fbpixel
Search
Backstage Stories | Καριοφυλλιά Καραμπέτη για τη Φόνισσα: «Όταν κακοποιείται μια γυναίκα, αισθάνομαι ότι κακοποιούμαστε όλες μαζί»
ARTS & CULTURE

Backstage Stories | Καριοφυλλιά Καραμπέτη για τη Φόνισσα: «Όταν κακοποιείται μια γυναίκα, αισθάνομαι ότι κακοποιούμαστε όλες μαζί»

Στη γενική δοκιμή της Δευτέρας στο Βασιλικό Θέατρο, ζήσαμε από κοντά τη συγκίνηση της ερμηνείας της, σε διάλογο με τη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, υπό τη διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου και με μουσικούς της ΚΟΘ


Η Καριοφυλλιά Καραμπέτη ξανασυναντά τη Φραγκογιαννού, αυτή τη φορά όχι μέσα από την κινηματογραφική εικόνα, αλλά μέσα από τη φωνή, τη μουσική και τη ζωντανή σκηνική αφήγηση. Η ηρωίδα της έχει ήδη περάσει από την κινηματογραφική της ματιά, στην ταινία της Εύας Νάθενα το 2023, και τώρα επιστρέφει στη σκηνή, σε μια διαφορετική συνάντηση με το ίδιο σκοτεινό και σύνθετο πρόσωπο. Και μαζί της επιστρέφει ένα ερώτημα που ο Παπαδιαμάντης έθεσε περίπου πριν από έναν αιώνα και παραμένει οδυνηρά επίκαιρο: τι σημαίνει να γεννιέσαι γυναίκα σε μια κοινωνία που σε θεωρεί λιγότερο πολύτιμη;

Η «Φόνισσα» εντάσσεται στο πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για το  61ων Δημητρίων,  τη μεγαλύτερη και ιστορικότερη πολιτιστική διοργάνωση της Θεσσαλονίκης. Από την 1η έως τις 26 Οκτωβρίου, η ΕΛΣ συμμετέχει στο φετινό φεστιβάλ με τέσσερις διαφορετικές παραγωγές, που κινούνται από την όπερα και το μελόδραμα έως την όπερα σκιών και την κινηματογραφική όπερα παστίτσιο, στο Βασιλικό Θέατρο και στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 

Εμείς βρεθήκαμε τη Δευτέρα, στη γενική δοκιμή του διαχρονικού έργου στο Βασιλικό Θέατρο και παρακολουθήσαμε από κοντά πώς χτίζεται αυτή η παράσταση. Η φωνή της Καραμπέτη άλλαζε μαζί με τους ρόλους, ενώ τα όργανα της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης έφερναν στη σκηνή ήχους που παρέπεμπαν στη φύση και στη θάλασσα. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, με απόλυτη προσήλωση στην παρτιτούρα, σταματούσε, σημείωνε, άκουγε και ξαναδούλευε μαζί της τα περάσματα. Κι όσο προχωρούσε η πρόβα, γινόταν όλο και πιο καθαρό πόσο στενά πρέπει να κουμπώσουν η φωνή, η μουσική και ο χρόνος. Στο τέλος, οι ήχοι της θάλασσας συνόδευσαν την πτώση της Φραγκογιαννούς στο νερό, μια μαγική σκηνή με ατμοσφαιρικό φωτισμό, που μας πήρε μαζί της.

mvimg-20261005-191529.jpg
Μια ερμηνεία που αλλάζει διαρκώς ένταση, φωνή και πρόσωπο, κρατώντας ολόκληρη τη σκηνή πάνω της.
Από τη μουσική και την απαιτητική συνάντηση της φωνής με την παρτιτούρα, η κουβέντα μας με την Καριοφυλλιά Καραμπέτη περνά σταδιακά στη Φραγκογιαννού και σε όσα κουβαλά μαζί της η ιστορία της. 

«Αυτή η βαθιά ανάγνωση έμεινε μέσα μου»

