Ένα γιγαντιαίο αρκουδάκι-μασκότ δέσποζε στους εορτασμούς για τα 75 χρόνια της Max Mara στο Long Museum της Σαγκάης. Η εντυπωσιακή φιγούρα αποτελούσε φόρο τιμής στο θρυλικό Teddy Coat, το πιο αναγνωρίσιμο ίσως κομμάτι του οίκου, το οποίο, μαζί με το διαχρονικό παλτό 101801 σε καμηλό χρώμα, έχει αγκαλιάσει γενιές γυναικών με τον μοναδικό συνδυασμό άνεσης, λειτουργικότητας και κομψότητας. Η ικανότητα της Max Mara να δημιουργεί ρούχα που αντέχουν στον χρόνο και παραμένουν επίκαιρα ανεξάρτητα από τις τάσεις αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά της επιτυχίας της.




Με αφορμή την επέτειο, ο ιταλικός οίκος παρουσίασε τη συλλογή Resort 2027, παράλληλα με την έκθεση «The Max!», σε επιμέλεια του ιστορικού μόδας Olivier Saillard. Η εμπειρία θύμιζε μια κινηματογραφική εκδοχή του «Night at the Museum», μεταφερμένη όμως στη γενέτειρα του brand, το Reggio Emilia.



Για την έκθεση, ο Saillard αναδημιούργησε την ατμόσφαιρα της Biblioteca e Archivio d’Impresa, του αρχείου που ίδρυσε το 2003 ο Achille Maramotti με σκοπό τη διατήρηση και καταγραφή της ιστορίας της Max Mara. Θρυλικά ρούχα, υφάσματα, σχέδια και φωτογραφίες παρουσιάζονταν μέσα από κιβώτια αποθήκευσης, σαν να αποσυσκευαζόταν μπροστά στο κοινό η συλλογική μνήμη του οίκου. Πριν από το fashion show, οι επισκέπτες περιηγούνταν σε εννέα θεματικές ενότητες αφιερωμένες στη σχολή κοπτικής και ραπτικής Maramotti, στο πρώτο εργοστάσιο της εταιρείας, στην εξέλιξη της σχεδιαστικής της γλώσσας, στην τέχνη της ραπτικής, στα εμβληματικά της κομμάτια αλλά και στη σημασία του χρώματος στη δημιουργική της ταυτότητα.




Η επίδειξη λειτούργησε παράλληλα ως υπενθύμιση της μακράς πορείας του Ian Griffiths στον οίκο. Έχοντας ενταχθεί στη Max Mara το 1987 και αναλάβει τη θέση του creative director το 2016, ο Griffiths αποτελεί πλέον μια σπάνια περίπτωση συνέχειας σε μια βιομηχανία όπου οι δημιουργικοί διευθυντές αλλάζουν ολοένα και συχνότερα. Η πολυετής παρουσία του μοιάζει σχεδόν επαναστατική για τα σημερινά δεδομένα της μόδας.


«Η Max Mara ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με τη ζωή στην πόλη», δήλωσε ο ίδιος πριν από την επίδειξη. «Με γυναίκες που κινούνται ανάμεσα στην εργασία, τον ελεύθερο χρόνο και όλα όσα συμβαίνουν ενδιάμεσα. Για μια συλλογή που αντλεί έμπνευση από την αστική ενέργεια, η Σαγκάη ήταν η φυσική επιλογή». Η επιλογή της πόλης είχε και συμβολική διάσταση, καθώς η Max Mara υπήρξε μία από τις πρώτες διεθνείς εταιρείες μόδας που επένδυσαν στην κινεζική αγορά, πολύ πριν η χώρα εξελιχθεί σε βασικό προορισμό για τα μεγαλύτερα luxury brands.


Ο Griffiths αναφέρθηκε επίσης σε μια φράση της συγγραφέα και αρθρογράφου του The New Yorker, Patricia Marx: «Η Νέα Υόρκη μπορεί να μην κοιμάται ποτέ, αλλά η Σαγκάη δεν κάθεται ούτε στιγμή». Η περιγραφή αυτή αποτύπωνε ιδανικά το πνεύμα της συλλογής.


Το «Kinetic Chic», όπως ονόμασε τη συλλογή, βασίστηκε σε μια από τις πιο σταθερές πηγές έμπνευσης της Max Mara: το Bauhaus. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου εξήγησε ότι όταν ο Achille Maramotti ίδρυσε την εταιρεία το 1951, ο στόχος του ήταν να δημιουργήσει το «Bauhaus της μόδας», έναν χώρο όπου ο ποιοτικός σχεδιασμός και η άρτια παραγωγή θα συνυπήρχαν, ενώ οι δημιουργικές ιδέες θα γίνονταν προσιτές σε όλους. Η αναφορά δεν είναι τυχαία, καθώς το αρχικό εργοστάσιο της Max Mara στο Reggio Emilia παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες με το εμβληματικό κτίριο του Walter Gropius στο Dessau.






Το Bauhaus παραμένει μέχρι σήμερα ένα διαχρονικό σημείο αναφοράς για τον οίκο. Ο Griffiths αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην Anni Albers, μία από τις αγαπημένες του δημιουργούς, η οποία απέδειξε ότι λίγες γραμμές και γεωμετρικά μοτίβα μπορούν να παράγουν οπτική ένταση αντίστοιχη με τον παλμό μιας μεγαλούπολης. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην τάξη και την κίνηση αποτυπώθηκε στη συλλογή μέσα από γραμμικά σχέδια, έντονες αντιθέσεις και αυστηρές κυβιστικές φόρμες.


Αίσθηση προκάλεσε επίσης η παρουσία ανδρικών μοντέλων στην πασαρέλα, ντυμένων με παλτό Max Mara, μαλακά tailored κοστούμια και πλεκτά. Σύμφωνα με τον Griffiths, ιδιαίτερα στην Ασία ολοένα και περισσότεροι άνδρες επιλέγουν δημιουργίες του οίκου. Ενώ στο παρελθόν η μόδα αντλούσε κυρίως στοιχεία από την ανδρική γκαρνταρόμπα προς όφελος των γυναικών, σήμερα η δυναμική αυτή φαίνεται να αντιστρέφεται. Παρότι δεν υπάρχουν σχέδια για την παρουσίαση ανδρικής συλλογής, ο δημιουργικός διευθυντής υπογράμμισε ότι στη σύγχρονη εποχή τα όρια ανάμεσα στα δύο φύλα γίνονται ολοένα και πιο ρευστά.


Αντί να κοιτάζει αποκλειστικά πίσω στα 75 χρόνια ιστορίας της, η Max Mara δείχνει να στρέφει το βλέμμα της προς το μέλλον, αποδεικνύοντας ότι η διαχρονικότητα δεν αφορά μόνο την κληρονομιά ενός brand, αλλά και την ικανότητά του να εξελίσσεται διαρκώς.
