Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φιλοδοξία; Και όταν φτάσουμε στην κορυφή που τόσο επίμονα κυνηγάμε, αξίζει τελικά το τίμημα; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει η «Μια αχόρταγη σκιά» του Αργεντινού σκηνοθέτη και συγγραφέα Mariano Pensotti, μια παράσταση που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2024, παρουσιάστηκε στη συνέχεια στην Αυστρία και την Αργεντινή και, μετά τη θερμή ανταπόκριση και τις sold-out παραστάσεις στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ταξιδεύει και επίσημα από σήμερα στη Θεσσαλονίκη και στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των 61ων Δημητρίων και θα παραμείνει έως τις 23 του μηνός.
Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκονται δύο άνδρες που μοιάζουν να προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους: ο Κώστας Νικούλι υποδύεται τον Γιώργο Σταματιάδη, έναν ορειβάτη που επιχειρεί να ολοκληρώσει την ανάβαση που στοίχισε τη ζωή στον πατέρα του, ενώ ο Γιάννης Νιάρρος ενσαρκώνει τον Μάνο Ρούσσο, τον ηθοποιό που καλείται να μεταφέρει την ιστορία του στη μεγάλη οθόνη. Δύο άνθρωποι με διαφορετικές διαδρομές, καθημερινότητες και επαγγέλματα, που όσο ξετυλίγουν τις ιστορίες τους τόσο περισσότερο μοιάζουν να καθρεφτίζονται ο ένας στον άλλον. Μέσα από αυτό το ευφυές παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, ο Αργεντινός δημιουργός αναρωτιέται πώς οι ζωές μας επηρεάζονται από τις ιστορίες που αφηγούμαστε για τον εαυτό μας, αλλά και από εκείνες που κληρονομούμε από τους γονείς μας.
Εμείς τους συναντήσαμε χθες βράδυ στην πρώτη πρόβα τους εδώ, πριν την αποψινή τους πρεμιέρα.

Πώς είναι να επιστρέφετε σε μια παράσταση που αγαπήσατε και να την παρουσιάζετε ξανά, αυτή τη φορά στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ;
Κ: Είναι ωραία φάση που επαναλαμβάνουμε την παράσταση. Ήταν μια γλυκιά εμπειρία αυτή που είχαμε τον Μάρτιο και θα ήθελα να συνεχιζόταν λίγο ακόμα. Μου αρέσει πολύ που επιστρέφουμε σε αυτήν.
Γ: Συμφωνώ. Περάσαμε πάρα πολύ ωραία, τόσο στις πρόβες όσο και στις παραστάσεις. Δεν υπήρχε κάποιο αγκάθι σε όλη αυτή τη διαδικασία, οπότε χαιρόμαστε πολύ που θα την παίξουμε δύο φορές, σε ένα φεστιβαλικό πλαίσιο όπου ο κόσμος έρχεται με διάθεση να δει θέατρο. Μέχρι τώρα παίζαμε μπροστά σε 120-130 άτομα κάθε φορά, ενώ εδώ θα έχουμε πολύ περισσότερο κόσμο, περίπου 500 θεατές. Νομίζω ότι θα έχει ωραία αίσθηση.
Η παράσταση είχε ήδη παρουσιαστεί από άλλες ομάδες στο εξωτερικό. Εσείς πώς ήρθατε σε επαφή με το έργο και τι ήταν αυτό που σας κέρδισε στο κείμενο;
Γ: Μας έστειλαν το κείμενο, καθώς η παράσταση είχε ήδη ανέβει από Γάλλους, Αργεντινούς και Γερμανούς. Επομένως, δεν μιλήσαμε με τον Μαριάνο Πενσότι, τον συγγραφέα του έργου, πριν ξεκινήσουμε. Διαβάσαμε απευθείας το κείμενο. Μας φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερο.
Κ: Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τρόπος που είναι γραμμένο. Μπορεί να ξεγελαστείς και να πιστέψεις ότι οι δύο χαρακτήρες είναι πραγματικά πρόσωπα. Βλέπεις έναν άνθρωπο που έζησε κάποια γεγονότα και, στη συνέχεια, έναν άλλον που τα αναπαριστά. Έχεις, λοιπόν, δύο εκδοχές της ίδιας ιστορίας: την πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Και τελικά, ποια από τις δύο είναι πιο πραγματική; Ποια σου προκαλεί μεγαλύτερα συναισθήματα; Ποια σε συγκινεί περισσότερο; Συχνά, ένα πραγματικό γεγονός μπορεί να μην είναι τόσο εντυπωσιακό όσο παρουσιάζεται σε μια ταινία. Όταν, όμως, απομακρύνεται από την υπερπαραγωγή και γίνεται πιο ανθρώπινο και γειωμένο, αποκτά μια διαφορετική δύναμη. Αυτό με ενδιαφέρει πολύ στο έργο.
Γ: Το συγγραφικό τέχνασμα είναι ότι φέρνει στη σκηνή έναν άνθρωπο και έναν άλλον που τον υποδύεται. Ταυτόχρονα, όμως, ο πρώτος άνθρωπος αναπαρίσταται και αυτός από έναν ηθοποιό. Έτσι, καταλήγουμε να βλέπουμε έναν ηθοποιό που υποδύεται τον ρόλο κάποιου που υποδύεται έναν άλλον άνθρωπο. Είναι ένα παιχνίδι θεάτρου μέσα στο θέατρο, με έναν τρόπο σχεδόν ψυχεδελικό. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να αναρωτηθείς τι είναι πιο γοητευτικό: ο ρεαλισμός ή η μυθοπλασία; Τι τα διαχωρίζει και πώς μπορούν να συνυπάρξουν επί σκηνής; Το βρίσκω πολύ έξυπνο ως συγγραφικό τέχνασμα.

Οι δύο χαρακτήρες μοιάζουν να πλησιάζουν και να απομακρύνονται διαρκώς. Τι πιστεύετε ότι τους συνδέει;
Γ: Νομίζω ότι αυτό που ανακαλύπτουμε τελικά ως κοινό τους στοιχείο είναι, αφενός, η ταραχώδης σχέση τους με τον πατέρα τους. Το έργο εστιάζει σε αυτό, αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη: είναι δύο απλοί άνθρωποι, δύο μετριότητες, με την καλή έννοια της λέξης. Δεν είναι ούτε ο Μπραντ Πιτ ούτε ο σπουδαιότερος ορειβάτης. Είναι δύο κανονικοί άνθρωποι, όπως είμαστε όλοι μας, που προσπαθούν να καταλάβουν πώς αισθάνονται. Η ποίηση του έργου δεν βρίσκεται τόσο στον λόγο ή στα γεγονότα, αλλά στον ρεαλισμό του. Έχει κάτι από το ντοκιμαντέρ, είναι πολύ άμεσο. Βλέπεις δύο ανθρώπους να μιλούν με έναν σχεδόν καθημερινό τρόπο και, μέσα από αυτή την απλότητα, μπορεί να γεννηθεί ένα συναίσθημα. Αυτό είναι που το κάνει ιδιαίτερο.
Κ: Ο κόσμος μπορεί να ταυτιστεί μαζί τους επειδή, στην αναζήτησή τους για την κορυφή, τελικά δεν καταφέρνουν να εκπληρώσουν το όνειρό τους. Είναι δύο αντιήρωες. Παλεύουν να φτάσουν κάπου, αλλά συνειδητοποιούν ότι οι φιλοδοξίες και οι βλέψεις τους δεν είναι απαραίτητα αυτό που θα τους γεμίσει. Δεν θέλουν να ταλαιπωρήσουν ή να καταστρέψουν τον εαυτό τους για να πετύχουν κάτι που, στο τέλος, μπορεί να μην τους προσφέρει τίποτα. Και κάπως έτσι οι δύο άνθρωποι ενώνονται. Για μένα, αυτό είναι το κέρδος της ιστορίας. Ο ένας ακολουθεί το μονοπάτι που του άφησε ο πατέρας του, βασισμένος και σε μια ιστορία που συνδέεται με τον Πετράρχη και την ανάβαση στο βουνό. Στην πορεία, όμως, ανακαλύπτει ότι ακόμη και αυτή η ιστορία περιέχει στοιχεία μυθοπλασίας.