Η πρώτη της ουσιαστική συνάντηση με τη «Φόνισσα» έγινε το 2021, όταν η Εύα Νάθενα τής πρότεινε, στις 25 Μαρτίου, να μεταφέρουν το έργο στον κινηματογράφο. Η ίδια τότε, όπως μάς εξηγεί, επέλεξε να επιστρέψει πρώτα στο ίδιο το κείμενο του Παπαδιαμάντη, διαβάζοντάς το ξανά και ξανά μέχρι να γίνει η γλώσσα του κομμάτι της ερμηνείας της. «Η πρώτη μου κίνηση ήταν να διαβάσω ολόκληρο το βιβλίο φωναχτά. Το ηχογραφούσα στο κινητό μου και ξαναγύριζα πίσω, διόρθωνα τον εαυτό μου και το ξανάλεγα, γιατί ήθελα να μάθω καλά τη διάλεκτο και αυτή τη δύσκολη γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Την καθαρεύουσα την ήξερα από το σχολείο, αλλά έπρεπε να δουλέψω πολύ πάνω στο κείμενο. Αυτή η βαθιά ανάγνωση έμεινε μέσα μου. Το κείμενο του Παπαδιαμάντη το κουβαλάω ακόμη και τώρα και με βοηθάει πολύ στη νέα ερμηνεία. Στην ταινία της Εύας Νάθενα δώσαμε μεγαλύτερη έμφαση στην ανθρώπινη διάσταση της Φραγκογιαννούς, στην τρυφερότητα και στη γλυκύτητα μιας γυναίκας που υποφέρει, ακόμη και ενώ διαπράττει αυτά τα εγκλήματα. Αυτό το στοιχείο βγαίνει πιο έντονα μέσα από την ταινία. Τώρα, στη σκηνή, υπάρχει ένας άλλος δρόμος, μέσα από τη μουσική και τη σχέση της φωνής με αυτήν».

mvimg-20261005-184434.jpg
Στη σκηνή, η Καριοφυλλιά Καραμπέτη περνά από τον έναν ρόλο στον άλλον, ενώ η μουσική ακολουθεί κάθε της αλλαγή.

«Πρέπει να συνομιλώ ως ηθοποιός με τη μουσική»

Η διαφορετική αυτή σκηνική προσέγγιση περνά μέσα από τη μεταγραφή της μουσικής της ομώνυμης όπερας του Γιώργου Κουμεντάκη σε μελόδραμα για μικρό σύνολο και έγινε από τον μουσικολόγο και κλαρινετίστα Γιάννη Σαμπροβαλάκη, δίνοντας στο έργο μια διαφορετική σκηνική και μουσική μορφή. Η Καραμπέτη καλείται να αντιμετωπίσει τον λόγο του Παπαδιαμάντη σχεδόν σαν μουσικό υλικό, σε μια παράσταση όπου η φωνή της βρίσκεται διαρκώς σε διάλογο με τους μουσικούς της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και τη διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. «Η μεγάλη δυσκολία είναι να συνομιλώ ως ηθοποιός με τη μουσική του Κουμεντάκη. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι λόγια, είναι καθαρεύουσα, έχει τη δική της μουσικότητα, και εγώ πρέπει να βρω πώς θα συνυπάρξει με τη μουσική. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος έχει κάνει τη δραματουργική επεξεργασία, έχει επιλέξει τα αποσπάσματα και διευθύνει. Εγώ έχω σημειωμένα τα μέτρα στην παρτιτούρα μου και εκείνος μου δίνει τα σημάδια. Πρέπει να ξέρω πού αρχίζει και πού τελειώνει ο λόγος μου μέσα στα μέτρα της μουσικής. Υπάρχουν σημεία όπου η αφήγηση γίνεται πιο αργή, πιο ονειρική. Και εγώ πρέπει να αλλάζω τη φωνητική μου τοποθέτηση, τη διάθεση, την ψυχολογία, ανάλογα με το πρόσωπο και τη στιγμή. Είναι μια διαδικασία που με ενδιαφέρει πάρα πολύ, γιατί ουσιαστικά δημιουργούμε κάτι καινούργιο μέσα από αυτή τη συνάντηση της φωνής με τη μουσική». 

«Η θέση της γυναίκας εξακολουθεί να είναι δύσκολη»

img-20261005-191351.jpg
Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος στην πρόβα, με το βλέμμα καρφωμένο στην παρτιτούρα.

Η συζήτησή μας συνεχίζεται προς ζητήματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη και η θέση της γυναίκας, κάτι που η Καραμπέτη θεωρεί πως παραμένει στον πυρήνα της «Φόνισσας», παρά τα περισσότερα από εκατό χρόνια που έχουν περάσει από τη γραφή της. «Ο Παπαδιαμάντης θέτει στη “Φόνισσα” το θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το εξετάσαμε ακόμη πιο έντονα και στην ταινία της Εύας Νάθενα. Η “Φόνισσα” γράφτηκε γύρω στο 1903 και, παρόλο που έχουν γίνει πολλά βήματα από το γυναικείο κίνημα, η θέση της γυναίκας εξακολουθεί να είναι δύσκολη.
Βλέπουμε ακόμη και σήμερα, σε λιγότερο προχωρημένες κοινωνίες, να γίνονται επιλεκτικές αμβλώσεις επειδή προτιμώνται τα αγόρια. Στην Κίνα, για παράδειγμα, η πολιτική του ενός παιδιού είχε ιστορικά πολύ σοβαρές συνέπειες για τα κορίτσια. Υπάρχει η οικονομική ανισότητα, υπάρχει ο σεξισμός, υπάρχουν τα σεξιστικά σχόλια για την εμφάνιση και την ηλικία των γυναικών, τα προβλήματα στην εργασία, η έμφυλη βία, οι γυναικοκτονίες, η κακοποίηση, ο βιασμός, ο διαδικτυακός εξευτελισμός, το bullying. Και όλα αυτά δεν αφορούν μόνο κάποιες άλλες κοινωνίες. Ακόμη και στον προχωρημένο δυτικό κόσμο υπάρχουν μισθολογικές διαφορές και ανισότητες. Η θέση της γυναίκας δεν είναι ακόμη αυτή που θα έπρεπε να είναι».

