιού όταν η ελευθερία δεν είναι δεδομένη αλλά απαγορευμένη; Όλο λειτουργεί σαν ένα ταξίδι μνήμης. Για μένα, υπάρχει ένα «κλειδί που δεν φανερώνει στον θεατή ότι αυτό που βλέπει, ο ήρωας το έχει ζήσει. Η παράσταση είναι μια επιστροφή του Σμιθ σε όσα έζησε, εγκλωβισμένος, έχοντας μαζέψει όλα τα υλικά της ζωής του, λέγοντας την ιστορία στους καλεσμένους, στους θεατές. Έχει λοβοτομηθεί από το σύστημα και είναι πια ένας παροπλισμένος, ανήμπορος καθημερινός άνθρωπος στο διαμέρισμά του, που κάθε μέρα λέει εμμονικά αυτήν την ιστορία στον εαυτό του. Γι’ αυτό και η έννοια της λούπας, πέρα από τη λειτουργία του εντυπωσιασμού, έχει και τη λειτουργία της επανάληψης,
εμμένοντας, πιστεύοντας ότι κάτι θα συμβεί διαφορετικό.

Το έργο του Όργουελ γράφτηκε ως προειδοποίηση. Σήμερα, το ανεβάζετε ως υπενθύμιση ή ως καθρέφτη; 

Ως προειδοποίηση! Είναι ένα μανιφέστο υπέρ της ανθρωπιάς. Γι’ αυτό και λέγεται «ο τελευταίος άνθρωπος» ως ο εναλλακτικός του τίτλος, σαν προειδοποίηση προς καθένα που έρχεται να δει την παράσταση, να καταλάβει τι σημαίνει ανθρωπιά. Και όταν λέμε «άνθρωπος», εννοούμε αυτό που είχαμε και αρχίζουμε να ξεχνάμε σε μια εποχή ακραίου κυνισμού. Παρατηρώ ότι στη χώρα μας ξεφυτρώνουν φυντάνια που χαίρονται φανερά με τον τόνο που δίνει ο Τραμπ, για παράδειγμα.

Υπάρχει μια φράση, μια σκηνή ή μια σιωπή στην παράσταση που, κάθε φορά που τη ζεις στη σκηνή, σε βαραίνει ή σε αφυπνίζει περισσότερο από τις υπόλοιπες; 

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Όργουελ γράφει ότι ο Σμιθ συναντά τον Σαίν, έναν φιλόλογο που γράφει ένα λεξικό για τη νέα γλώσσα. Του λέει ότι θα ιδρύσουν μαζί μια νέα γλώσσα όπου θα μιλάνε μόνο με τα απαραίτητα και για τα απαραίτητα. Δεν θα υπάρχει πληθώρα λέξεων και θα καταργηθούν αυτές που δεν είναι χρήσιμες. Σκοπός της νέας γλώσσας είναι να περιορίσει το εύρος της σκέψης, ώστε κανένα έγκλημα σκέψης να μην μπορεί να γίνει και η λάθος σκέψη να μην είναι εφικτή, γιατί η ίδια η σκέψη δεν θα είναι εφικτή. Έτσι, θα είμαστε όλοι «βλάβες» και θα έχουμε απολέσει το δικαίωμα στη σφαιρική σκέψη. Κάποτε είχαμε ανθρώπους διανοούμενους, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, που τώρα τους βλέπω στα διαδίκτυα και νιώθω νοσταλγία και έλλειμμα. Οι νέοι δεν έχουν καμία τέτοια προσλαμβάνουσα. Υπάρχει βωμός ελαφρότητας, χαλαρότητας και περιορισμού της σκέψης σήμερα.

Όταν ήσουν μικρός, υπήρχε μια στιγμή που κατάλαβες, έστω διαισθητικά, ότι ο δρόμος της υποκριτικής θα σε αφορά; 