Γ: Είναι ένας απλός τρόπος να πεις ότι σημασία έχει το ταξίδι. Ξέρουμε ότι είναι κλισέ, αλλά εδώ υπάρχει μια σχεδόν αντιναρκισσιστική διάσταση: όσο πιο γρήγορα καταλάβεις ότι η κορυφή δεν είναι το παν, τόσο λιγότερο θα βασανίζεσαι προσπαθώντας να την κατακτήσεις. Οι δύο χαρακτήρες χρειάζεται να περάσουν από μια ολόκληρη διαδρομή για να το καταλάβουν. Και στο τέλος μένεις με ένα γλυκό συναίσθημα για τη μετριότητα. Γιατί αυτή είναι που μας ενώνει με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Οι περισσότεροι δεν είμαστε μεγιστάνες του πλούτου, ούτε ο Μπραντ Πιτ, ούτε οι καλύτεροι σε αυτό που κάνουμε. Είμαστε απλοί άνθρωποι που βιώνουμε παρόμοια πράγματα. Έτσι, ενώ το έργο μιλά για έναν ορειβάτη και έναν ηθοποιό, δύο επαγγέλματα που μοιάζουν κάπως ακραία, στην πραγματικότητα μιλά για κάτι πολύ οικουμενικό.

Κ: Μας είχε μιλήσει και ο αδερφός ενός ορειβάτη που πέθανε σε βουνό. Αυτό που μας είπε ήταν ότι μερικές φορές χρειάζεται περισσότερο θάρρος για να αποφασίσεις να μην φτάσεις στην κορυφή και να κατέβεις.Αν καταλάβεις ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις, πρέπει να έχεις τη δύναμη να πεις «τα ματαιώνω όλα και πάω να ζήσω». Πολλοί άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από τη φιλοδοξία τους να φτάσουν μέχρι το τέλος, ακόμη κι όταν όλα δείχνουν ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν.
Γ: Και τελικά, ποιος είναι πιο δυνατός; Αυτός που αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να φτάσει και κατεβαίνει ή αυτός που επιμένει και πεθαίνει προσπαθώντας;
Κ: Ακριβώς. Αν είναι να χάσω τον εαυτό μου και να καταστραφώ για να φτάσω στην κορυφή, τότε ποια είναι η χρησιμότητά της; Υπάρχει μια ματαιότητα σε αυτό.
Η ιστορία περιστρέφεται, μεταξύ άλλων, γύρω από την απουσία του πατέρα και την ανάγκη να τον εξιδανικεύσουμε. Μπορεί αυτή η εξιδανίκευση να μας εμποδίσει να τον γνωρίσουμε πραγματικά;
Κ: Όταν εξιδανικεύεις κάποιον, κρατάς περισσότερο την εικόνα και το όραμά σου γι' αυτόν, παρά τον ίδιο τον άνθρωπο. Δεν βλέπεις ποιος πραγματικά είναι. Ένας άνθρωπος, για παράδειγμα, μπορεί να είχε εμμονή με το να φτάσει στην κορυφή, αλλά να πατούσε επί πτωμάτων για να το καταφέρει. Γιατί να τον εξιδανικεύεις χωρίς να βλέπεις πώς έφτασε εκεί ή ποιο ήταν το τίμημα; Πολλές φορές η εξιδανίκευση σε τυφλώνει και σε εμποδίζει να δεις την αλήθεια.
Γ: Η εξιδανίκευση είναι μια φυσιολογική διαδικασία, την οποία περνάμε σε διάφορες φάσεις της ζωής μας: με τον πατέρα μας, τους γονείς μας, τον άνθρωπο που ερωτευόμαστε. Όπως λέει και το έργο, ο χρόνος λιώνει όλους τους οικογενειακούς μύθους. Αν ο πατέρας του ήρωα είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν μικρός, ίσως να μην είχε προλάβει να απομυθοποιήσει την εικόνα του. Η απουσία, αντί να τη διαλύσει, την έκανε ακόμη μεγαλύτερη. Συχνά ξεκινάμε από μια πολύ δυνατή σχέση εξιδανίκευσης. Με τον χρόνο, όμως, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα και συνειδητοποιούμε ότι οι γονείς μας δεν είναι υπερήρωες. Ούτε ο άνθρωπος που ερωτευτήκαμε είναι απαραίτητα αυτός που είχαμε φανταστεί. Εκεί έρχεται η απογοήτευση, αλλά και η ενηλικίωση.
Κ: Πρέπει, όμως, να περάσεις κι από αυτή τη διαδικασία. Να εξιδανικεύσεις κάποιον και, στη συνέχεια, να έρθεις αντιμέτωπος με αυτό που πραγματικά είναι.