Όταν το έγκλημα γίνεται «δώρο»

Μέσα σε αυτή την κοινωνία τοποθετεί η Καραμπέτη και τη Φραγκογιαννού: μια μητέρα και γιαγιά που σκοτώνει μόνο μικρά κορίτσια, πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο τα απαλλάσσει από μια ζωή γεμάτη δυσκολίες. «Η Φραγκογιαννού είναι μια μητέρα και μια γιαγιά που σκοτώνει μόνο μικρά κορίτσια, γιατί πιστεύει ότι τους προσφέρει ένα δώρο. Ότι τα σώζει από μια δύσκολη ζωή, από αυτή που έζησε και η ίδια. Και ταυτόχρονα θεωρεί ότι βοηθάει και τις οικογένειές τους, γιατί απαλλάσσονται από το βάρος της προίκας. Είναι μια γυναίκα που έχει φτάσει σε μια πολύ μεγάλη ψυχολογική διαστρέβλωση. Έχει ψιλώσει ο νους της, όπως λέει και ο Παπαδιαμάντης, και πιστεύει ότι ο Θεός είναι μαζί της. Όμως τίποτα από αυτά δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις πράξεις της. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να ασκεί βία και, πολύ περισσότερο, να αφαιρεί τη ζωή ενός ανθρώπου. Αυτό που έχει σημασία είναι να δούμε και τις κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησαν αυτή τη σκέψη. Οι άντρες δούλευαν σκληρά για να μπορέσουν να δώσουν προίκα στις κόρες τους και τα κορίτσια αντιμετωπίζονταν σαν να ήταν λιγότερο σημαντικά. Η Φραγκογιαννού μεγαλώνει μέσα σε αυτή την πραγματικότητα και την κουβαλά μέσα της».

mvimg-20261005-193457.jpg
Η Καριοφυλλιά Καραμπέτη λίγο πριν η Φραγκογιαννού πάρει ξανά ζωή στη σκηνή.

«Όταν κακοποιείται μια γυναίκα, αισθάνομαι ότι κακοποιούμαστε όλες μαζί»

Η κουβέντα μας επιστρέφει στο σήμερα και στην έμφυλη βία. Εκεί η ίδια μάς μιλά με ιδιαίτερη ένταση, όχι μόνο για τις γυναικοκτονίες, αλλά και για όλες τις μορφές σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης που εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω μας. «Η έμφυλη βία είναι κάτι το τρομακτικό και αποτρόπαιο. Είναι αδιανόητο να σκοτώνονται ακόμη γυναίκες για λόγους “τιμής”, ακόμη και επειδή ερωτεύτηκαν. Υπάρχει η κακοποίηση, ο βιασμός, η δολοφονία, ο διαδικτυακός διασυρμός, το bullying, ο σεξισμός. Νομίζω ότι δεν έχει υπάρξει γυναίκα που να μην έχει βιώσει επίθεση. Απλώς κάποιες είμαστε λίγο περισσότερο τυχερές και κάποιες πολύ περισσότερο άτυχες. Αλλά για μένα δεν έχει να κάνει με τις προσωπικές εμπειρίες της καθεμιάς μας. Έχει να κάνει γενικότερα με το πώς η καθεμιά από εμάς βιώνει την έννοια του φύλου μας σε συλλογική βάση. Κάθε φορά που ακούω στις ειδήσεις για μια ακόμη γυναικοκτονία και κακοποίηση γυναίκας, σωματική ή ψυχολογική, ή για βασανιστήρια και διασυρμό, εξοργίζομαι. Γιατί αισθάνομαι ότι στο πρόσωπο αυτής της άτυχης γυναίκας κακοποιούμαστε όλες μαζί και η καθεμιά μας προσωπικά».