Νομίζω ότι άρχισε στα 19-20 μου, όταν είδα ότι δεν με αφορά το Μάρκετινγκ που ξεκίνησα να σπουδάζω. Ήμουν δημιουργικός, όχι μόνο για να πω μια ιστορία, αλλά γιατί αισθανόμουν μια έλξη προς την Τέχνη. Αρχικά, ήταν η μουσική που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεσή μου και μετά το σινεμά. Οι στιχουργοί της γενιάς μου ήταν τρόπος ζωής. Η στάση ενός καλλιτέχνη είναι ολιστική - δεν με ενδιαφέρει μόνο αν έχει ωραία φωνή. Γι’ αυτό έχω αισθητικό μένος με την κατηγορία του σκυλάδικου, που για μένα είναι η επιβεβαίωση του ατομικισμού και της απόλυτης ελαφρότητας, της έλλειψης τάξης στη στάση ζωής και καλλιτεχνικής στάσης. Εδώ δεν υπάρχει είδος Τέχνης, όλα γίνονται για τα χρήματα, και αυτοί που πηγαίνουν στα σκυλάδικα πηγαίνουν για επίδειξη νεοπλουτισμού. Είναι για μένα ένα σάπιο σύστημα! Πάντα πίστευα ότι ο Αγγελάκας, οι Στέρεο Νόβα, ο Σιδηρόπουλος, οι Πινκ Φλόιντ έδειξαν τρόπους ζωής. Μετά ξύπνησε μέσα μου η λατρεία για το σινεμά. Είχα παίξει και ως κομπάρσος σε ταινία του Αγγελόπουλου στη Θεσσαλονίκη και ερωτεύτηκα αυτήν την Τέχνη μέσα από τη ματιά του. Κατάλαβε κι ο ίδιος ότι είχα μαγευτεί και έπειτα μυήθηκα πιο βαθιά στο ευρωπαϊκό σινεμά, μετά στο αμερικανικό, όπως του Σπίλμπεργκ, που ήταν από τις πρώτες μου επιρροές.

Κοιτώντας πίσω, ποιο στοιχείο του εαυτού σου σε βοήθησε περισσότερο να επιμείνεις και ποιο σε δυσκόλεψε; 

Με βοήθησε να επιμείνω η πίστη ότι θα βρω μέσα από το θέατρο τον τρόπο να δημιουργώ τις ιστορίες που θέλω να πω με τον τρόπο που θέλω. Κάτι μέσα μου μού είπε ότι είναι καλύτερο ο δρόμος μου αυτός να είναι μοναχικός και δύσκολος, παρά να περιμένω πρόταση από κάποιον για να δουλέψω. Σταδιακά κατάλαβα ότι για κάποιους είναι αδύνατο, για μένα ήταν το γραμμένο μου. Από εκεί και πέρα, αυτό που με αποθαρρύνει είναι -νομίζω- η ίδια η εποχή. Δεν ξέρω κατά πόσο έρχεσαι αντιμέτωπος με την κοινωνική συνθήκη, την ακρίβεια, το ότι ο κόσμος ζορίζεται. Πάντα σέβομαι ότι, από τη στιγμή που κάποιος ζορίζεται οικονομικά, μπορεί να θεωρήσει το να πάει να δει μια παράσταση πολυτέλεια. Αυτό που βλέπω όμως είναι η μεγάλη ανάγκη του κόσμου να πιστεύει σε κάτι που δεν έχει αλλοτριωθεί, κάτι ουσιαστικό, που να μη λειτουργεί με όρους μάρκετινγκ, που μας έχει λίγο «ξεράσει». Θέλει κάτι ουσίας, όχι απλώς λίγη «διασκεδασούλα» και μετά να ξεχνάει.

Αν μπορούσες να μιλήσεις στον εαυτό σου στην αρχή της επαγγελματικής σου διαδρομής, τι θα του έλεγες σήμερα; 

Υπομονή! Είναι μεγάλη αρετή. Προκύπτουν πολλά σκαμπανεβάσματα στη διαδρομή, και πολλές φορές τα ένιωσα με αφόρητο τρόπο, βλέποντας όνειρα να ματαιώνονται. Πολλές φορές ήθελα να εγκαταλείψω την ελπίδα μου να κάνω κάτι ξεχωριστό, και αμέσως μετά ερχόταν μια δουλειά ή μια συνθήκη που, όχι μόνο μου έδειχνε τον δρόμο, αλλά με άλλαζε ως άνθρωπο πέρα από καλλιτέχνη. Για μένα, η στιγμή του «Αρίστου» ήταν κομβική στη ζωή μου. Δεν ήταν απλώς μια επιτυχία σκηνοθεσίας - άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου να αλλάζει συνολικά. Και τώρα με το «1984», ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα περίμενα τέτοιο αγκάλιασμα.

Τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο να χάσεις ως άνθρωπος και τι ως καλλιτέχνης; 

Το να χάσω τη δυνατότητα να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου με τον τρόπο που θέλω, σε επίπεδο οργανικό. Αυτό που φοβόμαστε όλοι. 

Πότε νιώθεις ότι λες την αλήθεια σου πιο καθαρά: όταν μιλάς ως ο εαυτός σου ή όταν υποδύεσαι κάποιον άλλον; 

Υπάρχουν στιγμές, όπως τώρα που μιλάμε, που είμαι 100% ο εαυτός μου. Όμως, πολλές φορές, όταν είσαι σε δημόσιο βήμα ως καλλιτέχνης που εκφράζεται μέσα από τον εαυτό του και όχι από τη δουλειά του, ίσως τα λόγια σου να μην έχουν την ίδια βαρύτητα. Ο στόχος μπορεί να είναι ο ίδιος, είτε μιλάς ως απλός πολίτης είτε μέσω ενός ρόλου. Όταν όμως μέσα στον ρόλο υπάρχει η ματιά του συγγραφέα, που έχει «σμιλευτεί» σαν τόξο καλοσχηματισμένο και ευθύβολο μέσα από τα λόγια, και συμπίπτει με τη δική σου οπτική, τότε η δυναμική είναι μεγαλύτερη και το μήνυμα πιο έγκυρο. 

Ποια ανθρώπινη αδυναμία σε συγκινεί περισσότερο;

Το άγχος, γιατί ταυτίζομαι. Όταν βλέπεις καλλιτέχνες -και μη- να αγωνιούν για κάτι με θετικό πρόσημο, παραγωγικά και δημιουργικά.

Αν η τέχνη είχε μία μόνο ευθύνη απέναντι στην κοινωνία, ποια θα ήθελες να είναι; 

Η αφύπνιση!

Ποια λέξη νιώθεις ότι έχει φθαρεί περισσότερο στην εποχή μας; 

Οι αξίες. Φτάσαμε στην εποχή της κατάρρευσης των αξιών, επειδή δεν υπήρξαν τα σωστά πρότυπα και η απαραίτητη κατεύθυνση. Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι είναι πιο «εθισμένοι» από τον μέσο Έλληνα, και αυτό οφείλεται στο ότι πολλοί από αυτούς, σε επίπεδο πολιτικό και παιδείας, ψήφισαν και έγιναν κατώτεροι άνθρωποι. Στην Ελλάδα, τα κριτήρια για ψήφο έγιναν για επιδόματα. Δεν μπορεί κάποιος να μας πείσει ότι δεν ζούμε σ’ ένα διεφθαρμένο κράτος. Αυτό αποδεικνύεται καθημερινά. Πρέπει να είσαι εξωγήινος για να μην το ξέρεις. Καμία ατιμωρησία!
Κάποιες φορές παραδεχόμαστε τους παππούδες μας, που ίσως ήταν πιο μαχητικοί! 

Πέρα από το υποκριτικό σου ταλέντο, τα τελευταία χρόνια έχεις χαρίσει στο κοινό και σημαντικές στιγμές μουσικής μέσα από τη μπάντα σου, τους Polkar. Τι σου επιτρέπει η μουσική να πεις που δεν χωράει εύκολα στη θεατρική σκηνή; 

Η μουσική μου ξυπνά τη χαρά της ζωής, και παράλληλα μια άγρια διάθεση να αποβάλω από το μυαλό και το στομάχι μου οτιδήποτε τοξικό και αφόρητο ζούμε στη χώρα μας. Όταν ξεκινάμε με την μπάντα το γλέντι μας, χαζεύω τον κόσμο να τραγουδάει και να το γιορτάζει μαζί μας. Το «1984» μιλά για τη φίμωση και την αλλοίωση της φωνής. Για εσένα η μουσική είναι μορφή αντίστασης ή καταφύγιο; Είναι ένα καταφύγιο από το οποίο
μπορείς να κάνεις και αντίσταση!

Σε τι διαδικασία βρίσκεστε τώρα με την μπάντα; 

Συνεχίζουμε τις live εμφανίσεις μας στην Αθήνα, στον Σταυρό του Νότου, και σιγά σιγά μέσα στον χειμώνα θα βγει ένας νέος δίσκος μας με τη Sony Music, που περιλαμβάνει το live που κάναμε στην Τεχνόπολη. Παράλληλα, μπαίνουμε στο στούντιο και ευελπιστούμε πολύ σύντομα να βγάλουμε και νέα singles. 

Έχετε κάποια νέα προσθήκη, ένα νέο twist στη φιλοσοφία σας; 

Ναι! Έχουμε νέο μέλος και ήχο. Βάλαμε πλήκτρα στην μπάντα και ο ήχος είναι πιο ηλεκτρονικός, κάτι που συνοδεύει τα νέα μας τραγούδια χωρίς να χάνεται η ταυτότητά μας. Είναι ένα twist σε κάτι πιο electro, που για μένα είναι τελείως απογειωτικό! Τώρα απλά χορεύω, δεν μπορώ να κάτσω ούτε λεπτό!

Περνώντας στα τηλεοπτικά μονοπάτια, υπάρχει κάτι που ετοιμάζεις αυτήν την περίοδο; 

Δεν υπάρχει κάτι τηλεοπτικό στα σκαριά, και να σου είμαι ειλικρινής, δεν το κυνηγάω. Η σχέση μου με την τηλεόραση είναι λίγο «από μακριά και αγαπημένοι», τόσο όσο! Δεν θέλω να «καίγομαι» για ένα γύρισμα. Μου αρέσει η διαδικασία όταν γίνεται με όρους ωραίους και επαγγελματικούς, όταν υπάρχει όρεξη και δεν είναι απλώς «πάμε να κάνουμε κάτι για το μεροκάματο». Έχουν υπάρξει δουλειές που τις λάτρεψα! Ειδικά όταν σε αυτές βρίσκονταν άνθρωποι που με φαντάζονταν εκεί να κουμπώνω. Το ότι έχω το περιθώριο επιλογής να κάνω -ή όχι- τηλεόραση, το θεωρώ πολυτέλεια. Εμένα με ενδιαφέρουν δουλειές που δεν έχουν το άγχος της καθημερινής τηλεθέασης. Προτιμώ εκείνες που τα πράγματα γίνονται πιο αργά και ο κόσμος θέλει να παρακολουθήσει τη σειρά μέσω πλατφόρμας, όπως και όποτε το θέλει.

Πώς αξιολογείς την ελληνική δημιουργία σήμερα; 

Τη βλέπω πολύ θετικά. Έχουν γίνει άλματα σε σχέση με 10 χρόνια πριν, ειδικά σε σειρές εποχής και δραματικές. Εκεί που έχουμε πάει πίσω είναι στην κωμωδία. Είναι πολύ κρίμα για τη μυθοπλασία της εποχής μας να έχουμε ως καλές κωμωδίες τους «Απαράδεκτους», τις «Τρεις Χάριτες» και «Τα Εγκλήματα» και να τις νοσταλγούμε, επειδή η σύγχρονη κωμωδία έχει κάνει 100 χρόνια στροφή προς τον συντηρητισμό και τον καθωσπρεπισμό. Τώρα βλέπουμε κάτι «νερόβραστες» κωμωδίες. Αν δεν παίξεις και λίγο ριψοκίνδυνα, δεν μπορεί να βγει κάτι!

Πέρα από το «1984», συνεχίζεται και το “Hotel Amour”. Πώς είναι αυτή η εμπειρία; 

Την απολαμβάνω πολύ, γιατί βρίσκομαι με έναν υπέροχο θίασο και το έργο είναι τελείως διαφορετικό από το «1984». Είναι για μένα μια πολύ ωραία στιγμή. Στις θεατρικές σου συναντήσεις, τι προτιμάς: Την καλλιτεχνική πρόκληση ή την ανθρώπινη συνύπαρξη; Και τα δύο! Σίγουρα με ενδιαφέρει με ποιους θα μοιραστώ τον χειμώνα τη δουλειά μου, αλλά φυσικά και το τι θα κάνουμε!

Info: «1984» στο Θέατρο Δίπυλον από 6/02 έως 1/03 & “Hotel Amour” στο Θέατρο Ακροπόλ από 2/02 έως 2/03.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙA ΑΡΗΣ ΡΑΜΜΟΣ

ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ GLOW ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026