Το βουνό στην παράσταση μοιάζει να συμβολίζει κάτι μεγαλύτερο από μια φυσική πρόκληση. Ποιο είναι το δικό σας προσωπικό βουνό, ως ηθοποιών και ως ανθρώπων;
Γ: Για μένα, είναι να καταφέρω να μείνω χαμηλά. Να μη χρειάζομαι διαρκώς να ανεβαίνω κάπου. Όπως είπε και ο Κώστας, ίσως η μεγαλύτερη κατάκτηση να είναι να μη νιώθεις την ανάγκη να ανέβεις σε αυτό το βουνό. Να καταλάβεις ότι αυτό που κυνηγάς μπορεί να είναι μάταιο. Να απομαγεύσεις την κορυφή, να πάψεις να την εξιδανικεύεις και να συνειδητοποιήσεις ότι ίσως δεν υπάρχει καν κορυφή. Δεν υπάρχει απαραίτητα ένα βουνό που πρέπει να κατακτήσεις. Υπάρχουν οι άνθρωποι γύρω σου και η ζωή σου, που είναι πεπερασμένη.
K: Το βουνό έχει κάτι το ξένο και το μυστηριώδες. Δεν ξέρεις τι μπορεί να σου αποφέρει ή τι θα συναντήσεις στη διαδρομή. Υπάρχει και η ιδέα ότι, αν φτάσεις στην κορυφή, έρχεσαι πιο κοντά σε κάτι θεϊκό, σε κάτι ανώτερο. Αλλά τα μέτρα και τα σταθμά είναι διαφορετικά για τον καθένα. Ο καθένας έχει τα δικά του όρια και τον δικό του τρόπο να φτάσει κάπου. Μπορείς, όμως, να βρεις αυτό που αναζητάς μέσα από την καθημερινότητά σου, τους ανθρώπους σου, την επικοινωνία σου με τους άλλους. Μερικές φορές, βουνό μπορεί να σου φαίνεται μια δύσκολη σχέση ή μια συνθήκη που δεν ξέρεις πώς να διαχειριστείς. Αντί να βλέπεις το βουνό ως ένα τεράστιο, αδιαίρετο εμπόδιο που πρέπει οπωσδήποτε να κατακτήσεις, μπορείς να το προσεγγίσεις βήμα βήμα. Να φτάσεις πρώτα στα χίλια μέτρα και μετά στα δύο χιλιάδες. Έτσι, κάτι που φαινόταν αδύνατο γίνεται πιο βατό. Το ίδιο ισχύει και για τις ανθρώπινες σχέσεις: για το πώς θα επικοινωνήσεις με έναν άνθρωπο, πώς θα διαχειριστείς μια δύσκολη κατάσταση ή πώς θα επικοινωνήσεις με το παιδί σου.
Αν μπορούσατε να αφαιρέσετε έναν μύθο από τη ζωή σας,μια πεποίθηση για τον εαυτό σας, την οικογένεια ή την ευτυχία, ποιος θα ήταν;
Γ: Να μην τρως γλυκά το βράδυ! (Γέλιο)
Κ: Για μένα, είναι ο μύθος της καριέρας. Ότι πρέπει διαρκώς να τρέχουμε πίσω από αυτήν, να γινόμαστε καλύτεροι, να πετυχαίνουμε όλο και περισσότερα. Στο τέλος, αυτό που έχει σημασία είναι να μπορείς να κοιμάσαι και να ξυπνάς ήσυχος τα βράδια. Να μη ζεις διαρκώς με την αγωνία του τι πρέπει να κάνεις και τι πρέπει να πετύχεις. Είμαστε ένα απειροελάχιστο κομμάτι μέσα σε μια τεράστια ολότητα. Ποιος θα μας θυμάται τελικά και για ποιο πράγμα;
Γ: Νομίζω ότι πρέπει να απομυθοποιήσουμε την ιδέα πως υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που «πρέπει» να κάνουμε. Πρέπει να πας σχολείο, να δουλέψεις, να κάνεις παιδιά. Και μετά έρχονται κι άλλα «πρέπει». Δεν λέω ότι δεν χρειάζεται να κάνεις πράγματα ή να προσπαθείς να πετύχεις τους στόχους σου. Το ζήτημα είναι να μη μετατρέπεις αυτές τις υποχρεώσεις σε έναν παραλογισμό, σε μια διαρκή ανάγκη να κατακτήσεις το επόμενο βουνό. Να μπορέσεις να ξεχωρίσεις τι έχει πραγματικά σημασία για σένα και τι απλώς έμαθες ότι οφείλεις να κάνεις.

Η παράσταση συνδυάζει το χιούμορ με αρκετά σκοτεινά και υπαρξιακά θέματα. Τι μπορεί να αποκαλύψει το χιούμορ που ίσως δεν θα μπορούσε να ειπωθεί με έναν αμιγώς δραματικό τρόπο;
Γ: Νομίζω ότι το χιούμορ έχει μια ιδιότητα οικειότητας. Μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο που αγαπάς κάτι που δεν θα έλεγες σε κάποιον με τον οποίο δεν έχεις αυτή τη σχέση. Κάτι του τύπου «ρε, κοίτα πώς έχεις φτιάξει τα μαλλιά σου!». Νομίζω ότι το έργο χρησιμοποιεί το χιούμορ με αυτόν τον τρόπο, μέσα από τον αυτοσαρκασμό των δύο ηρώων. Και οι δύο είναι, όπως είπαμε, μετριότητες, και ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να αυτοσαρκάζεται. Το χιούμορ είναι αναγκαίο υλικό για μια θεατρική παράσταση, αλλά και για τη ζωή γενικότερα.
Κ: Θα έλεγα ότι είναι και ένα δραματουργικό τέχνασμα. Το χιούμορ επιτρέπει στον θεατή να χαλαρώσει, να μη νιώσει ότι ήρθε να παρακολουθήσει κάτι υπερβολικά βαρύ. Έτσι, όταν έρχονται οι πιο συναισθηματικές στιγμές, εκείνες που θέλουν να εκφράσουν κάτι βαθύτερο και αληθινό, ο θεατής είναι πιο ανοιχτός να τις αφουγκραστεί και να τις επεξεργαστεί. Το χιούμορ δημιουργεί έναν χώρο χαλάρωσης, μέσα στον οποίο μπορείς να δεχτείς καλύτερα κάτι που σε αγγίζει βαθιά.
Έχετε ακούσει από το κοινό αντιδράσεις που σας έκαναν να καταλάβετε ότι η παράσταση επικοινωνεί με τους θεατές;
Γ: Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για εμάς. Χαιρόμασταν που το κοινό ανταποκρινόταν, αλλά και εμείς το απολαμβάναμε πολύ. Είναι ένα περίεργο έργο, κάτι που δεν βλέπεις συχνά. Δύο άνθρωποι μιλούν επί σκηνής. Είναι ένα έργο πολύ απλό στη δομή του, σχεδόν πρωταρχικά θεατρικό. Το ότι έβγαινε ο κόσμος και ήταν χαρούμενος, ότι τον είχε ενδιαφέρει η παράσταση χωρίς να είναι απαραίτητα κάποιος ειδικά εκπαιδευμένος ή εξοικειωμένος με την τέχνη, ήταν πολύ σημαντικό. Ερχόταν ένας άνθρωπος και σου έλεγε ότι είδε ένα ωραίο, ενδιαφέρον έργο, παρόλο που η παράσταση απαιτεί συγκέντρωση και προσοχή. Δεν συμβαίνουν εντυπωσιακά πράγματα επί σκηνής, δεν υπάρχει κάποιο θέαμα που προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει.
Κ: Η παράσταση δεν προσπαθεί να σου επιβληθεί. Σου λέει κάποια πράγματα και, αν θέλεις, μπορείς να πάρεις από αυτά ό,τι σε ενδιαφέρει. Μπορείς να αναζητήσεις την πιο φιλοσοφική τους διάσταση και να αναρωτηθείς τι κάνεις πραγματικά στη ζωή σου. Μπορείς, όμως, και απλώς να περάσεις μιάμιση ώρα ευχάριστα, χωρίς να κουραστείς ή να βαρεθείς. Αυτό εισπράττουμε κυρίως από το κοινό.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της παράστασης, τόσο στις πρόβες όσο και στις παραστάσεις;
Γ: Πολύ δύσκολο κείμενο με πολλά λόγια!
Κ: Και υπάρχει πάντα ο φόβος μήπως κουράζει τον κόσμο, μήπως δεν του δίνει κάτι επειδή δεν έχει πολλή κίνηση.
Γ: Δεν είναι αυτό που περιμένεις. Και ούτε εμείς ξέρουμε πάντα πώς θα λειτουργήσει. Δεν είναι ο κόσμος στην Ελλάδα ιδιαίτερα εξοικειωμένος με ένα τόσο αντιθεατρικό είδος παράστασης...
Info: 21 Οκτωβρίου 2026 έως 23 Οκτωβρίου 2026
Τετ|Πεμ|Παρ 21:00 (ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΡΙΑΔΗΣ Μ2)
Κεντρική φωτογραφία: Μαργαρίτα Yoko Νικητάκη
