«Αγαπώ τόσῳ πολύ τας Αθήνας», έγραφε ο Καβάφης το 1903, εκφράζοντας τη βαθιά σχέση του με μια πόλη που τον ενέπνεε και τον προκαλούσε διαρκώς. Στην Αθήνα αναζητούσε απήχηση για το έργο του, εκεί δοκιμάζονταν οι ποιητικές του αναζητήσεις και εκεί ήθελε η φωνή του να βρει ανταπόκριση.
Το γλυπτό του Κ. Π. Καβάφη, δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση προς τον Δήμο Αθηναίων, επιδιώκει να εντάξει τον ποιητή με φυσικό και βιωματικό τρόπο στον δημόσιο χώρο - όχι ως ένα αποστασιοποιημένο μνημείο, αλλά ως παρουσία ενεργή μέσα στην καθημερινή ζωή της πόλης. Το έργο καλεί κατοίκους και επισκέπτες να σταθούν δίπλα του, να καθίσουν, να «συνομιλήσουν» μαζί του, στρέφοντας το βλέμμα προς την πόλη και τον παλμό της, όπως ακριβώς έκανε και ο ίδιος ο ποιητής πριν από σχεδόν 125 χρόνια, όταν κατέγραφε στο ημερολόγιό του, το πρωινό της 26ης Ιουνίου 1901: «Μόλις γύρισα από την επίσκεψή μου στο Μνημείο του Λυσικράτους. Φρικτός ο ήλιος στο σημείο μεταξύ Ζαππείου κι οδού Λυσικράτους. Ξαναείδα προσεκτικά την Πύλη του Αδριανού».
Η γλυπτική πρόταση του Πραξιτέλη Τζανουλίνου

Η γλυπτική πρόταση του Πραξιτέλη Τζανουλίνου παρουσιάζει τον Καβάφη καθιστό, σε μια ανθρώπινη, προσιτή στάση, επιτρέποντας στον επισκέπτη να τον προσεγγίσει κυριολεκτικά και συμβολικά. Το έργο, σε φυσικό μέγεθος και κατασκευασμένο από χαλκό με πατίνα υψηλής αντοχής, σχεδιάστηκε για αλληλεπίδραση με το κοινό. Ο φωτισμός, υπογεγραμμένος από τη διακεκριμένη σχεδιάστρια Ελευθερία Ντεκώ, αναπτύσσει έναν συνεχή διάλογο με τον περιβάλλοντα χώρο και αναδεικνύει τη γλυπτική παρουσία στο αστικό τοπίο.
Η μορφή του ποιητή αντλεί αναφορά από φωτογραφία του αρχείου Καβάφη που τον απεικονίζει καθιστό στο διαμέρισμά του στην οδό Λέψιους 10 στην Αλεξάνδρεια, περίπου το 1930, ενώ χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως τα γυαλιά του, αποδόθηκαν με τη συμβολή σύγχρονων τεχνολογιών τρισδιάστατης σάρωσης και εκτύπωσης, βασισμένων σε αυθεντικά αντικείμενα.
Μια νέα στάση στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου
Η πρωτοβουλία πλαισιώνεται από τη διαμόρφωση ενός αναβαθμισμένου δημόσιου χώρου στάσης στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Γιώργου Παρμενίδη. Η παρέμβαση ανασυνθέτει τον περιβάλλοντα χώρο μέσω της αναδιαμόρφωσης των γειτονικών παρτεριών, της βελτίωσης των δαπέδων και της ενσωμάτωσης νέων στοιχείων αστικού εξοπλισμού, όπως καθιστικά από σκυρόδεμα, δημιουργώντας έναν ενιαίο και προσβάσιμο τόπο παραμονής, παρατήρησης και περισυλλογής. Στο ίδιο πλαίσιο αναβαθμίζεται και το υφιστάμενο γλυπτό της Μελίνας Μερκούρη, ενισχύοντας τη συνολική ταυτότητα του σημείου.
Η ματιά του καλλιτέχνη
«Στον Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ χρωστάμε την ωραία εικόνα για τον “Έλληνα κύριο με καπέλο που στέκει απολύτως ακίνητος, ελαφρώς λοξά προς το σύμπαν”, που διατυπώθηκε τον Απρίλιο του 1919. Μαζί με το φωτογραφικό υλικό με τη μορφή του Καβάφη –και όπως ο ίδιος έγραψε απευθυνόμενος στον εαυτό του: “Προσπάθησε να τα φυλάξεις ποιητή,/ όσο και αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται./ Του ερωτισμού σου τα οράματα./ Βάλ’ τα, μισοκρυμένα,/ μες τες φράσεις σου”– προκύπτουν οι αφορμές που συνετέλεσαν καθοριστικά ώστε το έργο να αρχίσει και “Ο ποιητής, εν μέρει αποκρύπτων, εν μέρει αποκρυπτόμενος...” να εμφανιστεί μπροστά μου μέσα από το εύπλαστο υλικό του πηλού αρχικά και αργότερα στο υλικό του χαλκού», δήλωσε μεταξύ άλλων ο καλλιτέχνης για το έργο του.
Το γλυπτό του Καβάφη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής παρεμβάσεων του Ιδρύματος Ωνάση στον δημόσιο χώρο, που αναδεικνύει τον πολιτισμό ως στοιχείο της καθημερινής εμπειρίας. Μέσα από στοχευμένες παρεμβάσεις σε γειτονιές, δημόσιους χώρους, μνημεία και κτίρια, καλλιεργείται μια πιο ανοιχτή, βιώσιμη και ανθρώπινη πόλη. Παράλληλα, οι παρεμβάσεις αυτές συνθέτουν ένα άτυπο δίκτυο πολιτιστικών σημείων στην Αθήνα, προσκαλώντας κατοίκους και επισκέπτες να ανακαλύψουν εκ νέου την πόλη μέσα από νέες διαδρομές και νέες σχέσεις με τον δημόσιο χώρο.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΖΕΤΖΙΑΣ
